Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Αχ, κύριε, κύριε Φασουλή, κατέβα λίγο απ' το ταξί...


Κυψελιώτες στην Ακρόπολη

ΚάθεΤετάρτη διαβάζω τον Σταμάτη Φασουλή στα ΝΕΑ. Έχει ωραία πένα, λυρική, νομίζω ανακάλυψε ένα καινούργιο του ταλέντο γράφοντας στην εφημερίδα. Χτες έγραφε για μια βόλτα που έκανε στην Κυψέλη και είδε πως γκρεμίζεται το σινεμά Αττικα στην πλατεία Αμερικής. Του έρχονταν στο μυαλό στίχοι, του ερχόταν ένας στίχος του Γκάτσου απο ένα μάλλον άγνωστο τραγούδι του Μούτση: "Στη Φωκίωνος Νέγρη, Λιβανέζοι και νέγροι" Είδε πολλούς μαύρους στο δρόμο. Θα μπορούσε και να του αρέσει, έγραψε, αλλά δεν του άρεσε, του θύμισε το Χάρλεμ. Έφυγε απο την Κυψέλη με τη σκέψη ότι το σινεμά αυτοκτόνησε μόνο του απο απελπισία. Γι αυτά όλα έγραψα την άλλη μέρα αυτό το "Αναλώσιμο" στα ΝΕΑ κι εγώ:

Αχ κύριε, κύριε Φασουλή,

 Για κατεβείτε απ' το ταξί

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 30 Σεπτεμβρίου 2010


Με τη µέση τυλιγµένη στην ορθοπεδική ζώνη σάς διάβαζα χτες, κύριε Φασουλή, όπως κάνω κάθε Τετάρτη, κι απολάµβανα το ωραίο σας ποιητικό ύφος. Αλλά οι σουβλιές του λουµπάγκο εντάθηκαν µόλις διάβασα ότι περάσατε µε ταξί από την Κυψέλη, κι είδατε µόνο µαύρους. Πότε σας συνέβη αυτό, αγαπηµένε κύριε Φασουλή, εγώ πού ήµουν; Εγώ που είµαι κάθε χρόνο πιο λευκή από τον προηγούµενο, διότι, ξέρετε, ασπρίζουν και τα µαλλιά µου. Με καθήλωσε η πονεµένη µέση στο κρεβάτι, και σας άφησα στην Πλατεία Αµερικής µόνο, µε το γκρεµισµένο Αττικα… Οµως να ξέρετε, θα έφταιγε ο κακός φωτισµός. Εχουµε πολλούς λευκούς στη γειτονιά, µερικούς χιονάτους µάλιστα, κάτι Πολωνούς και Πολωνές ας πούµε που νοµίζεις ότι πέρασαν από χλωρίνη. Βέβαια το µαύρο υπερτερεί στα γονίδια, κι όταν οι Πολωνές παντρεύονται µαύρους κάνουν παιδιά πιο µελαχρινά κι από Ελληνες, οπότε σκουραίνουν τα πράγµατα. Ναι, οι Πολωνές παντρεύονται µαύρους, στην Κυψέλη συµβαίνει και αυτό. Ξέρω µια που έχει παντρευτεί δυο φορές, από τον πρώτο γάµο έχει ένα κατάλευκο παιδί, µε γαλάζια µάτια και ξανθά µαλλιά, από τον δεύτερο γάµο, µε τον µαύρο, έχει ένα σκούρο παιδί, µιλάνε µεταξύ τους πολωνέζικα και µε µας ελληνικά κι είναι να τρελαίνεσαι µε την πολυχρωµία και την πολυγλωσσία τους. Αν έχετε πρόχειρο κανένα στίχο του Γκάτσου για την περίσταση, θα τον χρειαστώ.
Πάντως, κρίµα που δεν κατεβήκατε από το ταξί καθόλου, να πλησιάσετε το γκρεµισµένο Αττικα, γιατί θα σας ψιθύριζε ότι το γκρέµισαν οι ιδιοκτήτες του, όπως όλα τα παλιά σπίτια της Κυψέλης, για να κερδίσουν από τη γη τα µέγιστα, όπως σε ολόκληρη την Κυψέλη. Μάλλον λευκοί Ελληνες δηλαδή, αλλά µέσα στο ταξί κανείς παθαίνει κι αχρωµατοψία.

White and black


Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

Κυνόδοντας

(ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 28 Σεπτεμβρίου 2010 http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4596356


Αφού η Ελλάδα απέκτησε τόση δηµοσιότητα µε την κρατική της οικονοµική καταστροφή, κι αφού απασχόλησε πολύ κόσµο για το πώς και το τι, ίσως αξίζει να κερδίσει κι ένα Οσκαρ για τον «Κυνόδοντα».
Αυτή η παράξενη ταινία, που λένε ότι έχει ίδια υπόθεση µε µια παλιά µεξικάνικη, και έχει κερδίσει πολλά βραβεία ώς τώρα, εξηγεί πολλά για την ελληνική ψυχοσύνθεση. Είναι βέβαια αφηρηµένη, διηγείται ένα περιστατικό που θα µπορούσε να συµβεί οπουδήποτε, δεν έχει ούτε ένα τοπικό γνώρισµα πέρα από τη γλώσσα, κι όµως µοιάζει µε βυθοσκόπηση της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Αυτό το κλειστό σπίτι µε τα παιδιά που δεν τα αφήνουν να βγουν στον κόσµο είναι τόσο χαρακτηριστικά ελληνικό.
Παράξενο κι αντιφατικό βέβαια, τώρα που πολλές οικογένειες προσπαθούν να στείλουν τα παιδιά τους σε χώρες µε µεγαλύτερη αξιοκρατία και καλύτερες ευκαιρίες µόρφωσης και δουλειάς, αλλά το κλείσιµο στο στρείδι της φαµίλιας και του αλλοιωµένου της συστήµατος αξιών δεν αλλάζει ακόµα και για πολλούς που ταξιδεύουν µέχρι την άλλη άκρη του κόσµου. Αυτή η κλειστή οικογένεια είναι η ιδεολογία µας, ο τρόπος που αντιµετωπίζουµε την υφήλιο. Είναι η εξωτερική µας πολιτική, αν και δεν την υποπτεύονται όσοι γνωρίζονται µόνο µε τους διπλωµάτες, όπως είναι στο έργο ο πατέρας. Αλλά πάνω απ' όλα η τερατώδης αυτή κατάσταση θυµίζει έντονα τον τρόπο που µεγαλώνουµε τα παιδιά µας. Αν µπορούσαµε ίσως όλοι θα τα κλείναµε σ' ένα σπίτι και θα τα εµποδίζαµε να µεγαλώσουν, θα εξαφανίζαµε τις πιθανότητες να χρειαστεί να συγκρουστούν µε τον κακό µεγάλο κόσµο.
Αλλά δεν µπορούµε, οπότε τα βγάζουµε στον κακό µεγάλο κόσµο θρηνώντας από πριν για τα κακά που θα τα βρουν, πείθοντάς τα ότι θα είναι θύµατα, ευνουχίζοντάς τα εξαρχής µε την τροµερή µας κλάψα.

Πριν μήνες είχα δει μια άλλη ελληνική ταινία που δεν έχει ελπίδες να διακριθεί έτσι. Αφηγείται κι αυτή ιστορίες του κλειστού μας κόσμου:
 Εννοώ την τελευταία ταινία του Χούρσογλου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Είναι η πρώτη στην οποία παίζει, και παίζει πολύ καλά. Ο διαχειριστής του είναι ένας γλυκός σαρανταπεντάρης εκσυγχρονιστής. Αναλαμβάνει απο καθήκον την πολυκατοικία της μάνας του, εκείνη τα έχει κάνει θάλασσα. Πήρε λεφτά, πλήρωσε - ή μήπως δεν πλήρωσε;- έναν υδραυλικό για να φτιάξει τις αποχετεύσεις, δεν εχει αποδείξεις και οι αποχετεύσεις έχουν πάλι χαλάσει. Πάει ο γιος της στον υδραυλικό, φίλο του πατέρα του, τον γδέρνει και τον ξεγελά. Πάει να τα φτιάξει μόνος του, τα κάνει χάλια. Και πλημμυρίζουν στα σκατά. Κανένας δεν κατάλαβε ότι είχε καλές προθέσεις και ότι ήθελε να κάνει μια καινούργια τιμια αρχή. Μόνο μια κοπέλα στο φυτώριο όπου αγόρασε μπουκαμβίλιες για τον ακάλυπτο. Αυτή όμως τόσο καλά το κατάλαβε που τον ερωτεύτηκε, Κι έμπλεξε χειρότερα ο διαχειριστής μας, δεν μπορεί να διαχειριστεί τίποτα, ούτε την οικογένεια του, ούτε κανέναν.
Πώς να μη θυμάμαι τι τράβηξα εγώ σαν διαχειρίστρια βλέποντας το; Τι κερατιάτικα πλήρωσα και τι διασυρμό υπέστην... Ευτυχώς βρέθηκε κάποια άλλη που ήθελε να είναι βασίλισσα της πολυκατοικίας, όπως η μάνα του διαχειριστή στο έργο, και ανέλαβε στη συνέχεια. Ίσως να βρήκε μπροστά της θεσμούς πιο ξεκάθαρους, τι να πώ.
Φυσικά τον άλλον που σκεφτόμουν ήταν ο Σημίτης. Διαχειριστή τον ανέβαζαν, λογιστή τον κατέβαζαν. Οι άλλοι βλέπεις ήταν υψιπετείς. μεγαλειώδεις, ιδεολόγοι, κλπ κλπ Κι ως λογιστής και διαχειριστής πήρε τη χλεύη και την αχαριστία και πήγε σπίτι του.
Αχ να είχαμε άλλον έναν διαχειριστή να τα βγάλει πέρα με τα σκατά που μας πλημμύρισαν, έναν λογιστή με μπλοκάκι να τα βάλει κάτω και να βρει την άκρη στο μπουρδέλο που βρεθήκαμε...

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

Πολιτικοί και δημοσιογράφοι

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου, το καθημερινό χρονογράφημα στα ΝΕΑ έχει θέμα το Πόθεν έσχες των βουλευτών:

[ ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ ] Μια καλή πηγή πλουτισµού

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 27 Σεπτεμβρίου 2010


Ο ένας πλούτισε από τον γάµο του, ο άλλος από κληρονοµιά. Το πόθεν έσχες των βουλευτών µπορεί να εντυπωσιάζει για το έσχες, αλλά ακούγεται πολύ µπανάλ ως πόθεν. Οι περισσότεροι έχουν να δώσουν µια ερµηνεία συνηθισµένη και αναµενόµενη στην απορία των ψηφοφόρων για το πώς κατάφεραν να αποκτήσουν ακίνητα, να αυξήσουν τις καταθέσεις τους, κ.λπ. κ.λπ. Δηλαδή απλώς στο πρόσωπό τους έγιναν πραγµατικότητα τα όνειρα πολλών κοινών θνητών για µεγάλες κληρονοµιές, καλούς γάµους, τέτοια πράγµατα.
Μερικοί είναι πιο πρωτότυποι και πιο αυτοδηµιούργητοι, όπως ας πούµε ο κ. Αρης Σπηλιωτόπουλος που αύξησε πολύ τις καταθέσεις του τα τελευταία χρόνια. Πώς τα κατάφερε; Το «Βήµα» έγραφε χτες ότι στην ιστοσελίδα του ο ίδιος ο πρώην υπουργός εξηγεί το εξής: «Το µεγαλύτερο µέρος των καταθέσεών µου προέρχεται από αγωγές που έχω κάνει σε δηµοσιογράφους και ΜΜΕ, και τις έχω κερδίσει. Είµαι σίγουρος ότι αυτοί που σχολιάζουν τις καταθέσεις µου το θυµούνται καλά».
Μα πόσες αγωγές έκανε σε πόσους δηµοσιογράφους και πόσα πήρε από τον καθένα για να εµφανίζει τόσο µεγάλη άνοδο, θα αναρωτηθεί κανείς, αλλά καλά θα κάνει να προσέχει οτιδήποτε γράψει στη συνέχεια και κυρίως µε τι τρόπο θα το γράψει. Γιατί µπορεί να µην το πιστεύετε, αλλά όταν ένας πολιτικός κάνει αγωγή σε εφηµερίδα και δηµοσιογράφο, ζητά εκατοµµύρια και εκατοντάδες χιλιάδες. Με όλη τους τη δηµοκρατική ευαισθησία, οι πολιτικοί δεν σκέφτονται πως στερούνται κάτι οι πολίτες αν εκείνοι κατορθώσουν να συντρίψουν οικονοµικά µια εφηµερίδα ή έναν δηµοσιογράφο. Ετσι περήφανα δηλώνουν πως έχουν πάρει αποζηµιώσεις από τα ΜΜΕ, βέβαιοι ότι θα τους θαυµάσουµε. Ισως και να έχουν δίκιο, τα ΜΜΕ να θεωρούνται ακόµα οι βαθύπλουτοι δαίµονες τους οποίους οι έξυπνοι πολιτικοί καταγγέλλουν και αποζηµιώνονται. Ισως και όχι.
----------------------------------------------------------------------------
Το θέμα λοιπόν ήταν αυτό,και μου έκαναν εντύπωση τα σχόλια στο Facebook. Το πιο χαρακτηριστικό έλεγε: "Συμφωνώ με τη τακτική ορισμένων πολιτικών να μυνήουν τους mainstream δημοσιογράφους (των νέων λχ.) των mainstream μέσων. Στην ουσία πρόκειται για "μετάγγιση" μεταξύ των κομμάτων. Έτσι είναι, το χρήμα πρέπει να κυ...κλοφορεί, και να μη μένει στάσιμο" Κι αρκετά ήταν στο πνεύμα αυτό. Δηλαδή, στο ματς, ας το πούμε έτσι Πολιτικοί- Δημοσιογράφοι, το κοινό αίσθημα πάει με τους πρώτους. Το αν κινδυνεύουν να κλείσουν εφημερίδες απο τα πρόστιμα και τις αποζημιώσεις που κερδίζουν οι πολιτικοί εναντίον τους δεν φαινεται να ανησυχεί κανέναν. Έχουν τόσο δυσφημιστεί και ταυτόχρονα μυθοποιηθεί, οι εφημερίδες που μπορεί κανείς να τους κάνει αφαίμαξη κατά βούληση, όσο περισσότερα βγάλει τόσο πιο μάγκας θα είναι. Την αντίληψη ότι χρειάζονται σε μια Δημοκρατία, δεν τη βλέπουμε πουθενα.
Διαπιστώνω ότι η συκοφαντική δυσφήμιση των πολιτικών εναντίον των δημοσιογράφων έχει νικήσει κατά κράτος. Και δεν μπορείς απο πουθένά να πάρεις αποζημίωση.

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

Περαίωση, οπως Περαία μου, Περαία σου...

[ ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ ] Περαίωση, περαίωση, µε το Πασαλιµάνι…

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα ΝΕΑ : 15 Σεπτεμβρίου 2010


Την πρώτη φορά που είχε έρθει το χαρτί της Εφορίας για περαίωση στη ζωή µου, ήµουνα µικρή κι αθώα. Τι σηµαίνει αυτό, πήγα και ρώτησα στην Εφορία, και µου εξήγησαν ότι ζητάνε χρήµατα για να µην κάνουν έλεγχο στα βιβλία µου. Ξενύχτησα να τα σουλουπώσω, και την άλλη µέρα τα φορτώθηκα και τους τα πήγα να τα ελέγξουν. Είχαν γελάσει πολύ οι άνθρωποι, αν και δεν µου εξήγησαν τον λόγο. Δεν τα άνοιξαν πάντως τα βιβλία µου, τα πήρα πίσω πικραµένη σα µαθήτρια που πήγε διαβασµένη στις εξετάσεις και οι καθηγητές δεν ενδιαφέρθηκαν να την ρωτήσουν τίποτε. Αυτό το σύνδροµο της µαθήτριας που φοβάται µήπως κάνει κάποιο λάθος στα τετραδιάκια της θα πρέπει να µε κυνηγάει, γιατί έκτοτε πληρώνω κάθε φορά που η Εφορία απειλεί µε έλεγχο βιβλίων. Ετσι συµβουλεύουν οι ειδικοί. Μα γιατί, απορώ πάντα, αφού είµαι εντάξει στις υποχρεώσεις µου, να πληρώσω σα να µην ήµουν; Μου εξηγούν ότι η Εφορία χρειάζεται εισπράξεις, κάπως σαν τον πεινασµένο δράκο που βγαίνει παγανιά για ανθρώπινο κρέας, κι αν ψάξει καλά τα βιβλία µου κάποιο λάθος µπορεί να βρει, οπότε θα πληρώσω πρόστιµο µεγαλύτερο.

(Κάθε τόσο προτείνει η στήλη να µπει µάθηµα συµπλήρωσης βιβλίων εσόδων εξόδων στα γυµνάσια, αλλά κανείς δεν ακούει.) Υπάρχει µια κατηγορία εργαζοµένων που πάντα πληρώνει φόρους, όµως η Εφορία, που θεωρεί όλον τον κόσµο φοροφυγά, της φέρεται χειρότερα από ό,τι στους φοροφυγάδες.

Την βάζει να πληρώσει παραπάνω, προσβάλλοντάς την κιόλας ως ύποπτη. Δεν µπορείς όµως να κάνεις αγωγή στην Εφορία για προσβολή ή συκοφαντική δυσφήµηση, όπως στις εφηµερίδες. Να κάψω τα βιβλία, λέει, που τόσα χρόνια παρακολουθούν τις πληρωµές µου, που µοχθώ να συγγράψω; Δεν είναι ύβρις τουλάχιστον

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

Eλάτε στο πάρκο βόλτα! (πεδίο του Άρεως)


 Ίδιο και διαφορετικό, μισοφτιαγμένο, μας υποδέχεται το Πεδίο του Άρεως ξανά, μετά από χρόνια στέρησης. Καινούργιο και μαζί γνώριμο, πώς αντέξαμε τόσον καιρό χωρίς αυτή τη βόλτα; Γι αυτό κοντέψαμε να πάθουμε κατάθλιψη εδώ στη γειτονιά και δεν ξέραμε τι μας έφταιγε. Το πράσινο των παιδικών μας χρόνων, και των εφηβικών, και όλης της ζωής μας, επιτέλους ξαναγύρισε. Σα να γνωρίζω ένα- ένα τα φυλλαράκια που ξαναβλέπω, αλλά θα είναι ψευδαίσθηση.
Στα δρομάκια του τώρα ανάβουν φώτα μόλις πέσει η βραδιά, είναι πανέμορφο και ηρεμιστικό. Στη θέση του παλιού σιντριβανιού υπάρχει ένα καινούργιο, μοντέρνο, το νερό βγαίνει κατευθείαν από το έδαφος. Ένας φύλακας όλη τη μέρα προσπαθεί να απομακρύνει από εκεί τα παιδιά με σκέιτ και ποδήλατο. Ίσως φοβάται πως αν βραχούν οι μαμάδες θα τα βάλουν μαζί του. Και πιο πάνω τα διώχνουν, περνάει κόσμος, ενοχλούν τα σκέιτ. Πού να πάνε τα παιδιά; Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε ράμπα για σκέιτ, αλλά φαίνεται πως ήταν κάτι αφόρητα πρωτοποριακό για μια πόλη σαν την Αθήνα. Με υστερίες και προσφυγές στο Συμβούλιο Επικρατείας, κατάφεραν οι δήθεν περίοικοι να μη γίνει η ράμπα. Τι τους πείραζε; Άβυσσος η ψυχή του περίοικου που μπορεί να καθυστερεί σαδιστικά ένα ολόκληρο πάρκο.

παρτέρια με λουλουδια είχαμε να δούμε δεκαετίες
Είχα δει το μηχανικό των εργασιών της ανάπλασης να προσπαθεί να εξηγήσει σε μερικούς περίοικους, από αυτούς που είχαν υποστηρίξει τις προσφυγές, τα σχέδια του Τομπάζη και το πόσο οικολογικά ήταν, κι είχα θαυμάσει την ψυχραιμία του. Οι επαναστατημένοι νεαροί και νεαρές, καθώς και πολλοί λιγότερο νεαροί και νεαρές, έβριζαν, φώναζαν, τον εμπόδιζαν να μιλήσει, έκαναν με δυο λόγια τη μεγαλύτερη δυνατή επίδειξη υστερίας που μπορούσαν, ενώ εκείνος συνέχιζε να μιλάει σα να είχε μπροστά του κανονικούς συνομιλητές.
Τέλος πάντων, μετά από μερικούς συμβιβασμούς, και μεγάλη καθυστέρηση, φαίνεται ότι το πάρκο τελειώνει. Μόνο που μέσα στους συμβιβασμούς ήταν και η κατάργηση της ράμπας για σκέιτ από τα σχέδια. Η επανάσταση των περιοίκων είχε αρχίσει από πολύ συντηρητικούς γηραιούς κύριους που ενοχλούνται βλέποντας νεαρούς με πατίνια, οι οποίοι στο μεταξύ πλαισιώθηκαν από συγκρουσιακούς Εξαρχειώτες. Αλλά τη ράμπα τελικά την έφαγε η μαρμάγκα.
Tο παλιό σιντριβάνι ήταν μια λιμνούλα με βράχια και γύρω γρασίδι. Το καινούργιο σε καλεί να παίξεις με το νερό, στον καύσωνα θα μπορούμε να περνάμε ανάμεσα στους πίδακες. Φαντάζομαι ότι ο αρχιτέκτονας θα το παρουσίαζε με μια θεωρητική άποψη για κατάργηση των ορίων ανάμεσα σε μας, το νερό, τη βόλτα, κλπ.
Τα παιδιά κάνουν πατίνι παντού, κι οι φύλακες περνάνε την ώρα τους να τα κυνηγάνε. Μπορεί να βραχούν, να τρομάξουν και να πέσουν αν το νερό τιναχτεί απότομα. Δύσκολο πράγμα να καταργείς τα όρια, ειδικά στα σημερινά παιδιά που τα έχουν ανάγκη.
Αυτό το παιχνίδι με τα όρια του σιντριβανιού, είμαι περίεργη, πόσο καιρό θα το αντέξουμε και πού θα μας οδηγήσει. Από την άλλη μεριά, γύρω από το πάρκο φτιάχνουν περίφραξη, εκεί οι ιδέες περί ορίων είναι διαφορετικές από των αρχιτεκτόνων που ζούνε σε μια ανώτερη σφαίρα.
Ο ροδώνας
Το παλιό σιντριβάνι το θυμάμαι από μικρό παιδί. Εκείνο είχε όρια, ένα κύκλο με γρασίδι και μέσα μια μικρή λιμνούλα που περιβαλλόταν από –μάλλον- ψεύτικα βράχια. Όταν ήμουν μικρή αυτά τα βράχια μου φαίνονταν πολύ ατμοσφαιρικά. Φανταζόμουν έναν ολόκληρο υπόγειο κόσμο από κάτω,  όπου τα βράχια θα συνεχίζονταν σε ένα σκοτεινό τοπίο, το οποίο το φώτιζα κατά βούληση, να μοιάζει πότε με τη σπηλιά του Αλί Μπαμπα, πότε με τη Σιστέρνα της Κωνσταντινούπολης,  πότε με μπαρόκ αίθουσα χορού, ανάλογα το παραμύθι στο οποίο πρωταγωνιστούσα κάθε φορά. Σε όλα το έσκαγα νοερά από τον επάνω τούτο κόσμο βουτώντας μέσα στον κύκλο των βράχων, που για μένα ήταν μαγικός. Ήταν μια πολύ ευχάριστη απασχόληση στην οποία μπορούσες να επιδίδεσαι με ακινησία,  το ιδανικό της διαπαιδαγώγησης της γενιάς μου και κυρίως του φύλου μου.
Εννοείται ότι δεν σκέφτηκα να φωτογραφήσω το παλιό σιντριβάνι πριν το χαλάσουν για να φτιάξουν το καινούργιο. Για μένα ήταν ένα τοπίο σίγουρο, είχε επιβιώσει από την ανοικοδόμηση της Αθήνας ολόκληρης, και δεν φαντάστηκα ότι θα εξαφανιζόταν στα καλά καθούμενα, ακόμα κι όταν το πάρκο έκλεισε για ανακαίνιση. Τώρα το ψάχνω σε παλιές φωτογραφίες, μήπως υπάρχει τυχαίο φόντο. Μπορεί να μην ήταν τίποτα σπουδαίο. Αλλά αν είχε λίγη φήμη, αν είχε πείσει ας πούμε ότι κάποιος σπουδαίος το έφτιαξε, αν συμμετείχε σε τίποτε γυρίσματα, θα βρισκόταν τώρα στη θέση του ακόμα.
Δεν πειράζει όμως. Το πάρκο έχει γίνει πανέμορφο. Έχει ροδώνα. Τον βρήκαν στα σχέδια, πνιγμένο στην αδιαφορία χρόνια ολόκληρα, ούτε μείς δεν τον ξέραμε, και τον ξανάφτιαξαν με ένα τεχνητό ρυάκι στη μέση. Ένα όνειρο. Παθαίνει πολιτιστικό σοκ ο αθηναίος που έχει συνηθίσει να τον χλευάζουν (και να χλευάζει ) οι δημόσιοι χώροι. Κι άλλο ένα ρυάκι κοντά στη μεγάλη αλάνα του Άλσους, το οποίο ακόμα δεν τέλειωσε, αλλά όλη εκείνη η άσφαλτος μπροστά του έχει μαζευτεί. Ένα ρυάκι με γεφυράκια, που ακολουθεί την κατηφοριά του εδάφους. Ούτε κι αυτό τέλειωσε ακόμα, αλλά γίνεται ονειρεμένο.
Μάλλον αρρώστησε ο φοίνικας αυτός
Οι παλιές τουαλέτες ανακαινίστηκαν. Ελπίζω να λειτουργήσουν, όχι απλώς να βάφτηκαν και να μείνουν κλειστές. Εκείνες οι χημικές που είχαν βάλει στα τελευταία του ήταν ακόμα μια προσβολή στον πολίτη που διαβαίνει κι άλλο πράγμα ζητάει να βρει.
Το θέμα είναι τώρα να βρείτε τις εισόδους. Η μια είσοδος είναι από την Αλεξάνδρας, το άγαλμα του Κωνσταντίνου. Η άλλη, δίπλα στη Γεωγραφική Υπηρεσία Στρατού, αν περάσεις ανάμεσα σε έναν τοίχο που φτιάχνουν τώρα, το κοντέινερ του ΕΚΑΒ και μια ακόμα περίφραξη. Θα έλεγε κανείς που θα δυσκολευόταν ο κόσμος να τις βρει, όμως το πάρκο γέμισε αμέσως. Ήταν το τρίτο καλοκαίρι που πέρασε κλειστό, νισάφι πια! Τα δειλινά πλημμυρίζει μικρούς και μεγάλους, παιδιά, ποδήλατα, σκυλιά, γιαγιάδες και παππούδες.
Σε εποχή χρεοκοπίας και λιτότητας, θα τα καταφέρει να τελειώσει και να συντηρηθεί; Ελάτε στο πάρκο βόλτα, η παρουσία μας το προστατεύει. Ελάτε, περπατήστε, θαυμάστε το και φροντίστε το, μην το γεμίσετε σκουπίδια, μάθετε στα παιδιά σας να σέβονται τα λουλούδια, τα παρτέρια, τα άλλα παιδιά, τους μεγάλους, τη φύση, είναι ένας χώρος εκπαίδευσης μεταξύ άλλων. Παλιά τα σχολεία έφερναν βόλτα τους μαθητές και τους ξαμολούσαν, ελπίζω να μπαίνουν στον κόπο οι καθηγητές τώρα να μαθαίνουν κάτι στα παιδιά.
Φέρτε τα παιδιά σας εδώ. Ελάτε κι οι μεγάλοι να ξαναβρείτε το δημόσιο χώρο, την έννοια του πάρκου, τον αυτοσεβασμό σας και ίσως κάποιο σεβασμό για τα κοινά αγαθά που ξεχάσαμε ότι μπορούμε να τα απολαμβάνουμε από κοινού, κυνηγημένοι από τον πανικό πως οι άλλοι θα μας ρίξουν απλώς, πως η κοινωνία μας απειλεί, και τίποτε περισσότερο.

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

To ταξίδι στην Τουρκία, φωτογραφίες και σκέψεις

Το πρόσωπο της Μέδουσας που θα έπρεπε να σε πετρώνει.
Ένα ταξίδι στην Τουρκία είναι κατ' αρχήν ύποπτο. Ο προαιώνιος εχθρός, για να μπορεί να παίζει σωστά το ρόλο του σαν εχθρός, πρέπει να είναι άγνωστος για να επενδύεται φοβικά με κάθε αρνητικό στερεότυπο. Αν γνωρίσεις τον άλλον απο κοντά, στην καθημερινότητα και τη ζωή του, αν πάψει πια να είναι η προσωποποίηση του διαβόλου, υπάρχει ο κίνδυνος να ξεπεράσεις την έχθρα σου, να αισθανθείς ακόμα και αισθήματα φιλικά. Και τότε στο πρόσωπό σου ως πολίτη θα πάει χαμένη όλη η δουλειά που έχουν κάνει στο μυαλό σου, παιδιόθεν, τα συντηρητικά στοιχεία του εκπαιδευτικού συστήματος, οι συντηρητικοί και εθνικιστές πολιτικοί, οι αντίστοιχοι δημοσιογράφοι, οι προπαγανδιστές του μιλιταρισμού, ένα σωρό άνθρωποι, ένας κόσμος ολόκληρος που ζει απ' αυτές τις δουλειές.
Γι αυτό έρχεται η ερώτηση: Πού πας ρε Καραμήτρο;
Το πρόσωποτης μέδουσας, όχι, ένας αγριος σουλτάνος είναι
Ωστόσο όλο αυτό το ελληνοτουρκικό σούρτα φέρτα που άρχισε απο τους σεισμούς και μετά, αν και φάνηκε να μετατοπίζει τον άξονα του προσανατολισμού των ελληνοτουρκικών σχέσεων κάποιες ελάχιστες μοίρες προς το ειρηνικότερο, δεν απείλησε σοβαρά ούτε τους εξοπλισμούς, ούτε τα γενικότερα στερεότυπα. Στο ενδεχόμενο να ξεπεράσει κάποιος το φόβο του γνωρίζοντας τους Τούρκους από κοντά, υπάρχουν έτοιμες αντεπιθέσεις δεύτερου επιπέδου. Οι Τούρκοι είναι πονηροί, σου λένε αμέσως αν πεις ότι ταξίδεψες στη Τουρκία και βρήκες  ευγενικούς τους Τούρκους. Οι Τούρκοι έχουν κακό σκοπό, γι αυτό είναι ευγενικοί. Προσπαθούν δηλαδή να σε ξεγελάσουν και να αποκτήσουν έναν πράκτορα στο εχθρικό έδαφος, εσένα που θα τους επαινείς υποσκάπτοντας την αυτοπεποίθηση του λαού σου!
Οπότε πρόσεχε πώς μιλάς, πρόσεχε τι κάνεις, πρόσεχε τι σκέφτεσαι! Μήπως η συμπάθειά σου προς τους ανθρώπους αυτούς είναι εθνικά ύποπτη;
Στα κείμενα που έγραψα στα ΝΕΑ πήρα ένα ή δυο σχόλια πολύ ενδεικτικα. Οι σχολιαστές έβρισκαν ότι δεν είχα αρκετό πάθος στην περιγραφή της προσφυγιάς των προγόνων μου. Χρησιμοποίησα το ρήμα "έφυγαν" και δεν τους φάνηκε πολύ αιμοβόρικο. Τους θυμισε λέει, "συνωστισμό"
Μιλάμε τώρα για κάτι που συνέβη στον πατέρα μου και τους δικούς του, τη γιαγιά μου, τις θείες μου. Για ιστορίες που ακούω από μωρό παιδί απο τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους, που μόνο η θύμηση του ήχου της φωνής τους μου φέρνει δάκρυα στα μάτια, τώρα που πια κανείς τους δεν ζει. Αλλά ο αναγνώστης που με βρίζει, ξέρει καλύτερα. Αισθάνεται με ασφάλεια πιο πατριώτης, με ελέγχει για την έκφρασή μου. Δεν τα είπα καλά, του θυμίζω την ανίερη Ρεπούση!
Παιδάκια στον Τσεσμέ. Μην τα βλέπεις έτσι μικρά, μεγαλώνουν...
Λοιπόν, λυπάμαι για τους υπερπατριώτες που όλο σφαγές ονειρεύονται, αλλά οι δικοί μου έφυγαν απο την πατρίδα τους χωρίς σφαγές και πυρκαγιές. Τους έδιωξαν βεβαίως, επειδή είχε χαθεί ο πόλεμος που ο ελληνικός στρατός είχε ξεκινήσει. Αλλά ο τόπος τους ήταν μακριά απο τη Σμύρνη, ποτέ δεν είχε φτάσει εκεί ο ελληνικός στρατός, κι έτσι δεν είχαν ανάψει τα πάθη εκείνα που οδήγησαν αλλού σε τρομερές βιαιοπραγίες. Έφυγαν σχεδόν ειρηνικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πόνεσαν και δεν έκλαψαν, ότι δεν άφησαν πίσω τους μια ζωή ολόκληρη με τρόπο που ακόμα μας στοιχειώνει εμάς, τα παιδιά τους. Όμως το πώς συντηρείς και μεταχειρίζεσαι τον καημό σου και τις αναμνήσεις σου μπορεί να μη συμπίπτει με το πιο διαδεδομένο στερεότυπο.
Το ταξίδι που έκανα φέτος στην πατρίδα του πατέρα μου, που συμβαίνει να είναι επίσης η πιο μεγάλη, η πιο δυνατή γειτονική μας χώρα, ο μέγας εχθρός, το φόβητρο που μας αναγκάζει να πληρώνουμε τα ακριβότερα όπλα της Ευρώπης, με έμαθε περισσότερα πράγματα για την Ελλάδα, ή ας πούμε πως με βοήθησε να καταλάβω πολλά. Προσπάθησα να καταλάβω λίγα και για την Τουρκία. Ας πούμε ότι ξεκίνησα τη γνωριμία μου μαζί της. Μια γνωριμία που καθορίζεται απο το γεγονός ότι είμαι κόρη πρόσφυγα που υπήρξε τουρκόφωνος στα παιδικά του χρόνια, κι αν δεν έμαθα ως παιδί παρά να μετράω ως το δέκα στα τούρκικα, κάθισα μεγαλώνοντας και προσπάθησα να μάθω πέντε κουβέντες για να μπορώ να συνενοούμαι.
Σμύρνη, οι φτωχογειονιές προς τα έξω
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ταξιδεύει κανείς στην Τουρκία απο την Ελλάδα. Πολλοί έλληνες πάνε εκει για να δουν 'τι μας πήραν', να δουν τα αρχαία δηλαδή που θεωρούν ότι θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να ανήκουν στην Ελλάδα. Κάποιοι έχουν συμφιλιωθεί με την πραγματικότητα της ύπαρξης της Τουρκίας, είναι όμως ακράδαντα πεπεισμένοι ότι η παρουσίαση των αρχαίων αδικεί την ελληνική συμβολή, η οποία οπωσδήποτε έχει σχέση με τη δική μας σημερινή ύπαρξη ως ελλήνων. Εξυπακούεται πως είμαστε συνέχεια εκείνων των διασήμων και  διεθνώς αναγνωρισμένων αρχαίων ελλήνων, άρα πάλι η επίσκεψη στα αρχαία επί τουρκικού εδάφους οφείλει να παράγει αγανάκτηση και θλίψη για το γεγονός ότι δεν εισπράτουν τα εισιτήρια νεοέλληνες, ομιλητές της ελληνικής γλώσσας η οποία είναι συνέχεια της αρχαίας, οι μόνοι απόγονοι με τη βούλα, αλλά Τούρκοι...
Αυτή πρέπει να είναι η μη ύποπτη εθνικά συμπεριφορά του σωστού έλληνα, γι αυτό υποθέτω ότι εκείνος ο συνταξιδιώτης του γκρουπ φώναζε τόσο δυνατά στο τηλέφωνο του, ανεβασμένος πάνω στα σκαλιά του γκρεμισμένου ναού, στα Δίδυμα:
-Βλέπουμε τόσο ωραία πράγματα και στεναχωριόμαστε τόσο πολύ που μας τα πήραν...
Το είπε δυνατά να το ακούσουμε όλοι, να ξέρουμε ότι μπορεί να ταξιδεύει στην Τουρκία, αλλά ξέρει τι κάνει και πού βρίσκεται, δεν ξεχνιέται, ύστερα, αμφιβάλλοντας ίσως ότι είχαμε όλοι ακούσει καλά, το ξανάπε δυνατότερα.
Στο Μπεζεστένι του Εγιρδιρ
Σμύρνη, η συναγωγή.
Ωστόσο εγώ, επειδή είμαι συναισθηματικό άτομο κι έχω βαρεθεί πια να στεναχωριέμαι για όσα μου έχουν πάρει, αποφάσισα να δω το θέμα πιο εγωιστικά και πιο ψυχοθεραπευτικά. Πρώτον, να διαβάσω λίγη ιστορία, όχι πολλά πράγματα δηλαδή, στοιχειώδη. Αμέσως, ακόμα και με τη βοήθεια ενός τουριστικού οδηγού, πληροφορείται κανείς ότι ακόμα και οι πρώτοι άποικοι απο τον ελληνικό χώρο ΄στα μικρασιατικά παράλια, ήταν κατακτητές. Εδώ έμεναν πριν Κάρες, ή Λέλεγες, ή Χετταίοι, διάφοροι τέλος πάντων λαοί που είχαν ήδη έναν πολιτισμό πιο εκλεπτυσμένο και υποτάχτηκαν στους ορμητικούς πεινασμένους Αχαιούς, Αιολείς και Ίωνες. Οι οποίοι μάλλον εκλεπτύνθηκαν ταχύτατα και υποτάχθηκαν  με τη σειρά τους στους Λυδούς κι ύστερα στους Πέρσες, εν συνεχεία στον Αλέξανδρο, μετά στους Ρωμαίους, τέλος στους Σελτζούκους Τούρκους και τους Οθωμανούς. Τα ερείπια του αρχαίου κόσμου που είδαμε, στην Έφεσο, τη Μίλητο, τα Δίδυμα, το Παμούκαλε, είναι κυρίως ρωμαϊκά. Αμφιβάλω όμως αν οι Ιταλοί στεναχωριούνται για όσα έχασαν όταν τα επισκέπτονται. Είναι κυρίως ερείπια μιας θρησκείας που καταδιώχθηκε απο το χριστιανισμό, κι αν γλίτωσαν οφείλεται στον ποταμό Μαίανδρο και διάφορους άλλους που με τις προσχώσεις τους απομάκρυναν τη θάλασσα και μπόρεσαν οι πόλεις ήσυχα να παρακμάσουν. Το ναό της Εφέσου ας πούμε, αυτής της Αρτέμιδας το ναό που είχε ήδη στο πρόσωπο της αφομοιώσει διάφορες θρησκείες, τον είχαν καταστρέψει οι χριστιανοί, κατά πάσα πιθανότητα οδηγημένοι απο τον Ιωάννη το Χρυσοστομο.
Η Σμύρνη απο το Κατιφέ Καλέ, απέναντι είναι τα Βουρλά
Αρχαιολογικά δεν πρόσεξα να έχουν κάνει κάποια παραποίηση της Ιστορίας στις επιγραφές και στους οδηγούς, οι Τούρκοι. Λένε μερικοί πως δεν παραδέχονται ότι αυτά είναι ελληνικά. Μετά από όσα είδα εγώ, αυτό μου φαίνεται γελοίο. Όταν γράφουν τις λέξεις 'αρχαϊκό' ας πούμε, ή 'κλασικό', πρέπει να είσαι πολύ προκατειλημμένος για να λες ότι αποκρύπτουν την ελληνικότητά τους, ή να μην ξέρεις τι σημαίνουν αυτά.
Σίγουρα θα υπάρχουν άνθρωποι κι εκεί που θα προτιμούν να λένε ένα μνημείο ρωμαϊκό παρά ελληνικό, ειδικά αν είναι ρωμαϊκό, όπως τα περισσότερα, αλλά φοβάμαι ότι είμαστε οι τελευταίοι που δικαιούμαστε να παραπονεθούμε γι αυτό. Με τα ονόματα των άλλων δεν τα πάμε καθόλου καλά, κι η άρνηση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό όσων θεωρούμε ότι μας απειλούν μας κάνει κι εμας να μην ξέρουμε πολύ καλά ποιοι είμαστε, απο πού ερχόμαστε, και κυρίως πού πάμε...
Αυτή τη στιγμή στην Τουρκία, πολιτικά, γίνονται μεγάλα ανοίγματα. Ολόκληρες περίοδοι της Ιστορίας που επί δεκαετίες έπρεπε να αποσιωπούνται, βγαίνουν  για πρώτη φορά στο φως. Η ταινία για τα γεγονότα του Σεπτέμβρη του 55 στην Πόλη ήταν ενδεικτική. Πέρα απο τους διωγμούς κατά της ελληνικής μειονότητας, αποκαλύπτονται οι διωγμοί που έγιναν εναντίον των Αρμενίων, των Κούρδων, ακόμα και των Αλεβί, μιας μουσουλμανικής αίρεσης που καταδιώχθηκε επι κοσμικού κεμαλικού κράτους στο όνομα της ομογενοποίησης. Στην Τουρκία αυτή τη στιγμή λαμβάνει χώρα μια κοσμογονία ερευνών και αποκαλύψεων, που ενοχλεί πολλούς, και το βαθύ κράτος, και το βαθύ στρατό, και το λαό που έχει συνηθίσει τη μονολιθική αντιμετώπιση και φοβάται μπροστά στην αλήθεια. Οι επιστήμονες όμως δουλεύουν πυρετωδώς και ελπίζουμε να οδηγήσει σε περισσότερη δημοκρατία όλο αυτό, και λίγη ηρεμία στα ελληνοτουρκικά, επιπλέον.
Πληροφοριακή ταμπέλα στην εκκλησία των παππούδωνμου
Εκείνες που ίσως έχουν λόγο να φοβούνται, απο την άλλη μεριά, είναι οι γυναίκες.  Καλή η ιστορική έρευνα που επέτρεψε ο φιλελευθερισμός του Ερντογάν, ο ίδιος όμως είναι ισλαμιστής, και πόσο ακόμα θα μείνει φιλελεύθερος; Κι αν το δημοψήφισμά του, την ερχόμενη Κυριακή, πέρα απο το να περιορίσει τις ασυλίες του στρατού, θέλει σταδιακά να δωσει προβάδισμα στον ισλαμικό νόμο εις βάρος του δυτικού τρόπου ζωής που τόσο παιδεύτηκε ο Κεμάλ να επιβάλει;
Δυσκολη δουλειά να είσαι γυναίκα στην Τουρκία. Θα δούμε βέβαια τι θα συμβεί. Δεν πιστεύω ότι υπάρχει περίπτωση οι Τουρκάλες να χάσουν τις κατακτήσεις τους, έχουν πολύ προχωρήσει, δεν γυρίζουν πίσω, αλλά πάλι....
Στο μεταξύ εμείς εδώ τα θεωρούμε όλα δεδομένα. Αν επιτρέπεται η λειτουργία στη Σουμελά, θέλουμε και η Αγια Σοφιά να ξαναγίνει εκκλησία. Δικαιούμαστε τα πάντα, κι έτσι δεν απολαμβάνουμε τίποτε.
-Έβλεπα τη Σμύρνη απο ψηλά, κι έκλαιγε η ψυχή μου που τη χάσαμε, μου έλεγε μια γνωστή μου τις προάλλες.
Εγώ πάλι το θεωρώ υπερβολή να κλαις για τη Σμύρνη. Να θυμάσαι τους ανθρώπους που σκοτώθηκαν είναι άλλη υπόθεση, αλλά τη Σμύρνη; Μπορεί όλοι να είμαστε εθνικιστές στο βάθος, αλλά δεν είναι πια καιρός να σκεφτόμαστε δεύτερη φορά τα συναισθήματά μας, να τα επεξεργαστούμε λίγο;
-Μη στεναχωριέσαι, της είπα. Πήγαινε στη Θεσσαλονίκη και κοίταξε την απο ψηλά! Μπορείς να σκέφτεσαι εκεί, τι κερδίσαμε!
-Μα η Θεσσαλονίκη ήταν ελληνική πάντα, μου λέει.
Αντί να την παρηγορήσω, την έβγαλα απο τα ρούχα της. Ο εθνικιστής δεν αισθάνεται σαν οπαδός ομάδας. Δεν μπορεί να χαίρεται για τίποτε. Είναι πάντα αδικημένος και πάντα απαιτεί.
Ο Σαλονικιός της Ισπάρτας
Προσωπικά συνεχίζω να παρηγοριέμαι διαβάζοντας Ιστορία. Το συνιστώ σαν θεραπεία για πάσα νόσο και πάσα μαλακία. Όχι τη σχολική όμως, λίγο παραπέρα. Απλώς καμιά φορά τρομάζω αν προσπαθήσω να φανταστώ τι είδους κακές σκέψεις μπορεί να κάνουν οι Τούρκοι απο την πλευρά τους για μας. Αν έχουν μυαλά αντίστοιχα και θεωρούν ότι η χώρα τους όφειλε να είναι μεγάλη όπως η Οθωμανική Αυτοκρατορία, θα μας μισούν πολύ πιο λυσασμένα από ό,τι εμείς αυτούς. Στο κάτω -κάτω εμείς μπήκαμε στην Ευρώπη, πλουτίσαμε, κλπ. Μήπως μας μάτιασαν τα τελευταία χρόνια και δεν σηκώνουμε κεφάλι;
Το πιο εντυπωσιακό πάντως για τους επισκέπτες στην Τουρκία είναι η ευγένεια των ανθρώπων. Μου το είπαν κι άλλοι αυτό, όταν γυρισα στην Ελλάδα. Δεν θυμάμαι να το είχα ακούσει πριν φύγω, ή ίσως δεν έδινα σημασία. Είχα πιθανότατα στο νου μου ένα στερεότυπο χωρισμό Ανατολής-Δύσης, βαρβαρότητας- πολιτισμού, και νόμιζα ότι εμείς εδώ, επειδή είμαστε το σύνορο ανάμεσα στα δύο, είμαστε αγενείς αλλά λιγότερο απο τους πιο ανατολικούς λαούς. Ντρέπομαι και που το λέω τώρα αυτό. Οι Τούρκοι ήταν ευγενέστατοι, σε κάθε μέρος που σταθήκαμε κι βρεθήκαμε. Ήταν κάτι παραπάνω, ήταν ανθρώπινοι και θερμοί. Ευγενικοί σαν γάλλοι και ταυτόχρονα θερμοί σαν αμερικάνοι. Εκεί που ρωτούσα για τις γειτονιές των ελλήνων, στην Ισπάρτα, οι γυναίκες με παρηγορούσαν που με έβλεπαν να βουρκώνω, οι άνδρες με οδηγούσαν, μου φώναξαν ελληνόφωνους να μιλήσω. Άνοιξαν τα σπίτια τους, μας κέρασαν καφέδες, τσάγια, αγκαλιές και φιλιά, φιλοσοφίες και ιστορίες. Παντού μας έλεγαν γειτονες, παντού χαμογελούσαν, μας έδειχναν ελληνικά σπίτια, μας ξανακερνούσαν, έβαζαν ελληνικά τραγούδια στις ταβέρνες τους. Αν αυτά όλα ήταν πονηριές για να αλώσουν τις άμυνες μας, ε, είναι πολύ πετυχημένες. Αλλά μπορεί να είναι και φυσική ευγένεια, ή μάλλον ευγένεια ριζωμένη στην κουλτούρα τους, και σε αυτό δεν τους μοάζουμε πια καθόλου.
Ή μήπως είναι έτσι όπως ήμασταν κι εμείς πριν σαράντα χρόνια, και μοιραία θα χαλάσουν όπως χαλάσαμε; Ε, δεν ξέρω, δεν είμαι προφήτης.
Γιατί άραγε ο Νουρί κρατάει τα αρχεία των Ελλήνων που έφυγαν απο κει, όπως τα πήρε απο τον πατέρα του, με ρώτησε μια συγγενής στο γυρισμό, που τον είχε συναντήσει κι εκείνη κάποτε. Μήπως είναι κρυπτοχριστιανός;
Νομίζω ότι είναι απλώς όπως εκείνη η γυναίκα στο Αϊβαλί, που την είχε συναντήσει μια φίλη μου τη δεκαετία του 90 και της είχε ανοίξει το εκκλησάκι δίπλα στο σπίτι της, να το δει. Το καθάριζε, το φρόντιζε, κι είχε κεριά αν ήθελε κανείς να ανάψει. "Γιατί το κάνεις αυτό;" την είχε ρωτήσει η φίλη μου άναυδη απο έκπληξη. Κι η γυναίκα είχε εκπλαγεί με τη σειρά της. "Εσύ δηλαδή, αν κάποιος γείτονας σου φύγει ξαφνικά κι αφήσει πίσω τα πράγματά του, δεν θα τα κοιτάξεις;" της είχε απαντήσει.
Ναι, αυτή τη στιγμή οι Τούρκοι, πολιτικοί και μη, κάνουν επιθέσεις φιλίας. Κι εμείς, φοβισμένοι, κομπλεξικοί, στενόκαρδοι τι κάνουμε, πώς απαντάμε; Φτύνουμε στον κόρφο μας, ακόμα.

Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Αποχαιρετισμός

Αποχαιρετάµε την Ισπάρτα, κατηφορίζουµε νότια, στην Αττάλεια. Κάνουµε µε πούλµαν τον δρόµο που έκαναν οι γιαγιάδες µας µε τα παιδιά τους πριν από σχεδόν ενενήντα χρόνια. Τότε, µε αµάξια µερικοί και µε τα πόδια οι περισσότεροι, χρειάστηκαν οκτώ ηµέρες για να διανύσουν την απόσταση.

Τώρα εµείς µε πούλµαν κάνουµε λίγες ώρες, µε διάλειµµα ενδιάµεσα, σε µια ωραία λίµνη. Ας είναι ευλογηµένος ο τουρισµός, η ειρήνη, ο χρόνος που πέρασε, οι ευρωπαϊκές ταυτότητες που ανοίγουν τις πόρτες της Τουρκίας, το ευρώ που ακόµα και µε κρίση τα κάνει όλα φτηνά εδώ. Αγοράσαµε προϊόντα ροδέλαιου, χαλιά, όλα όσα έβγαζε κι ακόµα βγάζει η πόλη. Ο,τι είχαµε ακούσει το τσεκάραµε, ανακαλύψαµε τους απέναντι καηµούς, αγκαλιάσαµε απογόνους «ελληνοµεριτών» (κατά το «τουρκοµερίτες» που έλεγαν τους δικούς µας) είδαµε τη λίµνη Εγιρδίρ και το βουνό Σιτιρέ, που θυµούνταν οι αγαπηµένοι µας µε νοσταλγία για τις εκδροµές τους. Κάνει ζέστη. Τότε που ο πατέρας µου, παιδάκι ακόµα, ταξίδευε µε τη µαµά και τα αδέρφια του στον δρόµο της προσφυγιάς, να έκανε ζέστη άραγε; Τέτοια εποχή ήταν, αρχές Σεπτεµβρίου.
Αλλά ποτέ δεν µου είπαν τίποτε για ζέστη. Μπορεί να µην έκανε ή να µην την καταλάβαιναν. Αλλο είδος εµείς, ντελικάτο, πολυτελές, ευαίσθητο. Τυχερό είδος.
Απορούµε, γιατί τόσος τουρισµός στην Αττάλεια µένουν στα ξενοδοχεία όλη µέρα και κολυµπάνε σε πισίνες, παραλίες δεν υπάρχουν, ούτε στην ωραία παλιά πόλη πάνε, να δουν την πύλη του Αδριανού, τα αναπαλαιωµένα σπίτια.
Ελληνικά σπίτια, µας λένε οι πωλητές στα µαγαζιά που µπαίνουµε. Εδώ είχαν µείνει λίγες µέρες κι οι δικοί µας, µέχρι να τους παραλάβει πλοίο για την Ελλάδα.
Αγοράζουµε µπαχαρικά, τσάι, κεντήµατα, βραχιόλια. Ας είναι ευλογηµένο το εµπόριο, βρίσκει γλώσσα κοινή, εξηµερώνει πάθη και καηµούς των ανθρώπων.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=13&artid=4592289

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Μπούγιουρουν!

Το πιο παράξενο απ' όλα στο ταξίδι αυτό, επιστροφής στις ρίζες, που έκανα στην Τουρκία, είναι πως τα σπίτια των παππούδων βρέθηκαν στην Ισπάρτα. Δεν είχαν γκρεµιστεί, δεν είχαν γίνει πολυκατοικίες, κι αν εξαιρέσεις του δικού µου παππού που είχε από χρόνια καεί, τα άλλα ήταν στη θέση τους. Ετσι, µια ωραία πρωία, χτυπήσαµε την πόρτα.

Αφού του παππού µου δεν υπήρχε, πήγα στου παππού των εξαδέλφων µου.
Εχει µια κερασιά στην πόρτα της αυλής, ακριβώς όπως περιέγραφε ο µπαµπάς µου το πατρικό του.
Παραµέσα µια µουσµουλιά φουντωµένη κάλυπτε την πρόσοψη.
Μπήκαµε στις µύτες των ποδιών, αλλά µας άκουσαν κι άνοιξαν την πόρτα. Μας κάλεσαν να µπούµε.
Μπούγιουρουν! Αφήσαµε τα παπούτσια στον προθάλαµο και καθήσαµε στον καναπέ του σαλονιού. Στα χρόνια του παππού θα κάθονταν σε χαµηλά σοφραδάκια. Μας κέρασαν καφέ οι άνθρωποι, ένα νεαρό ζευγάρι, µας είπαν όποτε θέλουµε να τους επισκεπτόµαστε, θα µας περιµένουν πάντα. Πιάσαµε συζήτηση τσάτρα πάτρα, πιο πολύ δούλευε η σιωπή και η φαντασία. Ας είναι καλά ο Νουρί, ο γιος του ανθρώπου που όταν έφυγαν οι Ελληνες το '22 αποφάσισε να φτιάξει αρχείο µε τα ονόµατα και τις θέσεις των σπιτιών, να ξέρει ποιο ανήκε σε ποιον.
Η µάνα του µάλιστα µάζεψε το κεντηµένο κάλυµµα του Επιταφίου από την εκκλησία και κάποια στιγµή το έστειλε στην Ελλάδα, «γιατί οι άνθρωποι θα το χρειάζονταν». Με αυτά τα σχεδιαγράµµατα βρήκαµε τα µέρη που γεννήθηκαν οι γονείς και οι γιαγιάδες µας. Το βράδυ γνώρισα έναν ακόµα απόγονο ανταλλαχθέντων του 1923 που ήθελε να ξέρει αν κάποιος στην Ελλάδα έχει φτιάξει αρχείο, σαν αυτό του Νουρί, για όσους Τούρκους έφυγαν από την περιοχή των Γρεβενών.
Πώς θα µπορούσα να τον βοηθήσω; Ποιος
μπορεί να ξέρει ανθρώπους που έκαναν αυτή τη δουλειά;
Υπάρχουν στην Ελλάδα άνθρωποι που έκαναν αυτή τη δουλειά, να κρατήσουν αρχείο για τους Τούρκους που ανταλλάχθηκαν;
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4592122

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Tα εγγόνια των άλλων


- Ελα να σου µιλήσω ρωµαίικα. Τα ξέρω όλα! Ελα, κάθησε να σε κεράσω τσάι. Από πού είσαι; Από την Αθήνα είσαι; Εγώ από Σελανίκ είµαι. Θεσσαλονίκη. Παπουτσής είµαι. Ξέρω να φτιάχνω παπούτσια. Ολόκληρα, από την αρχή ώς το τέλος. Ολα τα παπούτσια φτιάχνω.

Το χειµώνα κάνω παπούτσια. Το καλοκαίρι δεν έχει δουλειά. Δεν κάνουν πια παπούτσια.
- Πού έµαθες ελληνικά; ρωτάω κατάπληκτη τον χλωµό άνθρωπο που εµφανίστηκε µπροστά µου καθώς προσπαθούσα να συνεννοηθώ µε τους γείτονες της πρώην ελληνικής συνοικίας, στην τούρκικη πόλη Ισπάρτα, από όπου ξεκίνησε το 1922 η οικογένεια του πατέρα µου να προσφυγέψει στην Ελλάδα.
Κουνάει το κεφάλι, βουρκώνει. Η γιαγιά µε έµαθε, λέει. Αλάργα µένω, στο ποτάµι. Καλά είµαστε εµείς. Εχω παιδιά, δυο παιδιά κι ένα κορίτσι.
Γελάς; Εσείς τι κάνετε επαέ; Καλά είστε;
Επαέ; Πού βρέθηκε το «επαέ» στη Θεσσαλονίκη;
Κρητική λέξη δεν είναι;
Κρητικό χωροφύλακα είχε γνωρίσει η γιαγιά;
Μυστήριο πράγµα η γλώσσα, οι λέξεις που ταξιδεύουν, άλλες που κοιµούνται στη µνήµη των ανθρώπων, διεκδικούν χώρο αναίτια.
Τι έλπιζε άραγε η γιαγιά του πενηντάρη αυτού παπουτσή, που θα ήταν νέα σαν τη δική µου όταν την ανάγκασαν να φύγει, και έµαθε ελληνικά στο εγγόνι της εδώ, στην Ισπάρτα, στα βάθη της Ανατολής, όπως περιέγραφε την πόλη ο µπαµπάς µου.
Η δική µου γιαγιά µιλούσε τούρκικα, αλλά µε έµαθε µόνο να µετρώ ώς το δέκα. Εγώ όµως µπορώ να ταξιδεύω εδώ, ενώ ο ελληνοµαθής εγγονός της Θεσσαλονικιάς δεν µπορεί να βγάλει βίζα ούτε να ταξιδέψει στη δική της πατρίδα.
Με πιάνει ντροπή, για τη βίζα, τα µοντέρνα παπούτσια, όλα. Τι να κάνω; Μόνο τσάι µπορώ να πιω. Πίνω τσάι µέχρι σκασµού, ώσπου να νυχτώσει.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 1 Σεπτεμβρίου 2010 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4591929

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...