Κυριακή, 17 Δεκεμβρίου 2017

Φως στην άκρη του τούνελ


Έπρεπε να το ψυλλιαστώ όταν μπήκα στο βαγόνι βιαστικά, και το τραίνο δεν ξεκινούσε. Κόσμος, πήχτρα, μέσα κι έξω στο σταθμό της Βικτώριας. Περνάνε δυο λεπτά, περνάνε τρία, έμπαινε συνέχεια κι άλλος κόσμος. Κάτι τρέχει, ας βγω καλύτερα, σκέφτηκα, αλλά είχε ήδη πήξει ο χώρος μπροστά στην πόρτα, και τέλος πάντων ακούστηκε το σφύριγμα, έκλεισαν οι πόρτες βογγώντας, ξεκίνησε βαρύς και βασανισμένος ο συρμός. Πήγε λίγο, σταμάτησε, έσβησαν τα φώτα. Και τότε οι καθισμένοι επιβάτες μπροστά μου, επιβάτιδες μάλλον όλες, άρχισαν τις αποκαλύψεις:
-Έτσι μας πάει από τη Νέα Ιωνία, μιάμιση ώρα είμαστε μέσα!
-Μία ώρα και σαράντα λεπτά!
-Μα πώς είναι δυνατόν;
Θα είχα βγει εγώ, θα είχα ξεκινήσει με τα πόδια! Μπήκα επειδή ήταν σαρδέλες οι άνθρωποι στο τρόλεϊ, κλειστό και το κέντρο, αλλά πού να φανταστώ τι με περίμενε. Πώς μπορούν και δείχνουν τόση καρτερία, νέες γυναίκες;
Ξεκίνησε πάλι το τραίνο, πήγαινε αργά αλλά προχώρησε πολύ. Ήμουν στο τελευταίο βαγόνι, είχα σκεφτεί να πάω εκεί για να βρεθώ στο σωστό σημείο στο Μοναστηράκι για την αλλαγή. Τώρα το μετάνιωνα. Λίγο πριν την Ομόνοια στάματησε πάλι. Την υπομονή σας παρακαλώ, είπαν τα μεγάφωνα, υπάρχει διακοπή ρεύματος. Γίνονται εργασίες επιδιόρθωσης.  Έσβησαν και τα φώτα. Δυο λάμπες μόνο, μια μπρος, μια πίσω. Οι άνθρωποι όλοι σα σκιές, έμειναν ακίνητοι. Ένα μωρό κλαψούρισε στη μακρινή άλλη άκρη. Στο σκοτάδι τα πρόσωπα των καθιστών γυναικών γυάλιζαν από ιδρώτα.
Δεν έχω πάθει ποτέ κρίση πανικού, δεν έχω φοβίες απ’ όσο ξέρω, φοβιτσιάρα σε πλαίσια ελεγχόμενα όσο γίνεται, ναι. Αλλά ιστορίες φρίκης σε τούνελ έχουμε όλοι δει και διαβάσει, άσε πια το υποσυνείδητο που τις φτιάχνει μόνο του. Ίσως γι αυτό μείναμε όλοι σιωπηλοί, καμία φωνή, καμία διαμαρτυρία. Ψιθυριστά μιλούσαν οι γυναίκες:
-Θέλετε λίγο μανταρινάκι; Θα σας κάνει καλό η μυρωδιά, θα σας συνεφέρει!
-Ευχαριστώ, θα πάρω. Πόσο μακριά είμαστε απ’ το σταθμό;
Πέρασα ανάμεσα απ’ τα πόδια τους και πήγα στο παράθυρο, έβγαλα έξω το κεφάλι μου. Φαινόταν στο βάθος ο σταθμός της Ομόνοιας, πορτοκαλής.
-Κοντά είναι. Πάμε και με τα πόδια αν χρειαστεί.
-Έχει φως;
-Έχει!
-Α, ευτυχώς!
-Εγώ έχω καραμελίτσα, αν θέλετε.
-Ευχαριστώ! Μου θυμίζετε μια ελληνική ταινία με τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου που είχε ένα καλάθι και μοίραζε στο τραίνο...
-Τα θυμάμαι τα καλάθια εκείνα, με το ραμμένο πανί...
Ξανανάβει το φως, αναστεναγμός ανακούφισης, ξανασβήνει. Πάλι και πάλι, τρεις φορές. Η κουβέντα αλλάζει τόνο, τα κακά της Ελλάδας αραδιάζονται σαν σε συνεδρία ομοιοπαθητικής, η ευθύνη των πολιτικών ζυγίζεται και υπάρχουν κάποιες διαφωνίες ως προς την κατανομή τους ανά κόμμα. Αναρωτιέμαι αν όντως είμαι άνθρωπος που μόνο φοβάται αλλά δεν έχει φοβίες, πλησιάζω πάλι στο παράθυρο να δω το φως στην άκρη του τούνελ, μετράω το χώρο δίπλα στο συρμό, χωράει να περπατήσουμε; Δύσκολο. Τα πρόσωπα γυαλίζουν όλο και πιο έντονα, βγάζουμε κασκόλ και μπουφάν στα μισότυφλα. Η έννοια της κυκλοφορίας του αίματος ταυτίζεται με τη δυνατότητα κυκλοφορίας των συρμών. Αν φτάσει στην Ομόνοια και ανοίξει τις πόρτες, δεν θα ξανακατέβω ποτέ σε τούνελ. Έχουν εγκαταλειφθεί οι φλέβες της πόλης αυτής, κάθε στιγμή μπορεί να συμβεί θρόμβωση, να γίνουμε πηγμένο αίμα. Δεν χρειάζονται τρομοκράτες καν, η απάθεια θα μας σκοτώσει.
Αφού ακούσουμε την ιστορία της ακριανής, που ζούσε στη Γαλλία κι ήρθε στην Ελλάδα το 1986, εποχή της πλαστής ευημερίας, όπως τη χαρακτήρισε η απέναντι, ξεκίνησε πάλι βογκώντας ο συρμός. Πετάχτηκα έξω στην Ομόνοια, φαινόταν όλα να πηγαίνουν καλά, αλλά δεν ήθελα να αντικρίσω την αλήθεια σχετικά με τη δυνατότητα μου να αποκτήσω φοβίες.
Ανέβηκα στην πόλη, περπάτησα ως την Ακαδημία, μπήκα σε ένα μοναδικό και πηγμένο λεωφορείο, το επόμενο θα περνούσε σε 24 λεπτά, και πήγαμε ως τη Βουκουρεστίου. Εκεί, αφού περιμέναμε τέσσερα φανάρια, μας ανακοίνωσαν ότι γίνεται πορεία στην Αμερικανική πρεσβεία και μπλοκαριστήκαμε. Κατεβήκαμε, πήγα με το πόδια τον υπόλοιπο δρόμο, ανασαίνοντας με απόλαυση τον βαρύ αέρα. Τουλάχιστον ήμουν έξω απ’ το τούνελ. Ποιοι έκαναν πορεία; Οι συνταξιούχοι. Άραγε να απήλαυσαν την επίγνωση των συνεπειών της πορείας τους; Ελπίζω ναι, γιατί να εμποδίσουν την περικοπή των συντάξεων ξέρουμε όλοι καλά ότι δεν υπάρχει περίπτωση.
http://www.athensvoice.gr/life/urban-culture/athens/408484_fos-stin-akri-toy-toynel


Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρο, με πήγαινε βόλτα ο μπαμπάς μου κάθε Χριστούγεννα, στο τοπίο που θαυμάζουμε τώρα μόνο από τη φωτογραφία του Μπαλάφα. Ήταν όντως γεμάτη φώτα η Σταδίου και η Πατησίων και η Αιόλου, η οποία δεν ήταν πεζόδρομος, αλλά πεζοδρομούνταν από τους πάγκους που στήνονταν εκεί για τη χριστουγεννιάτικη αγορά. Τα φώτα νικούσαν τρόπον τινα το κρύο, είτε με τη λιγοστή τους θερμότητα,  είτε ζεσταίνοντας τις λαχτάρες και τις αισθήσεις μας. Νομίζαμε ότι μπαίναμε στην καρδιά της πόλης, που δεν ήταν φιλική γενικά για ένα παιδί, ούτε και τότε. Εκείνες τις μέρες όμως σα να γλύκαινε και να άνοιγε χαμογελαστή, σα να μας υποσχόταν ότι θα την είχαμε κάποτε δική μας, ότι θα ήταν ο τόπος όπου θα κινούμασταν κι εμείς με άνεση και θα κατακτούσαμε τα μυστικά και τους θησαυρούς της.  Με τη διαφορά ότι τότε τα παιδιά κυκλοφορούσαμε ακόμα, άρα κι οι γονείς μας θα πίστευαν ότι όσο κι αν ήταν επικίνδυνη και χαοτική, άξιζε τουλάχιστον τον κόπο να τη δει κανείς.
Δεν μπορώ να νοσταλγήσω εκείνα τα Χριστούγεννα, δεν αντέχω ουτε καν να αναλογιστώ την προσδοκία. Δεν μας άρεσε η πολυκοσμία στα λεγόμενα Χαυτεία τότε, πού να φανταστούμε την ερημιά που θα έφερνε η κάποιου είδους γκρίνια. Ποιος γκρίνιαξε, ποιος κατηγόρησε τα χαμηλά καταναλωτικά ένστικτα του λαουτζίκου, κι είκοσι χρόνια μετά βρέθηκε ο εμπρηστής του Μινιόν και του Κατράντζου και των άλλων θεωρούμενων μεγάλων μαγαζιών να τιμωρήσει τις επιθυμίες και τις ψευδαισθήσεις; Κι άλλα σαράντα κοντεύουν να περάσουν κι η περιοχή αντί να συνέλθει, αντί να βρει κουράγιο να στολιστεί, όλο και χειρότερα μιζερεύει. Ποιος θα το φανταζόταν τότε από τα παιδιά που χαζεύαμε την έστω φτηνή της λάμψη, ότι ήταν τόσο εύθραυστη, η θεωρούμενη σκληρή Ομόνοια; Λες και κάθε κουβέντα που είπαμε, κάθε κριτική, κάθε γκρίνια, κάθε εχθρική σκέψη για το δημόσιο χώρο, κάθε πίκρα και κάθε μυστική κατάρα, κάθε στιγμή θυμού, πραγματώθηκε στους τοίχους και τα μαγαζιά της, ενώ δεν μπορεί να πραγματωθεί η μετάνοιά μας, όση έχουμε, αν έχουμε.

Μόνο τσιγγανάκια και μεταναστόπουλα βλέπω πια στα μέρη αυτά, τα μαύρα κι άραχλα, που τους γυρίσαμε την πλάτη. Να ξεγελιούνται άραγε λίγο από τα εναπομείνα φώτα, να επενδύουν κάποια επιθυμία εδώ, ανάμεσά μας; https://www.efsyn.gr/arthro/toy-60-i-omonoia

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Όλα σέξι κι όποιος αντέξει



Πρέπει να είμαστε πολύ απελπισμένοι, βαθιά μέσα στην κουλτούρα μας, για να αποφασίζει μια διάσημη τραγουδίστρια να δηλώσει ότι θέλει να βγει στο βουνό αντάρτισσα για να πολεμήσει τον καπιταλισμό και τις παραφυάδες του. Πρέπει να είμαστε πολύ καθηλωμένοι σε γούστα και αισθητικούς κάλυκες, πώς να το πω αλλιώς, δεκαετίες μετά την Αλίκη Βουγιουκλάκη που δήλωνε η έρμη ότι είναι αναρχική, στον κολωφώνα της καριέρας της, για να δώσει μια νότα μοντέρνα στο πρόσωπό της, κάτι σαν πρόσθετο λίφτινγκ τότε που ακόμα οι μέθοδοι κατά των ρυτίδων δεν είχαν προχωρήσει. Με τις ρυτίδες των μυαλών τα πηγαίναμε από τότε καλύτερα, δεν ρυτιδώνουν, δεν ωριμάζουν, ολόιδιες συγκινήσεις από τότε μέχρι τώρα, αντίσταση, αντάρτισες, ληστές τραπεζών αναζητά η άλλη για το κόμμα της, πρόεδρος της Βουλής κάποτε, από τις πιο αυταρχικές παρουσίες που πέρασαν στο θέατρο της πολιτικής. Γοητεία μας ασκεί λοιπόν ακαταμάχητη το ίδιο πάντα πρότυπο του ατόμου που τίποτε δεν σέβεται, κι ας έχουμε γεμίσει υπερήλικες -κατά τις στατιστικές- που χρειάζονται σεβασμό για να επιβιώσουν, κι ας περιμένουμε σωτηρία από τη νέα γενιά που χωρίς σεβασμό και φροντίδα και στοργή, χωρίς προστασία σε κόσμο χωρίς επιθέσεις δεν μεγαλώνει και δεν ολοκληρώνεται. Εκτός κι αν αυτή η προστασία που προσφέρουν οι γονείς στα παιδιά τους είναι τόσο ολοκληρωτική, που πήζουν πια μέχρι να ενηλικιωθούν, κι η ανάγκη επίδειξης νεανικής επιθετικότητας με την οποία τους προικίζει η φύση στην εφηβεία, αγκυλώνεται πάνω τους και δεν τη χάνουν μέχρι το βαθύ γήρας. Δεν ξέρω τι άλλη εξήγηση υπάρχει γι αυτή τη μόνιμη καθήλωση σε πρότυπα βίας, γιατί άλλο δεν προβάλλεται σ’ όλ’ αυτά περισσότερο από τη βία, η ανατροπή θα μπορούσε να έχει κι άλλες μεθόδους, να γεννά κάπως πιο ποικίλες εικόνες. Αλλά η βία, έτσι γυμνή όπως την πλασάρει η ανυπόμονη λησταρχίνα, εγγυάται ότι δεν θα υπάρχει έλεος για τον αντίπαλο όταν έλθει εν τη βασιλεία της, οπότε να ελπίζουν όσοι την ακολουθήσουν πως θα πάρουν εκδίκηση άμεση και αιματηρή για τα πάντα και δια πάντα. Κι αυτό έχει πέραση, είναι σέξι, τέλος. Αρχέγονοι φόβοι, ανεξέλεγκτες γοητείες. Βοήθειά μας.

Συνεχείς πτώσεις

Οι δρόμοι της Αθήνας, τα όποια πεζοδρόμια της, είναι επικίνδυνα σε κάθε χιλιοστό τους. Η άσφαλτος της είναι γεμάτη σφάλματα. 
Έχει πλάκα που μόλις σκοντάψουμε σε κάποια σπασμένη πλάκα του πεζοδρομίου, εμείς οι Αθηναίοι, ο εμπειρότερος λαός του κόσμου σε σκοντάμματα επί σπασμένων πλακών, και κρίμα που δεν είναι ολυμπιακό άθλημα, εμείς λοιπόν οι Αθηναίοι γυρίζουμε και την κοιτάμε τη σπασμένη πλάκα, να μας πει συγνώμη ξερωγώ, ή να τη δείρουμε όπως κάνουν τα παιδιά, την κοιτάμε επιτιμητικά και ξαφνιαζόμαστε που ουδόλως συγκινείται. Το βλέμμα πάει νοερά στον εργολάβο βέβαια, στους δημάρχους που τόσα χρόνια δεν έκαναν τη μικρή επανάσταση να πουν 'τέρμα οι πλάκες, δεν ξαναστρώνουμε πεζοδρόμιο παρά μόνο με την ειδική ενιαία άσφαλτο ή ό,τι υλικό είναι, κι ας μην μπορούμε έτσι να δίνουμε λεφτά σε εργολάβους κάθε τόσο', ίσως ακόμα και στους περιπατητές που κατάφεραν να περάσουν σώοι τις ίδιες περιοχές και θα θέλαμε να δείξουν κατανόηση.
Τέλος πάντων, κατάφερα να μείνω όρθια, χάρις στον έξυπνο ελιγμό του σώματος μου, χάρις στη γιόγκα όπου μαθαίνω να ισορροπώ -λέγεται γιόγκα- χαθήνα, ειδική για χαθηναίους- και σίγουρα όχι χάρις στα αυτοκίνητα που σπάνε τις πλάκες, τις ρίζες των δέντρων που δεν πειθαρχούν και τους δημάρχους που επιμένουν σε κακές συνήθειες.


Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

Κήποι βασιλικοί, κήποι του λαού

Περνώντας από τον Εθνικό κήπο θυμάμαι πως ήταν βασιλικός. Τόση ομορφιά και φροντίδα είχε γίνει για βασιλιάδες από βασιλιάδες, για την ακρίβεια η Αμαλία τον έφτιαξε, κόντρα στα γούστα των Αθηναίων, των όποιων Αθηναίων τότε. Κι ως εθνικός είναι πια του καθενός, είμαστε όλοι βασιλιαδες και πρίγκιπες ως προς την πρόσβαση στον κήπο. 
Το ίδιο έχει γίνει στο Παρίσι και σε πολλές άλλες πόλεις, οι βασιλικοί κήποι έχουν γίνει κήποι του λαού. Και στους κήπους αυτούς ο λαός συμπεριφέρεται σαν βασιλιάς, γιατί τι νόημα έχει να απολαμβάνεις βασιλικό κήπο και να μην ανεβαίνει ο αυτοσεβασμός σου; Σ αυτό χρησιμεψαν οι βασιλιάδες και λοιποί ευγενείς απανταχού, να ανεβάσουν τα στάνταρ σε φυσιολατρεία, αισθητική, τέχνες και μαγειρική παντού τέλος πάντων. Και οι τίτλοι που κάποτε δίνονταν μόνο σε διαπιστωμένους ευγενείς, τώρα είναι για όλους. Ladies and gentlemen.
Κάποτε ένιωθα σαν πριγκίπισσα κάθε πρωί, περνώντας από το πάρκο μας, το Πεδίο του Άρεως. Τώρα είμαι σε φάση πτώσης από το θρόνο και το αποφεύγω. Μετά από τόσες προσπάθειες και δράματα που πέρασε, τόσες ανακαινίσεις, τόση πολιτική χρήση και πολιτική εγκατάλειψη, το πήρα απόφαση, δεν θέλει ο λαός να συμμεριστεί τα βασιλικά αισθήματα απέναντι του. 
Μένει ο κήπος. Δεν είναι κοντά, παίρνω το λεωφορείο και τον διασχίζω για να βρεθώ στο κέντρο. Ανασαίνω βαθιά.
Φυσικά τον θυμάμαι  με παπάκια, καρέκλες, νερό στις βρύσες, και διάφορα άλλα ωραία, αλλά όλα είναι σχετικά.

Δίπλα στο Λιβυκό


Νέα από τις άθλιες όψεις της ανθρωπότητας έφτασαν στη φωτογραφική επικαιρότητα το σαββατοκύριακο, από τη Λιβύη. Άνθρωποι δεμένοι όλοι μαζί, κρεμασμένοι ανάποδα, νεαροί άντρες κακοποιημένοι, πουλιούνται κι αγοράζονται σκλάβοι, χάνουν τη ζωή τους σε μεταφορές, ακριβώς όπως γινόταν στα σκλαβοπάζαρα του 18ου αιώνα, κι αυτό το εμπόριο δεν γίνεται κρυφά, αλλά φανερά και άφοβα.
Είναι από τις φωτογραφίες που τις βλέπεις και εύχεσαι να διαβάσεις  γρήγορα, στην επόμενη ανάρτηση, ότι είναι λάθος η είδηση, ότι είναι στημένη η φωτογραφία, ότι πρόκειται για γυρίσματα κάποιας ταινίας, αλλά δυστυχώς επιβεβαιώνεται η αυθεντικότητά της, και μαζί κάποιες πολύ δυσάρεστες λεπτομέρειες. Μετανάστες από την Αφρική, προσπαθώντας να ξεφύγουν πολέμους στη χώρα τους, να πάνε στην Ευρώπη, εγκλωβίζονται, και μαζεύονται σαν κάποια παράξενη σοδειά, κάποιο κυνήγι,  καταλήγουν αντικείμενο εμπορίου, res που έλεγαν οι ρωμαίοι πρόγονοι. Πάλι βρίσκεται η Ευρώπη αναμεμιγμένη εκεί, η Ευρώπη ως όραμα και πειρασμός, για δω ξεκίνησαν οι μετανάστες, αλλά εδώ είναι ανεπιθύμητοι. Η Γερμανία που τους δέχτηκε, το πληρώνει τώρα με πολιτικό αδιέξοδο, κι ο φόβος τους  παντού ενισχύει κόμματα ξενοφοβικά. Να μπορούσε να σταματήσει η πληροφόρηση, να μη μάθαιναν πια οι φτωχοί χωρικοί των αφρικανικών χωρών, που από παιδιά υφίστανται όλων των ειδών τις τυρανίες, ότι στην Ευρώπη υπάρχει ειρήνη και πλούτος, δουλειές και κάτι ακόμα πιο παράξενο κι απο το χαβιάρι που το λένε ανθρώπινα δικαιώματα. Να μην ονειρεύονται διαφυγές, να μείνει η Ευρώπη με τους Ευρωπαίους και τους καημούς τους, να είναι οι Έλληνες οι πιο φτωχοί και να ενισχύονται από τους πλούσιους, να μην περνιέται το Λιβυκό με καράβια. Είναι τόσο απαράδεκτα κοντά μας αυτά όλα.

Αδιέξοδη κατάσταση, κι άρχισαν κιόλας στις ευρωπαϊκές πόλεις τα συλλαλητήρια. Να σταματήσουν τα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης, ζητούν οι διαδηλωτές. Από ποιον το ζητούν;  Η Λιβύη είναι πια χώρα παράξενη,  δεν έχει πια εκεί Τζαμαχιρία, κάποια λαϊκή, ισλαμική, σοσιαλιστική ή άλλη δημοκρατία. Διάφορες φατρίες μάχονται μεταξύ τους, ελέγχουν η καθεμιά ό,τι μπορεί, προσπαθώντας  να μεγαλώσουν  την ακτίνα ελέγχου. Η αραβική άνοιξη έφερε βαρύ χειμώνα στη θερμή ήπειρο. Αντι να λύσει τα προβλήματα η επανάσταση έφερε χάος, όπου καμιά χαρά δεν άνθισε, όπως ελπίζουν οι ρομαντικοί. Σα να ξαναρχίζει από την αρχή η ανθρώπινη ιστορία, φυλές, σκλάβοι, βία ανεξέλεγκτη, να πρέπει να παιχτεί το έργο όλο, και να μην ξέρεις καν αν θα έχει κάποτε το χάπυ εντ, που εμείς τελικά γνωρίσαμε, ίσως από καθαρή τύχη.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης

Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία να πάει να χτίσει μόνος του ένα σπίτι μέσα σ’ ένα ρέμα, επειδή είναι φτωχός, επειδή δεν ξέρει, επειδή δεν του είπε κανείς τίποτε.
Αντίθετα, έχω λόγους να πιστεύω ότι συνήθως η δουλειά αυτή γίνεται μέσω κάποιου είδους συλλογικότητας. Πουλάει ένας κτηματίας κομμάτια κάποιας ιδιοκτησίας εκτός σχεδίου, πακέτο το αγροτεμάχιο με την υπόσχεση ότι θα μπει στο σχέδιο πόλεως και θα ανέβει η αξία του, ότι θα αποκτήσει ο αγοραστής φτηνό σπίτι που μετά θα ακριβαίνει, ότι όλα θα τακτοποιηθούν στο μέλλον.
Μαζί με το κομμάτι γης ο νέος αγοραστής αποκτά δυο πράγματα: την υπόσχεση και το τηλέφωνο του τοπικού άρχοντα, ή παράγοντα, ή δικηγόρου, που πρέπει να πληρώνει τακτικά για πολύ καιρό, ώσπου να γίνει η ιδιοκτησία του αποδεκτή από το κράτος. Αν δεν πληρώνει, ψηφίζει, πρέπει πάντα να υποστηρίζει τον βουλευτή, ή τον σύμβουλο που του υποσχέθηκε νομιμοποίηση. Μπορεί να είναι φτηνό το οικόπεδο, η σχέση εξάρτησης όμως κοστίζει πολλά, έστω κι αν δεν καταβάλλονται εφάπαξ, ούτε πάντα σε νόμισμα. Ουσιαστικά, η εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό δεν σταματά ποτέ. Ακόμα κι αν κάποτε το σπίτι περιληφθεί σε οικισμό και μπει στο σχέδιο, η ανορθόδοξη πορεία το καθιστά μονίμως υποτελές σε μικρές πολιτικές παρεμβάσεις, αποφάσεις, ελπίδες. Όταν η πόλη δεν έχει σχεδιαστεί πριν τη χτίσουν, σημαίνει ότι δεν έχει πλατείες, δεν έχεις καλούς δρόμους, δεν έχει πράσινο, δεν έχει χώρο για σχολεία, δημόσιους χώρους, δεν έχει συγκοινωνίες, δίκτυο, αποχέτευση, τίποτε. Για το κάθετι απ’ αυτά ο ιδιοκτήτης -πολίτης είναι αναγκασμένος να προσπέφτει στον πολιτικό που θα καθαρίσει, υποτίθεται, αλλά υποχρεωτικά δια της πλαγίας οδού, αφού έτσι άρχισε το πράγμα. Κι η υποτέλεια, η εξάρτηση, συνεχίζονται, ο πολίτης παραμένει ανήλικος μονίμως, ζει με υποβαθμισμένη ποιότητα ζωής και δεν χειραφετείται ποτέ από τους ανθρώπους που υποθήκευσαν την πολιτική του συνείδηση για να αποκτήσει ένα σπίτι δήθεν φθηνότερα.

Είναι τεράστιο το κόστος, σε όλα τα επίπεδα. Έχουμε τώρα είκοσι νεκρούς. Για σκεφτείτε όμως, ποιος πολιτικός θα έχει τα κότσια να σπάσει αυτό τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης, να αποφασίσει να αρνηθεί κάθε μελλοντική πελατεία και προστασία, να προάγει την τρομερή ιδέα του σχεδιασμού των πόλεων πριν χτιστούν; Ακούτε τίποτε γύρω σας, πέρα από τη βροχή που πέφτει;

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Η πόλη των χιλίων ποταμών


Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστικά να ασχοληθούν, οι εκλογές της Κεντροαριστεράς, το διάγγελμα του πρωθυπουργού, ο δεύτερος γύρος των εκλογών της Κ/Α, οι ειδήσεις του ΑΠΕ για την υποδοχή πθ στη Θράκη κλπ. Και καθώς συνδεόταν με το ρεπορτάζ στη Μάντρα και τη Μαγούλα, και καθώς αυξανόταν ο αριθμός των νεκρών στις ειδήσεις, τα μονίμως καυτά πολιτικά θέματα συνεχίζονταν: τι είπε ο Δανέλης για το δεύτερο γύρο, ως τι εκφράζει απόψεις η Ξαφά; Είμαστε συνδεδεμένοι με ομφάλιο λώρο με τα πρόσωπα της πολιτικής, αν σταματήσει η ροή τροφής θα κινδυνέψουμε. Έχουμε ξεχάσει τι ακριβώς δουλειά κάνουν, τους παρακολουθούμε προσηλωμένοι σα να βρίσκονται στη γυάλα του Τρούμαν σώου. Πώς να απαγγιστρωθείς για να ασχοληθείς με τις πλημμύρες κάτι αυθαίρετων συνοικισμών τέρμα Θεού, κάτι δήθεν πόλεων που χτίστηκαν χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανείς, χωρίς σχέδιο εννοείται, αυτό δα έλειπε. Εδώ ολόκληρη πρωτεύουσα χτίστηκε χωρίς σχέδιο, θα φτιαχνόταν σχέδιο για τη Μάνδρα και τη Μαγούλα;
Αν και σαν πρωτεύουσα που ήταν είχε το καλό το ποτάμι, το μεγάλο, τον Κηφισσό, είχε και τον Ιλισσό, τον τραγουδισμένο, να τους κάνει αγωγούς ομβρίων και αποχετεύσεων και να πορεύεται. Την ευνόησε η εποχή, τότε που χτιζόταν ακόμα τα ρέματα δεν μπαζώνονταν, δεν το είχαν σκεφτεί αυτό οι κτηματίες, είναι μέθοδος που εφαρμόστηκε αργότερα, όταν ξεθάρρεψαν πια οι πόλεις κι ανοίχτηκαν σε βουνά και λαγκάδια, κι εντάξει με τα βουνά, κανένα πρόβλημα, αλλά ίσως έπρεπε να συγκρατηθούν στα λαγκάδια;
Ποιος ξέρει; Λέω τώρα εγώ, υποθέσεις κάνω. Κάτι ρεπορτάζ, κάτι έρευνες, κάτι τέτοια βαρετά που γίνονταν στον προηγούμενο αιώνα, τότε που ακόμα νομίζαμε ότι η δημοσιογραφία είναι να βρίσκεις πράγματα, να τα καταλαβαίνεις και να τα αποκαλύπτεις, να αφυπνίζεται η κοινωνία και να αντιδρά, όχι να παρακολουθείς μέρα -νύχτα τις διασημότητες. Να μαθαίνουν ας πούμε οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου ότι δεν έχουν γίνει με σχέδιο οι πόλεις τους, να αγανακτούν και να αντιδρούν. Να αναγκάζονται οι πολιτικοί να φτιάχνουν σχέδιο πόλεως πριν τις πόλεις. Τέτοιες αφελείς ιδέες είχαμε, γιατί τι νόημα θα είχε αλλιώς να καταγγέλεις τις παραλείψεις; Θα γεννούσαν οι καταγγελίες γνώση, θα γεννούσε η γνώση απαίτηση, τέτοια διαλεκτικά ονειρευόμασταν.
Το περαιτέρω ρεπορτάζ και οι επαναλαμβανόμενες μπόρες, πλημμύρες και συμφορές, απέδειξαν πολλαπλώς ότι αυτή δεν είναι η σωστή σειρά των πραγμάτων όπως συμβαίνουν. Δεν φτιάχνεται πολεοδομικό σχέδιο για να γίνει πόλη, χωριό, οτιδήποτε, όχι στην Ελλάδα. Ξεκινούν απλώς κάποιοι που έχουν κτήματα να τα πουλούν, κάποιοι που θέλουν σπίτια να τα χτίζουν, κι όταν χτιστούν πολλά, τότε οι ιδιοκτήτες γίνονται πολιτική δύναμη του βουλευτή τους, ή του δημάρχου τους, τους κρατά στο χέρι και ταυτοχρόνως τον κρατούν κι εκείνοι, κι όλοι μαζί κρατιούνται κόντρα στη λογική, που δεν τη θέλουμε γιατί είναι δυτική κι αντίθετη με τις παραδόσεις μας. Η οποία λέει ότι αν μπαζώσεις ρέμα, θα πλημμυρίσεις το φθινόπωρο. Αν δεν φτιάξεις σχέδιο πόλης, αν δεν λάβεις υπόψιν τα βουνά και τα λαγκάδια, αν δεν προβλέψεις αγωγούς, και άλλα ασύμφορα είδη, πεζοδρόμια, πλατείες, θα ζήσεις μαύρη ζωή σαν τους μαύρους κλέφτες. Ε, δεν πειράζει, οι μαύροι κλέφτες ήταν οι ένδοξοι μας πρόγονοι. Μαύρη μαυρίλα κι εμείς, μαύρη σαν καλιακούδα. Γιατί να δυσαρεστήσει τους φηφοφόρους του κάθε δήμαρχος κι ο κάθε βουλευτής, υποχρεώνοντας τους να προσαρμοστούν στις ανάγκες ενός πράγματος τόσο αφηρημένου όλες τις ημέρες του χρόνου εκτός από τις βροχερές, ενώ μπορεί να τους έχει ευχαριστημένους και ταυτόχρονα να τους έχει και στο χέρι, αφήνοντας τους να κάνουν ό,τι θέλουν; Θα εμφανιστεί σαν ευεργέτης μια μέρα, βάζοντας τα απίθανα σπίτια τους στο σχέδιο πόλης, ύστερα θα πουλήσει διάφορες άλλες εξυπηρετήσεις που θα μπαλώνουν πρόχειρα τις ελλείψεις που ποτέ δεν θέλησαν να δουν, ούτε οι εκείνοι, ούτε αυτός. Μια χαρά όλα.
Δεκαέξι νεκροί λοιπόν από τη μπόρα αυτή τη φορά. Και να μην υπάρχει ελπίδα ότι μπορεί κάτι να ξεκουνηθεί, ότι θα καταλάβουμε με πόνο το τι έχει συμβεί, το πώς στηρίξαμε την ίδια τη ζωή μας και τη ζωή των παιδιών μας σε τραπουλόχαρτα που βάψαμε σα σκηνικό αστικού περιβάλλοντος, ότι θα αποφασίσει κάποιος να χαλάσει τη ζαχαρένια του μελετώντας σε βάθος τις αιτίες, σίγουρος ότι θα δεχτεί η κοινωνία μεγάλες αλλαγές στον τρόπο που εκμεταλλεύεται τα ακίνητά της και χτίζει τις πόλεις της, ή ότι θα βρεθεί πολιτικός που θα αντισταθεί στην πορεία των πραγμάτων και στις συνήθειες των ψηφοφόρων του. Όχι, αυτά δεν γίνονται.

Πριν λίγους μήνες είχε κυκλοφορήσει στο ιντερνετ χάρτης της Αττικής με τα ποτάμια της. Είναι σοκ να βλέπεις το δίκτυο αυτό, πυκνό δίκτυο ρεμάτων, τι πιο φυσικό σε ένα χώρο που περιβάλλεται από βουνά, τη στιγμή που ζεις σε μια πόλη που δεν διαθέτει ως ποτάμι παρά ένα ρυάκι με αρχαίο όνομα μέσα σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο.

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Συν Αθηνά και πόδα κίνει


Από τις ουρές, προτιμώ τις ίδιες τις καμήλες, ειδικά σε μορφή παστουρμά, γι αυτό όταν είναι να πάω να στηθώ, οργανώνομαι -νικώ, παίρνω μαζί μου ξηρά τροφή, πνευματική κυρίως, έξυπνο κινητό με απεριόριστη σύνδεση, τέτοια πράγματα. Αλλά εκείνη την ουρά για την κάρτα Αθηνά, όχι, είπα, η θεά να με προστατεύει, δεν πάω να στηθώ. Θα υπάρχει κι άλλος τρόπος για  αυτοματοποιημένη κάρτα, απ’ αυτόν τον ξεπερασμένο, αυτό το στήσιμο, αυτή την ξορκισμένη ανάμνηση του υπαρκτού που πέρασε στην ανυπαρξία λόγω μεγάλων ουρών και άλλων παρενεργειών. Και πράγματι, λίγες μέρες μετά ανακοινώθηκε ότι μπορούν οι οπαδοί της τεχνολογίας όπως εγώ να συμπληρώσουν μια φόρμα ηλεκτρονικά και να πάρουν έναν κωδικό απ’ αυτούς του διαβόλου με το 666 μέσα, εγγυημένα πράγματα δηλαδή, να πάνε σ’ένα απλό γκισέ ενός απλού σταθμού όπως η Βικτώρια, κι απο κει να περιμένουν να τους έρθει η κάρτα της θεάς με το ταχυδρομείο.
Κι έτσι προσπέρασα πολλές ουρές στους κεντρικούς σταθμούς, μάζεψα τα χαρτάκια μου, φωτοτύπησα το ΑΜΚΑ μου, την ταυτότητα μου, βρήκα και μια ωραία φωτογραφία με καλοκαιρινά, τιράντες και μαυρισμένους ώμους, να μου ανεβάζει το ηθικό, κι ήμουν έτοιμη για κατάθεση. Τόσο απλό. Γιατί γκρινιάζει ο κόσμος; Ούτε καν ακτινογραφία θώρακος δεν μας ζήτησαν, να ξέρουν αν μπαίνει κανείς στο μετρό με προφυματίωση (δίνω ιδέες τώρα;)
Πήραμε και παράταση για το μηνιαίο του Οκτώβρη. Τι κατανόηση εκ μέρους της εταιρίας! Της συγχωρείς και τις ουρές, και το κομφούζιο, και τη σαρδελοποίηση στα λεωφορεία και τρόλεϊ που χειροτερεύει μέρα με τη μέρα ανεξήγητα. Μήπως μοιάζουμε εμείς περισσότερο με σαρδέλες και προκαλούμε τρόπον τινα τη μοίρα μας; Τι να υποθέσει κανείς; Και τα γιωταχί στο μεταξύ σαρδελοποιούνται εξίσου κολασμένα στους δρόμους, κάτι περίεργο συμβαίνει. Κάθε μέρα όμως, τόσο που γίνεται ρουτίνα.
Άρχισαν οι κάρτες να φτάνουν ταχυδρομικώς σε φίλους και γνωστούς οπαδούς της τεχνολογίας, όλα ρολόι, άντε μωρέ γκρινιάρηδες. Σε μένα ήρθε Σάββατο μεσημέρι, βρήκα ειδοποίηση των ΕΛΤΑ κολημμένη στην εξώπορτα της πολυκατοικίας. Τι γύρευα στους δρόμους Σάββατο μεσημέρι, αντί να περιμένω τον ταχυδρόμο σπίτι μου; Αυτά παθαίνουν όσες σουρτουκεύουν. Πρέπει τώρα να πάω στην οδό Κωνσταντινουπόλεως εργάσιμες ώρες, να παραλάβω την κάρτα μου. Δεν ξέρω τι είναι εκεί, ευκαιρία να διευρύνω τις γνώσεις μου. Μέρος δεύτερον της διαδικασίας, ξεκινά αύριο, ή την Τετάρτη, όποτε προλάβω. Αθηνά μου βοήθα.


Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Απληστία

Τι θέλουν τώρα να μας μιλούν για νησιά και παραδείσους, να μας θυμίζουν καλοκαίρι ενώ το Φθινόπωρο δείχνει τα δόντια του. Επιπλέον μας θυμίζουν ποια είναι η δουλειά που οφείλουν να κάνουν οι δημοσιογράφοι αντί να λένε το κοντό και το μακρύ τους, καληώρα. Έρευνες πρέπει να κάνουν, και μάλιστα κόντρα σε πολύ καλά οργανωμένη μυστικότητα που καλύπτει κινήσεις περιουσιών με όλα τα μέσα, περιουσιών που είναι τόσο μεγάλες ώστε δεν αντέχουν να φορολογούνται. Τα χαρτιά του Παραδείσου αρχίζουν να αποκαλύπτονται ως σήριαλ σε εφημερίδες όπως η Μοντ, και ελπίζουμε όλοι ότι θα κάνουν τόσο κακό στη φήμη ανθρώπων που πλουτίζουν από τη φήμη τους, ώστε να τους αναγκάσουν να αλλάξουν τακτική. Γιατί, τι άλλο να ελπίσει κανείς; Ότι ο ΟΗΕ θα αναγκάσει τους φορολογικούς παραδείσους να αλλάξουν νομοθεσία; Δύσκολο. Η εθνική κυριαρχία όλων των κρατών ζει και βασιλεύει, κι αν κάποια θέλουν να βγάλουν το κατιτίς τους περιθάλποντας αναξιοπαθείς δισεκατομμυριούχους, ποιος μπορεί να τους  εξαναγκάσει να το κόψουν; Αυτό είναι το ζήτημα. 
Υπάρχουν λοιπόν ονόματα στο Πάνθεο των εξωτικώς αυτών φοροδιαφευγόντων που θα πρέπει να ταρακουνηθούν, να μεταμεληθούν, να δοκιμαστούν, να ζητήσουν συγγνώμη. Η σύγκρουση του νόμιμου και ηθικού. Υπάρχουν καλλιτέχνες, που όσο κι αν αρέσουν, όσο κι αν φαίνονται ακαταμάχητοι, αποκτούν μια πινελιά  κυνισμού στην πολύτιμη εικόνα τους, όταν μαθαίνουμε  ότι αποφεύγουν τόσο συστηματικά και για τέτοια ποσά να πληρώνουν φόρους. Υπάρχει η βασίλισσα της Αγγλίας. Υποτίθεται ότι στο πρόσωπό της συμπυκνώνει συμβολικά την ίδια τη χώρ της. Πώς είναι δυνατόν να φοροδιαφεύγει λοιπόν το πρόσωπο αυτό; Τι να κερδίσει παραπάνω αυτή που απολαμβάνει όλα όσα υπάρχουν επί της γης της Αγγλίας και της Κοινοπολιτείας; Μια τέτοια αποκάλυψη καταργεί την ίδια την ουσία του θεσμού. Είναι κρίμα, γιατί έχουν τόσο χάζι οι βασιλείς της Αγγλίας, προσφέρουν θέαμα σε όλη την υφήλιο, με την προϋπόθεση όμως ότι εκφράζουν αυτό για το οποίο υπάρχουν, μαζί με την παράδοση, τη συνέχεια της δημοφιλούς ιστορίας. Αν αποδεικνύονται απλοί άνθρωποι στις αδυναμίες τους, που προσπαθούν να γλιτώσουν κανα φράγκο σε φορολογικούς παραδείσους, τι νόημα έχουν πια οι πύργοι και τα άλογά τους, τα καπέλα τους και τα κάγκελα του ανακτόρου τους; Να δούμε τι δικαιολογία θα σκεφτεί η ανθεκτική γραία. Εκτός κι αν θεωρεί ότι είναι υπεράνω αμφισβήτησης και του ίδιου της του ρόλου λόγω ηλικίας, ότι τόσο πολύ έχουμε συνηθίσει να τη βλέπουμε που έγινε ένα είδος γιαγιάς υπεράνω βασιλείας, την υπομένουμε αγόγγυστα και της συγχωρούμε τα πάντα.

Οι αποκαλύψεις αυτές σημασία έχει να μην μας κάνουν  πιο μοιρολάτρες και πιο κυνικούς. Εντάξει, έχουμε παραδεχτεί ότι οι άνθρωποι είναι άπληστοι κι αχόρταγοι σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Έκανε λάθος ο Ρουσώ που πίστευε ότι είναι καλοί εκ φύσεως όταν δεν απομακρύνονται από τη φύση, κι η φιλοσοφική διαπίστωση έχει την αξία της. Το θέμα είναι, έχοντας δεχτεί την αλήθεια για την απληστία,  μπορεί η κοινωνία και οι νόμοι να την χαλιναγωγούν; Όταν οι πάμπλουτοι έχουν τη δυνατότητα να κινούνται έξω από τα πλαίσια της πατρίδας τους, ακόμα κι όταν υποτίθεται ότι είναι η ίδια η πατρίδα τους, όπως η βασίλισσα της Αγγλίας,  πώς ελέγχονται τα μικρά αχαλίνωτα κράτη που τους προσφέρουν ελευθερία χρήματος;  Οι κανόνες και το πώς μπορούν να τηρηθούν είναι το μυστικό. Πώς μπορεί να γίνει ο ΟΗΕ κάτι σαν παγκόσμια ανθρώπινη πατρίδα, μια πατρίδα που θα  λειαίνει τις αδικίες   τις οποίες γεννά η ανθρώπινη φύση;

Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

Σκηνικό ημιτελούς παράστασης


Φωτογραφίζω καμιά φορά στην Αθήνα προσόψεις σπιτιών που από μέσα δεν έχουν τίποτε, χάσκουν τα παράθυρα, φαίνεται ο ουρανός πίσω από τις ξεχαρβαλωμένες περσίδες. Αλλά τα σπίτια δεν γκρεμίζονται, θα είναι φαίνεται χαρακτηρισμένα νεοκλασικά από το υπουργείο ΠΠΟ και άρα διατηρητέα, και άρα οφείλουν να διατηρηθούν, αλλά τα άτιμα δεν διατηρούνται, καταρρέουν από μέσα προς τα έξω. Πόσο θ’ αντέξουν να μένουν έτσι, πότε θα πέσουν πάνω στα στηρίγματα που περιμένουν από κάτω υπομονετικά, να κουραστούν οι τοίχοι, να νικήσουν αυτόν τον παράξενο νόμο για τα διατηρητέα; Ήρεμη πάλη σοβεί στα ερείπια, κι όπως τα βλέπω απομονωμένα στο κάδρο, σα να σαρκάζουν κι αυτούς που τα έφτιαξαν κάποτε για να στεγαστούν σε φιλόδοξο πλαίσιο, κι αυτούς που τα παράτησαν και περιμένουν τώρα την πτώση τους.
Μοιάζουν  με σκηνικό, έτσι όπως στέκονται μπροστά στο κενό, έτσι όπως επικίνδυνα ισορροπούν, σκηνικό ενός έργου που δεν ανέβηκε ποτέ, ή που όταν παιζόταν κανένας δεν πρόλαβε να το θαυμάσει, κανένας που να θυμάται. Κάποιοι αποφάσισαν να χτίσουν μια χώρα φιλόδοξη, ένα καινούργιο κράτος με σπουδαίες αρχαίες περγαμηνές, οραματίστηκαν αγνότητα, αναβίωση, γύψινες καρυάτιδες σε ιδιωτικές κατοικίες, γλάστρες υπό τύπον υδρίας και δεν ξέρω τι άλλη παραξενιά, τι άλλη μεταφορά σβησμένων σχεδίων, πολύ οργανωμένο πάντως, μόνο κάτι λεπτομέρειες τεχνικές είχαν ξεχαστεί, αποχέτευση ξέρω γω, ή πεζοδρόμια, τέτοια άχαρα πράγματα που κανένας δεν γουστάρει ν’ ασχολείται. Και στηνόταν το σκηνικό από τη μια και ξηλωνόταν ήδη από την άλλη, πριν προλάβει να ολοκληρωθεί. Το ξεφορτώνονταν οι απόγονοι, ακόμα κι οι ίδιοι που το είχαν πρωτοστήσει το ξεφορτώνονταν, μέχρι που τρόμαξε το κοινό, ο θιασάρχης είπε στοπ, διατηρητέο ό,τι ξέμεινε. Να μας κοιτάει όσο αντέχει, να θυμόμαστε τα μεγαλεία.
 Θέλουμε να ζήσουμε αλλιώς, λαϊκά, τσαμπουκαλήδικα, με σκληρότητα και περιφρόνηση προς το τι βλέπει ο περαστικός, αδιάφορα, μάγκικα, κι έχουμε αυτό το σκηνικό να μας ξεβολεύει, να θυμίζει εκλεπτυσμένα όνειρα παραστρατημένων προγόνων.



Φως στην άκρη του τούνελ

Έπρεπε να το ψυλλιαστώ όταν μπήκα στο βαγόνι βιαστικά, και το τραίνο δεν ξεκινούσε. Κόσμος, πήχτρα, μέσα κι έξω στο σταθμό της Βικτώριας. ...