Δευτέρα, 28 Φεβρουαρίου 2011

Koρίτσια και κλαριά

Στην καινουργιοστρωμένη αλέα του πάρκου κάνουν βόλτα δυο οικογένειες μουσουλμανικές. Οι γυναίκες φοράνε μαντίλα, τα κορίτσια που έχουν μπει στην εφηβεία επίσης. Εφηβεία μεν, αλλά είναι ακόμα τόσο μικρά, ασχημάτιστα κορμάκια και γελαστά προσωπάκια υπονομεύουν τη σεμνότητα της μαντίλας. Παίζουν μπάλα, μαντιλοφορούσες μικρές και μη, ένα σμάρι αγόρια και κορίτσια. Κάποια στιγμή την κλωτσάει ένα πιτσιρίκι ψηλά, μπλέκεται η μπάλα στα γυμνά κλαριά της ακακίας και μένει εκεί. Μια πλαστική παλιόμπαλα είναι, τα παιδιά όμως τη θέλουν διακαώς, να συνεχίσουν το παιχνίδι. Προσπαθούν να κουνήσουν τον κορμό, τίποτε. Ένα από τα μαντιλοφορεμένα κορίτσια σκαρφαλώνει στο δέντρο. Φοράει τζιν, τα καταφέρνει, με δυο κινήσεις βρίσκεται ανάμεσα στα κλαριά. Της φωνάζουν από κάτω, οι γονείς ανησυχούν, η μπάλα είναι μακριά, στα ακριανά κλωνάρια, δεν τη φτάνει. Στέκονται μερικοί περαστικοί και σχολιάζουν, θα σκοτωθεί παρατηρεί κάποιος. Αλλά η μικρή δε σκοτώνεται, τινάζει τα κλαριά, τρικυμίζει το δέντρο, φτάνει η κίνηση στη μπάλα και την ελευθερώνει. Χειροκροτήματα, ζητωκραυγές. Το κορίτσι γελάει θριαμβευτικά, της λένε όλοι μπράβο, αρχίζει να κατεβαίνει. Σε κάθε κίνηση κάποιο αδέσποτο κλαρί της πιάνει τη μαντίλα, την επαναφέρει στη θέση της, την ξανατραβάει το κλαρί. Πηδάει κάτω από αρκετά ψηλά, χειροκροτούμε όλοι, εκείνη γελάει τρισευτυχισμένη, ταχτοποιεί λίγο τα τσουλούφια που ξέφυγαν, το δέσιμο της μαντίλας που διαλύθηκε, τρέχει πίσω από τα πιτσιρίκια που κυνηγάνε τη μπάλα.
  Συνεχίζω τον περίπατο προς το κέντρο, που είναι έρημο, Κυριακή πρωί γαρ. Οι συμπολίτες δραπετεύουν σε μέρη θεραπευτικά που θα  βοηθήσουν να αντέξουν το μαρτύριο της αθηναϊκής εβδομάδας. Ανεβαίνω τη Σκουφά, κατεβαίνω τη Δημοκρίτου, πέφτουν τα μάτια μου σε ένα μπαλκόνι γεμάτο γλάστρες όπου στέκεται ένα άγαλμα κοριτσιού, μια αρχαϊκή κόρη, αντίγραφο ενός πολύ γνωστού γλυπτού, κοιτάζοντας το δρόμο. Είναι σα να βλέπω την ίδια σκηνή ξανά, το μικρό κατόρθωμα του κοριτσιού έγινε κιόλας έργο τέχνης, σύνθεση με τίτλο «Κορίτσι σε κλαριά» Δυο τουρίστες πίσω μου παρακολουθούν το βλέμμα μου, βγάζουν τη φωτογραφική τους μηχανή και απαθανατίζουν το αντίγραφο.

Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4620176

Παρασκευή, 25 Φεβρουαρίου 2011

Το βαρετό κριτήριο

Κι όµως, ο Καντάφι υπήρξε κάποτε επαναστάτης. ∆εν ξέρω αν το καθεστώς του βασιλιά που ανέτρεψε ήταν λιγότερο ή περισσότερο τυραννικό από το δικό του, πάντως ήταν σίγουρα φιλοαµερικανικό. Το ανέτρεψε µε µια οµάδα αξιωµατικών και κήρυξε ∆ηµοκρατία. Ισλαµική, άµεση, τζαµαχιριγιανή, της άλλαζε διάφορα ονόµατα κατά καιρούς, και κάθε τόσο την κήρυττε από την αρχή µε αλλαγές προς το λαϊκότερο και το αµεσότερο.
Πώς µπορεί λοιπόν κανείς να καταλάβει αν ένας αντιαµερικανός ανατροπέας βασιλείας, σπουδασµένος στην ελληνική Σχολή των Ευελπίδων είναι αρκετά εντάξει για να τον κάνει παρέα και να µην κινδυνεύει στο µέλλον να βρεθεί εκτεθειµένος;
Γιατί πρέπει να παραδεχτούµε πως όλα τα καλά τα είχε ο Καντάφι.
Αντιιµπεριαλιστής δεδηλωµένος. Προστάτης όλων των αντιιµπεριαλιστών του κόσµου. Εµπνευστής ιδεών για τρίτο δρόµο, τέταρτο, πέµπτο. Ασίγαστη έµπνευση για νεωτερισµούς, άφηνε άφωνο τον κόσµο κάθε τόσο. Θα πρέπει να έκρυβε µέσα του και µια καλλιτεχνική φλέβα. Πότε το πράσινο βιβλιαράκι, πότε οι σκηνές του στις αυλές των µεγάρων, πότε η ευφάνταστη φρασεολογία του, οι αλλαγές τακτικής του, δεν είχες από πού να τον πιάσεις. Θα µπορούσε να ξοδεύονται τόνοι µελάνης σε αναλύσεις της συµπεριφοράς του (και ξοδεύτηκαν) αλλά να µη γίνεται κατανοητός από τους καηµένους τους δυτικούς υποψηφίους ή παραλίγο θαυµαστές του, ακόµα και από µας, που και σύµµαχοι υπήρξαµε, και φίλοι, αλλά ότι µας ξέφευγε η δηµιουργικότητά του πρέπει να το παραδεχτούµε.
Τελικά για να κρίνεις έναν ηγέτη, όσα πυροτεχνήµατα και να ρίχνει κάθε τόσο, όσο εντυπωσιακές φράσεις και κλισέ κι αν επινοεί, πρέπει να χρησιµοποιείς τις παλιές, καλές συνταγές.
Αν κρατάει την εξουσία για πολύ καιρό χωρίς εναλλαγή, µάλλον κάτι δεν πάει καλά.
Είναι βαρετό αλλά αναντικατάστατο κριτήριο. Γίνονται εκλογές στη χώρα; Υπάρχει ελευθερία λόγου; Εφηµερίδες µε δηµοσιογράφους που δεν φοβούνται για τη ζωή τους; Υπάρχουν κόµµατα, αντιπολίτευση, ανεξάρτητες εξουσίες;
Τώρα µάθαµε. Αλλά επειδή όλα αυτά ακούγονται πολύ ξενέρωτα εδώ σε µας, που τα έχουµε και τα περιφρονούµε, ας αφήσουµε να τα πουν καλύτερα οι ίδιοι οι Λίβυοι.

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Οι Πομάκοι και οι φοιτητές


Στα Πομακοχώρια όπου μετέβη ο αεικίνητος πρωθυπουργός μας, δεν είχε πρόβλημα με τους νέους. Χαμογελαστά παιδιά έδειξαν γύρω του οι φωτογραφίες. Κορίτσια με μαντίλες και χωρίς μαντίλες, αγόρια κανονικά, όλα φαίνονταν ευχαριστημένα που βρίσκονταν δίπλα του. Μήπως δεν είχαν λόγους δυσαρέσκειας; Στο κάτω- κάτω ο πρωθυπουργός εκπροσωπεί το ελληνικό κράτος, από το οποίο έχουν αρκετά ταλαιπωρηθεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Μέχρι πριν δεκατρία χρόνια χρειάζονταν χαρτιά για να περνάνε μια μπάρα και να πηγαίνουν στο χωριό τους. Ίσως, μπροστά στη μεταχείριση του παρελθόντος, το παρόν να μοιάζει ειδυλλιακό. Δεν ξέρω. Λίγες μέρες μετά, ο πρωθυπουργός μιλώντας σε κοινό φοιτητών στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, είχε μπροστά του μερικούς έλληνες φοιτητές που φώναζαν, έβριζαν, τον διέκοπταν, και γενικά φέρθηκαν αρκετά άσχημα. Διάβασα στο ρεπορτάζ ότι κάποιος ζήτησε να ηρεμήσουν για να γίνει διάλογος και ένας φοιτητής απάντησε: «Τι λες ρε, αυτός μου έκοψε την υποτροφία μου, τι διάλογο να κάνω;»
Λίγο μετά ο Παπανδρέου έπρεπε να δει τη Μέρκελ, οπότε οι θυμωμένοι φοιτητές ξεχάστηκαν. Μπορεί το περιστατικό να είναι απλώς μια ένδειξη της επαναστατικότητας της μεσαίας τάξης, όπως λένε διάφοροι αναλυτές. Τι θα ζητάει αυτή επανάσταση, εκτός από τα προνόμια ακέραια; Μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης αρνητικών συναισθημάτων;  Αν αυτό είναι επαναστατικό, οι αληθινοί προλετάριοι, που στην Ελλάδα είναι οι μετανάστες, οι μειονοτικοί και διάφοροι άλλοι άνθρωποι με ουσιαστικά λιγότερα δικαιώματα, είτε δεν είναι αρκετά επαναστάτες, είτε έχουν έμφυτη ευγένεια και καλλιέργεια που τους κάνει να είναι φιλόξενοι σε κάποιον υψηλό επισκέπτη. Άραγε η ευγένεια αυτή είναι απλώς φόβος; Άραγε η αγένεια των φοιτητών είναι απλώς θάρρος; Υπάρχει θέμα αγωγής από την οικογένεια, αν μεγαλώνεις με τη βεβαιότητα ότι δικαιούσαι τα πάντα χωρίς να περιορίζεσαι από κοινωνικές αρχές, ή με την άποψη ότι οφείλεις να σέβεσαι κάποια πράγματα κι ας είναι καταπιεστικά; Πώς μεγαλώνει η μεσαία τάξη τα παιδιά της;
Δεν ξέρω. Δεν έχω απαντήσεις. Απορίες μόνο.

Τρίτη, 22 Φεβρουαρίου 2011

Επιστροφή στην Αλεξάνδρεια

Από τη µέρα που ξεκίνησαν τα γεγονότα στην Αίγυπτο, ο πιο καλός ο µαθητής στα µαθήµατα ελληνικής γλώσσας, Αλεξανδρινός που µένει εδώ χρόνια, γυµναστής επαγγελµατίας, είναι αδύνατον να συγκεντρωθεί στο µάθηµα. Κάναµε τις λέξεις της πολιτικής, µιλήσαµε για δηµοκρατία, συνεχίζουµε να µιλάµε, αλλά αδύνατον να ξαναβρεί το ενδιαφέρον του για ρήµατα και ουσιαστικά. Το βλέµµα του χάνεται όσο εξηγώ χρόνους και πτώσεις, ταξιδεύει κάπου στο Λιβυκό, ατενίζει το λιµάνι της πόλης του. Θα ήθελε να είναι εκεί, µας λέει συνέχεια. Ζωντανεύει λίγο όταν τα κορίτσια, Ευρωπαίες όλες, τον ρωτάνε ανήσυχα αν υπάρχει φόβος να επιβληθεί σαρία στην Αίγυπτο. Οχι, µας διαβεβαιώνει, δεν είναι τέτοια η επανάσταση. Τον ενοχλείπου δεν ξέρει αρκετές λέξεις. Πιάνει παθιασµένη συζήτηση µε τους συµπατριώτες του στα αραβικά. Αντε να κάνεις µάθηµα… Τη µέρα που έφυγε ο Μουµπάρακ, µας έφερε γλυκά. Μα είναι καλό να παίρνει ο στρατός την εξουσία; ρωτάµε εµείς που έχουµε άλλα στάνταρ. Χαµογελά πλέον κάπως απόµακρα, κουνά το κεφάλι. Το βλέµµα του είναι µονίµως χαµένο.

∆εν είναι η µισή του καρδιά στην Αλεξάνδρεια, είναι ολόκληρη η καρδιά του στο Κάιρο. Εκτός αν είναι µισή µισή, Αλεξάνδρεια - Κάιρο. Πάντως στην Αθήνα βρίσκεται εντελώς τυχαία. Σαν να απορεί, τι κάνει εδώ τη στιγµή που οι πατριώτες του αποκτούν πολιτική συνείδηση εκεί κάτω. Ξαφνικά όλος ο µόχθος στην Ελλάδα, η δουλειά, οι φίλοι, µοιάζει να µην αξίζουν. Είναι νέος, θέλει συµµετοχή.

Από τους άλλους τρεις αιγύπτιους µαθητές, ο ένας γύρισε κιόλας εκεί. Ηταν µέσα στη χαρά, ήρθε να µας χαιρετήσει. Αφότου έφυγε, ο Αλεξανδρινός µας έγινε ακόµα πιο µελαγχολικός. Πρέπει κι αυτός να φύγει, να βρεθεί πια στην καρδιά των γεγονότων που διαµορφώνουν νέο πολιτικό τοπίο στην πατρίδα του. Είναι ευκαιρίες που εµφανίζονται µερικές φορές στις ζωές των ανθρώπων, στιγµές που νιώθουν ότι ανήκουν σε κάτι το οποίο συνδιαµορφώνουν. Ακόµα και σαν αυταπάτη αξίζει να το ζήσεις. Μόνο ένα ταξίδι θα τον θεραπεύσει, διακοπές στη δική του ξαφνική πραγµατικότητα.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 21/2/2011 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4619241
Το τραγούδι Αλεξάνδρεια μου το έμαθε εκείνος, ο μαθητής για τον οποίο γράφω

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ο Σισέ της χρονιάς

Οι δυο Σισέ και η παρέα τους
Πέντε χρόνια πριν δεν ήξερα το όνοµα Σισέ. Τώρα έχω τρεις Σισέ στη ζωή µου. Ο ένας είναι εξώφυλλο στις εφηµερίδες µε φούστα και τατουάζ, µόνο σαν εικόνα τον ξέρω. Πάµπλουτος και άνετος, δεν έχει καµία σχέση µε τους Σισέ που γνωρίζω. Αυτός είναι ποδοσφαιριστής και φοράει εκτός εργασίας ρούχα υψηλής ραπτικής. Αυτοί είναι µικροπωλητές και φοράνε παντού ρούχα ποδοσφαιρικά. Ισως έχουν ταλέντο στην µπάλα, ονειρεύονται να ήταν στη θέση του. Νοµίζω πως είναι συµπατριώτες, αν ο γνωστός Σισέ είναι Σενεγαλέζος.
Ο ένας από τους δυο γνωστούς µου Σισέ είναι όµορφος, θα γινόταν καλύτερο φωτοµοντέλο από τον ποδοσφαιριστή. Αν φορούσε αυτός µαύρη φούστα µε λευκό σακάκι, θα έµενε τόσο άφωνο το κοινό των ντεφιλέ, που δεν θα µπορούσε να συζητάει για ανδρισµό και τέτοια. Κι ας µην εµφανιζόταν σαν άνδρας της χρονιάς, ας ήταν απλώς ο Σισέ της χρονιάς.
Οµως ακόµα ο δικός µου Σισέ δεν έχει συναντήσει τον φωτογράφο που θα τον αναδείξει. Μόνο εµάς συνάντησε, τις εθελόντριες δασκάλες που τον µάθαµε να γράφει ελληνικά. Μικρά στρογγυλά γραµµατάκια, σαν αιφνίδιο καλλιγραφικό ταλέντο στην Α’ ∆ηµοτικού. Είχα να δω τέτοια γράµµατα σαράντα χρόνια. Κι όταν θαύµασα κάµποσες φορές τις γεµάτεςσελίδες του, µου αποκάλυψε ότι πρώτη φορά στη ζωή του έγραφε, πρώτη φορά στη ζωήτου πήγαινε σχολείο. Πώςγίνεται αυτό; Οι γλωσσολόγοι λένε ότι, αν κάποιος δεν ξέρει να γράφει τη δική του γλώσσα, είναι σχεδόν αδύνατον να µάθει να γράφει πρώτη µια ξένη. Οµως ο Σισέ διέψευδε τα επιστηµονικά συµπεράσµατα µε την επιµέλειά του. Αρχισα να ονειρεύοµαι για λογαριασµό του άλλη καριέρα: να γινόταν ένα είδος εκπαιδευτικού πειραµατόζωου των γλωσσολόγων και µε τον τρόπο αυτόν να τελείωνε κάτι σαν Γυµνάσιο, κάτι σαν Λύκειο. ∆εν θα έπαιρνε βέβαια βραβείο της Ακαδηµίας Αθηνών για κάτι τέτοιο. Αλλά θα µπορούσε πολύς κόσµος να µάθει τα δικά του σχέδια για το µέλλον: θα στείλει οπωσδήποτε σχολείο τα παιδιά του.
Υπάρχει µεγάλη ανισότητα στους Σισέ κι ακόµα δεν σας είπα για τον τρίτο.

Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4618812

Η δημόσια γη μας ανήκει!

Ουφ, ευτυχώς που θα κατοχυρωθεί νοµοθετικά πως η Ελλάδα δεν πουλάει τη γη της, γιατί είχα αρχίσει να ανησυχώ. ∆εν ήταν για τη γη, για τις παραδόσεις µας ήταν ό,τι πολυτιµότερο έχουµε. ∆ιότι εµείς τη δηµόσια γη δεν την έχουµε για πούληµα. Την έχουµε για καταπάτηση. Να πηγαίνει ο κοσµάκης που δεν έχει αλλού οικόπεδο (ή που έχει οικόπεδο και µαζί πείρα καταπατήσεων) να χτίζει το εξοχικό του, να βάζει το ρεύµα του, το κοπάδι του, το περιβολάκι του, όλα τα ωραία του τέλος πάντων, να σηκώνει και τον φράκτη του, να φτιάχνει τη χωµατερή του δίπλα στο δάσος προβλέποντας και την καταπάτηση του µέλλοντος και µετά να αρχίζει τις διαπραγµατεύσεις µε τον ιδιοκτήτη δηµόσιο. Ετσι τα βρήκαµε, έτσι τα θέλουµε. Φανταστείτε τώρα να πουλιόταν δηµόσια γη σε τίποτε Ευρωπαίους που θέλουν να χτίζουν µε σχέδιο, µε πολεοδόµους (κι όχι µόνο µε πολεοδοµίες), να χαράζουν δρόµους, πλατείες, να προβλέπουν πεζοδρόµια, να βάζουν αποχετευτικά δίκτυα, υπόγεια καλώδια, και δενξέρω εγώ τι άλλο ξένο µε τον πατροπαράδοτο ελληνικό τρόποζωής! Οχι, κύριε! ∆εν µπορείτε να µας αλλοιώνετε έτσι βίαια τις συνήθειές µας!

Και µην µου πείτε ότι δεν θα πείραζε να πουλούσε κάποιο ξερονήσι τοκράτος, ένα ξεχασµένο οικόπεδο, χαμένο στο πέλαγος, που δεν θα το βλέπαµε από πουθενά. Η ιδέα µετράει. Τα ξερονήσια µας τα θέλουµε ξερά, να µπορούµε ανά πάσα στιγµή να τα υπερασπιστούµε από τους Τούρκους µε τα ακριβά µας υποβρύχια και λοιπά φρεγατοειδή. Τι τα πήραµε τόσα όπλα, να γίνουν θέρετρα οι βράχοι µας; Οχι, κύριε! Φαντάζεστε τι εξευτελισµός για τη γη αυτή, που την ύµνησε ένα Νοµπέλ, να γεµίσει τουρίστες; Ασε που µπορεί να είναι τίποτε Γερµανοί, από αυτούς τους οικολόγους που θα έχουν και άποψη για το πώς να ψαρεύουν οι ψαράδες µας, θα τα βάλουν µε τις ανεµότρατές µας και το πώς καταστρέφουν τον γόνο στον βυθό. Απα πα! Καλύτερα να χρεοκοπήσουµε, αλλά να κρατήσουµε ακέραια την ψυχή µας!
Η σελίδα στα ΝΕΑ:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4618473

Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

Nά' στε καλά!

Βραδάκι, το τηλέφωνο χτυπά µε χαρούµενο κουδούνισµα, γεµάτο υποσχέσεις. Μια άγνωστη φωνή µε ρωτά για την υγεία µου, θέλει να µου πουλήσει καλλυντικά. Τη βεβαιώνω πως είµαι εξοπλισµένη για έναν χρόνο. «Να είστε καλά!», λέει θυµωµένα και το κλείνει.

Τι ευχή κι αυτή, σαν κατάρα ακούστηκε µέσα από το σύρµα. Αντε πνίξου ήθελε να πει η γυναίκα, αλλά συγκρατήθηκε και είπε, να είστε καλά. Και λοιπόν τι πειράζει; Γιατί µε πιάνει ακεφιά; Εγώ δεν είµαι υπέρ της αυτοσυγκράτησης; Αυτό δεν πρέπει να κάνουµε για να συµβιώνουµε; Να καταπίνουµε την αγανάκτηση, να είµαστε τυπικά ευγενικοί, να µη βριζόµαστε και σφαζόµαστε ανά πάσα στιγµή και µε πάσα αφορµή; Γιατί δεν µου άρεσε λοιπόν η ευχή της;

Βγαίνω στην Πατησίων, µε πλησιάζει µια γυναίκα µε δυο παιδιά, ζητιανεύει. Δεν δίνω ποτέσε παιδιά, αν και µου κοστίζει η θέα τους κρίση ταχυπαλµίας και κρυφά αλλεπάλληλα εγκεφαλικά.

Την πληροφορώ πως δεν δίνω σε παιδιά, µην ξεχνάµε και τη διαφωτιστική εργασία µας.

Αποµακρύνεται φτύνοντας ένα «να είστε καλά» σαν σαρανταδυό κατάρες. Με πιάνουν ίλιγγοι στο επόµενο τετράγωνο, αλλά σε γενικές γραµµές είµαι καλά, δεν λέω...

Διασταυρώνοµαι διαδοχικά µε ένα πρεζόνι, ένα πλανόδιο µέντιουµ, κάποιον που πουλάει ρολόγια µάλλον κλεµµένα, έναν που πλασάρει δωράκια και ψαρεύει διευθύνσεις. Ακούω πέντε εχθρικότατα «να είστε καλά» σε διάστηµα ενός τετάρτου. Αρχίζω να έχω σοβαρούς φόβους ότι κάτι θα µε βρει. Απεργούν και οι γιατροί. Δεν είναι να ρισκάρουµε τόση αρνητική ενέργεια τέτοιες εποχές. Τι να κάνω, πού να κρυφτώ;

Στο φαρδύ πεζοδρόµιο της Πανεπιστηµίου κάνω σλάλοµ, να αποφύγω τους νεαρούς της Γκρινπίς που θέλουννα µε ενηµερώσουν για το περιβάλλον. Είµαι ενηµερωµένη, λέω σε έναν που µε πλευρίζει τελικά. «Να ‘στε καλά», λέει και το χαµόγελό του µεταβάλεται σε αγριεµένη µουσούδα είδους υπό εξαφάνιση. Και συ Βρούτε; Δίπλα παίζει µιαορχήστρα ένα ταγκουδάκι και ξορκίζει όλη την έχθρα που εισέπραξα. Επιτέλους ρίχνω µε την καρδιά µου ό,τι νοµίσµατα βρίσκω στην τσέπη.

– Ευχαριστούµε, λένε οι µουσικοί.
-Να ‘στε καλά, απαντώ.
Τι φτωχό λεξιλόγιο...

Δευτέρα, 14 Φεβρουαρίου 2011

Βοήθεια μας Βαλεντίνε μας

Ο Αγιος Βαλεντίνος επιβλέπων το χτίσιμο
της εκκλησίας του πριν υιoθετήσει τους
ερωτευμένους
Θα ήµουν αχάριστη να τον ξεχνούσα τον Αγιο Βαλεντίνο, προστάτη άγιο του κάθε χρονογράφου.

Πόσα δεν έχουµε γράψει µε τη φώτισή του, από λιβέλλους µέχρι λιβανωτούς, πόσα δεν του χρωστάµε του χριστιανού. Ας είναι καλά το ανθοπωλείο της γειτονιάς που µου τον θύµισε πάλι εγκαίρως, να µη χάσω την ακριβή του µέρα.

Τα πρώτα χρόνια που είχε εισβάλει στο ελληνικό εορτολόγιο ήµουνα όλο χολή και ειρωνεία εναντίον του. Τι σαχλαµάρας, µε τριαντάφυλλα και καρδούλες θα ξόρκιζε τις µαύρες δυνάµεις του έρωτα, µε σοκολατάκια και κακόγουστες κάρτες; Αγιο της κακογουστιάς τον ανέβαζα, δαίµονα της φτήνιας τον κατέβαζα. Ηταν η κακία του ανθρώπου που βλέπει τις νεώτερες γενιές να αποκτάνε ευκολίες που εκείνος δεν είχε. Γιατί πολύ θα µας άρεσε όταν πηγαίναµε σχολείο να έχουµε έναν Αγιο Βαλεντίνο να γιορτάζουµε ανεπίσηµα και να µπορούµε να στέλνουµε στα αγοράκια καρτούλες µε διάφορους υπαινιγµούς, αλλά δυστυχώς δεν είχε φτάσει η χάρη του µέχρις εδώ ακόµα. Αιώνες έκανε να περάσει την Αδριατική ο ευλογηµένος. Ασε που δεν είχαµε αγοράκια σε ακτίνα χιλιοµέτρων, άλλη τραυµατική εµπειρία αυτή. Γι’ αυτό µην ακούτε ποτέ ανθρώπους της ηλικίας µου (‘50s) όταν κάνουν κριτική στον Αγιο Βαλεντίνο, στα µεικτά σχολεία και στην ελευθερία στο ντύσιµο που απολαµβάνει η νεολαία σήµερα. Είναι που πηγαίναµε σε θηλέων (έτσι ακριβώς), φοράγαµε ποδιές ή στολές σαν καλόγριες, σκούρες κι άχαρες, και δεν είχαµε Αγιο Βαλεντίνο. Και ζηλεύουµε, παιδιά, ανθρώπινο είναι… Τώρα πια δεν ειρωνεύοµαι και δεν σνοµπάρω.Ο Βαλεντίνος είναι άγιος για ειδικές ανάγκες, µια µικρή βοήθεια σε καταστάσεις χρόνιας µούγκας, όταν δεν βρίσκεις τρόπο να πεις µια καλή κουβέντα στον παλιό σου σύντροφο, κι αφορµή να χαρίσεις κάτι στον καινούργιο. Απέραντες, βαθιές, ακόρεστες ανάγκες, και τι να σου κάνουν µόνα τους τα λουλουδάδικα; Να υπήρχαν και τίποτα αίθουσες χορού από πρωίας, να µπορείς να χορέψεις πριν σε διαλύσει η νύχτα, να µπεις µεσηµέρι, να έχεις µπροστά σου ένα απόγευµα µαζί µε µια πίστα, δεν θα ήταν θεϊκό; Και ό,τι πρέπει για ατµόσφαιρα κρίσης;

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4618086

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Tα τετρακόσια χρόνια

Κόρη των Αθηνών
Πρωί πρωί, πριν η καφεΐνη φτάσει στον εγκέφαλο, ακούω διαφήµιση για την τηλεοπτική σειρά «1821», που ξεσηκώνει εθνικιστικές αντιδράσεις. «Επειτα από 400 χρόνια σκλαβιά…», λέει η φωνή. Η φράση µε φέρνει πίσω, στα µαθητικά χρόνια των παιδιών µου. Ενα απόγευµα είχα πάρει τον µεγάλο από τον παιδικό σταθµό, αναστατωµένο. «Το ήξερες ότι ήµασταν 400 χρόνια σκλάβοι;» µου είχε πει κλαίγοντας, σαν να µε κατηγορούσε που είχα αποκρύψει αυτό το βαρύ µυστικό. Και τότε είχα θυµηθεί τον εαυτό µου σε παρόµοια ηλικία. Κι εµένα µε είχε σοκάρει αφάνταστα αυτή η κουβέντα, το «ήµασταν 400 χρόνια σκλάβοι». Είχα φανταστεί τους προγόνους µου αλυσοδεµένους, να σέρνονται σε φυτείες, ορυχεία, και ανήλιαγα µπουντρούµια. Στο δικό µου παιδικό τραύµα κατέφυγα γιανα παρηγορήσω τα παιδιά µου.

«Πώς τοφαντάζεσαι αυτό;» είχα ρωτήσει, κι εκείνα, το καθένα µε τη σειρά του, γιατί επαναλήφθηκε η σκηνή µε όλα, µου είχαν περιγράψει την ίδια εικόνα αλυσοδεµένης εξαθλίωσης. Εκεί ξεκινούσαµε το πρώτο µάθηµα Ιστορίας, για το χατίρι της ψυχικής υγείας τους. Κάπως έπρεπε να φύγει από το παιδικό µυαλό αυτό το τροµερό παράπονο, κάπως να γίνουν όλα πιο σχετικά, να φανούν αποχρώσεις, να εξηγηθούν καταστάσεις. Οι πρόγονοί µας δεν πέρασαν τέσσερις αιώνες τέτοια ζωή, ακόµα κι όταν ζούσαν σε εποχές που πολλοί άνθρωποι αλυσοδένονταν, οι µαύροι σκλάβοι ας πούµε.

Αυτή τη φράση λοιπόν διάλεξαν να βάλουν στη διαφήµιση της σειράς που την κατηγορούν επειδή δεν αναπαράγει κλισέ και µύθους. Μια φράση που την ακούµε όλοι µας σε τρυφερή ηλικία, αλλά όχι στο µάθηµα της Ιστορίας. Σε κάτι γιορτές επετείων, κάτι οµιλίες, κάτι πανηγύρια, και µας δηµιουργεί έναν αθεράπευτο εθνικό καηµό, ο οποίος δεν γιατρεύεται µε τίποτε. Μεγαλώνουµε παραπονεµένοι, αναπτύσσουµε µανίες καταδίωξης, γινόµαστε επιθετικοί, είµαστε έτοιµοι να τα βάλουµε µε όλον τον κόσµο, ποτέ δεν χορταίνουµε αποδείξεις αναγνώρισης. Η Ιστορία σαν µάθηµα, οι τηλεοπτικές σειρές, οι εξηγήσεις και οι αποχρώσεις έρχονται µετά, αν έρθουν. Και δεν φτάνουν για να θεραπεύσουν αυτό το προπατορικό παιδικό τραύµα.
TA NEA http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4617667

Πέμπτη, 10 Φεβρουαρίου 2011

Zavarakatranemia

Αδεια η Μάρνη, η οδός που θα µπορούσε να είναι ποταµός. Ο Μάρνης. Αφιερωµένη στη µάχη του Μάρνη, αλλά τώρα όλοι τη λένε «Μάρνης» και κανείς δεν ξέρει γιατί. Ισως βάλουν στη Μάνη ρω σε λίγο καιρό. Αδεια λόγω των γιατρών, που στέκονται µε τα πανό στο βάθος. Στην Αλεξάνδρας τα αυτοκίνητα αγκοµαχούν, υπάρχουν και µερικά λεωφορεία «εκτός υπηρεσίας» για να συµπληρώνεται το καυσαεριογόνο µποτιλιάρισµα. Εκεί πήξιµο, εδώ κενό. Εκεί η καθηµερινότητα, εδώ η εξέγερση. Αλλά και η εξέγερση καθηµερινότητα έχει γίνει. Μια εξέγερση τη µέρα τον γιατρό τον κάνει πέρα.

Δεν ψάχνω πια τη λογική των απεργιών. Το κράτος έχει χρέη, όµως ακόµα δανείζεται, από τα δανεικά θα πάρει ο πιο πεισµατάρης, άρα πίεζε όσο µπορείς, να κουραστ ούν οι άλλοι πριν από σένα (ίσως και να την κατάλαβα τελικά τη λογική).

Στους γιατρούς συµπαρίστανται οδηγοί λεωφορείων,καθηγητές σχολείων και µηχανικοί τρένων. Οχι πως δεν έχουν τη δική τους εξέγερση, αλλά συµµετέχουν και σε αυτή. Παρόλο που κατά βάθος είναι ανταγωνιστικοί, συµπαρίστανται, παίρνουν ο καθένας πείσµα από το πείσµα του άλλου. Το κίνηµα «τζάµπα λεωφορεία και δρόµοι χωρίς διόδια» δεν έχει εκφραστεί.

Ξεκινά η πορεία προς κάποιο υπουργείο. Τα υπουργεία γίνανε πυρήνες επανάστασης. Καταλήψεις υπουργείων, κλείσιµο δρόµων µπροστά σε υπουργεία, χτίσιµο γραφείων διευθυνόντων συµβούλων. Πανό, άσπρες µπλούζες, σηµαίες. Λιακάδα. Πλησιάζουν, καλύπτουν το κενό, ξαφνικά µια εικόνα έρχεται στο µυαλό µου, από ταινία που είχα δει πριν χρόνια. Δεν θυµάµαι πια ποιο έργο, µόνο αυτή τη σκηνή, µια ποµπή προς τη γυναίκα που για µία µέρα συµβόλιζε τη θεά της γονιµότητας. Τραγουδούσε ο Ξυλούρης εκείνο το παράξενο τραγούδι, «Ζαβαρακατρανέµια». Είχε µια ανεξήγητη γοητεία, και στην ταινία, σαν υπόκρουση σε αρχαία τελετή, έβρισκε το νόηµά του. Τρέχαν χωρικοί µε κολοκύθες στις ποδιές, τσαµπιά σταφύλια, χρωµατιστά φρούτα και λαχανικά, να τα δώσουν στην υποτιθέµενη θεά, να τους ευνοήσει. Φιλικοί, χαρούµενοι, γήινοι. Καµιά σχέση µε τους απεργούς της κάθε µέρας. Γιατί τους θυµήθηκα; Επειδή χρειαζόµαστε µια θεά ανεξάντλητης γονιµότητας να παρέχει συνέχεια πλούτη; Κι επίσης λίγο ίλεως, ίλεως;

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4617501
Δεν μπόρεσα να βρω βίντεο απο εκείνη την ταινία, που δεν θυμάμαι και ποια είναι.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Άλλα ανακλαστικά δεν έχουμε;

Φωτογραφία απο το ΒΗΜΑ
Οι µέρες περνάνε και στο Μέγαρο Υπατία τα µάτια των απεργών αρχίζουν να θαµπώνουν και να µην µπορούν πολύ καλά να ξεχωρίσουν τα λευκά αγάλµατα γύρω τους.

Αποκτά κάτι τραγικό αυτή η µάταιη πολυτέλεια. Αλλά αν δεν έχουµε πια άλλο συναίσθηµα απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους που παίζουν τη ζωή τους κορόνα - γράµµατα, µήπως να θυµηθούµε τα συναισθήµατα για τα αγάλµατα; Αυτά που µάθαµε να θαυµάζουµε και να σεβόµαστε παιδιόθεν.

Είπαµε πολλά για το λάθος της αναζήτησης ασύλου στη Νοµική. Καταδικάσαµε, αναλύσαµε και ξανακαταδικάσαµε.

Επαινέσαµε την ψυχραιµία των πολιτικών και λοιπών αρχών που κατάφεραν να ξεπεράσουν τον σκόπελο χωρίς βία. Αλλά τώρα που οι µέρες περνάνε τι γίνεται;

Αυτοί οι άνθρωποι που κατάφεραν να βγουν από τη Μασσαλίας αναίµακτα, πρέπει να µείνουν να πεθάνουν στην Πατησίων; Υπάρχουν επίσης οι Αφγανοί µε τα ραµµένα στόµατα στα Προπύλαια. Εκείνοι είχαν διαλέξει άλλο δρόµο διεκδίκησης. Εκεί δεν πάνε τα κανάλια, δεν κινδυνεύει το άσυλο, δεν καλούνται ΜΑΤ, δεν ανακατεύεται ο πρύτανης. Ο καιρός και γι’ αυτούς περνάει, το σώµα τους χτυπιέται κάθε µέρα µε την ακινησία των διαδικασιών. Θα δοθεί το άσυλο;

Κοίταξαν τα χαρτιά; Πού βρίσκονται οι αιτήσεις; Σε ποια γραφειοκρατία έχουν σκαλώσει; Στο µεταξύ ο οργανισµός τους καταναλώνει µυϊκή µάζα. Κι ο οργανισµός της πόλης καταναλώνει αδιαφορία και βαρβαρότητα. Αφοµοιώνει την ιδέα πως ο νόµος είναι στ’ αλήθεια αυστηρός για ξένους χωρίς δικαιώµατα. Κι ας παίζεται η ύπαρξή τους. Γυρνάµε και φωνάζουµε έξαλλοι για τα διόδια, τα εισιτήρια, τις περικοπές, το άνοιγµα των επαγγελµάτων, την αύξηση του ΦΠΑ, το Μνηµόνιο, τις ταµειακές και οι άλλοι αργοπεθαίνουν σιωπηλοί, µε στόµατα ραµµένα. Μας ξύπνησαν τα ρατσιστικά ανακλαστικά όταν µπήκαν στη Νοµική. Αλλα ανακλαστικά δεν έχουµε; Ανθρωπιστικά ανακλαστικά, αλληλεγγύης ανακλαστικά; Τόση νοµική επιστήµη, τόσο έντονη πολιτική ζωή δεν µπορεί να βρει λύση που θα ταιριάζει σε κάποια καλύτερη ιδέα για τον εαυτό µας, τον ανθρωπισµό που νοµίζουµε ότι διαθέτουµε;
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4617326

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Zυμώνοντας φιλίες

Βιαζόµουνα πολύ, λέει η παλιά µου φίλη καθώς µας υποδέχεται σπίτι της, δεν ετοίµασα τίποτε σπουδαίο… Μόνο ένα ταψί πρασόπιτα, µια πιατέλα λαχανοντολµάδες, και για επιδόρπιο µια µικρή µηλόπιτα να συνοδεύσει τον καφέ. Το φύλλο ανοιγµένο στο χέρι και για την αλµυρή και για τη γλυκιά πίτα, χωριστά. Ελα µωρέ, πώς κάνεις έτσι, δεν είναι και τίποτε δύσκολο. Η συζήτηση µοιραία στρέφεται σε αποκαλύψεις µυστικών για την επιτυχία του φύλλου και την οµοιοµορφία των ντολµάδων. Την ακούω σαν µουσικούλα από ρυάκι που τρέχει δίπλα στα αυτιά µου, δροσερή και ακατανόητη. Γοητευτική και ερµητικά κλειστή. Χάνονται στο παρελθόν οι αναµνήσεις από δικές µου αποτυχηµένες πίτες. Δεν θέλω να ξύνω πληγές, αλλά κάποια στιγµή είχα αποφασίσει ότι δεν είµαι για τέτοια. Το ζυµάρι και τα χέρια µου διάγουν βίους παραλλήλους.

Ωστόσο πόσο µου αρέσει να ακούω τις άλλες καθώς περιγράφουν συνταγές. Θα έρχοµαι να τρώω σπίτι σας και πάντα θα µου λέτε λεπτοµέρειες. Δεν θέλω µυστήριο. Δεν θα βάζω µπουκιά χωρίς να µαθαίνω µαγειρικές διαδικασίες που δεν εφαρµόζω. Εχω κάψει πίτες, έχω υποχρεώσει την οικογένειά µου να φάει άψητους πάτους, σκληρές πασταφλόρες και αποτυχηµένα σουφλέ αρκετά για να παραδεχτούν όλοι ότι ξέρω να διαλέγω ωραία ψωµιά και να φτιάχνω εξαιρετικά σάντουιτς. Ώς εκεί. Φυσικά ξεγελάω τον κόσµο µαγειρεύοντας στις γιορτές, µε τον τσελεµεντέ ανά χείρας, αλλά κανείς δεν προσέχει ότι ποτέ δεν ανακατεύοµαι µε ζυµάρια. Οι δε ντολµάδες υπήρξαν το επόµενο στάδιο κατασκευών µου, που δεν ήρθε ποτέ.

Οι παρέες δένουν καλύτερα όταν έχουν έναν κοινό εχθρό. Ξεθυµαίνουν τις εντάσεις και αποτοξινώνονται. Αποκτούν υπόγειους δεσµούς συνενοχής. Καµιά φορά µπορεί να µη βρίσκουν κανέναν. Να έχουν τόσο αποµακρυνθεί στην καθηµερινότητα που δεν θυµούνται πού καταχωνιάστηκαν οι παλιοί πολυχρησιµοποιηµένοι στόχοι. Τότε αρκεί το ζυµάρι. Είναι κοινός εχθρός µε διαφορετική µεταχείριση. Ζύµωµα από τη µία (µε ένα σφηνάκι τσίπουρο γίνεται τραγανό) κι από την άλλη µοιρασιά και αναγνώριση. Κάπου στο βάθος οι ρόλοι ισορροπούν, οι φιλίες ζυµώνονται.
Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4617142

Οι γυναίκες μπροστά

Φέρνουν οι νεαροί Αιγύπτιοι φωτογραφίες από το Κάιρο. Είναι εικόνες χωρίς αίµατα αυτή τη φορά, δείχνουν πλήθος διαδηλωτών, άοπλων, υποµονετικών, απέναντι σε πλήθος αστυνοµικών. Αντοχή και υποµονή διαφαίνονται πια σε αυτές τις ακίνητες πόζες. ∆εν υπάρχει σύγκρουση, πού και πού βλέπεις κάποια χέρια υψωµένα, αλλά στις περισσότερες µοιάζει όλοι να έχουν πάρει απόφαση ότι θα µείνουν εκεί ακίνητοι για µερικές µέρες, να καλογνωριστούν, να κουραστούν, να είναι παρόντες σε ό,τι ακολουθήσει. Το πλήθος είναι ανδρικό κυρίως, αλλά υπάρχουν και γυναίκες. Λίγες γυναίκες, οι πιο µεγάλες µε µαντίλες και µαύρα φορέµατα, οι νεώτερες µισές µισές, άλλες µε ελεύθερα µαλλιά, άλλες µε χρωµατιστές µαντίλες. Ελάχιστες σε σχέση µε τους άντρες και µαζεµένες κοντά στους πάνοπλους αστυνοµικούς. Σαν να δηµιουργούν ένα ενδιάµεσο στρώµα µεταξύ πολιτών και αστυνοµίας. Μια σειρά από µαντίλες και γυναικεία µαλλιά, σαν λεπτή στρώση κρέµας ανάµεσα σε φέτες παντεσπάνι. Ενθεν και ένθεν οι άντρες, τα µαύρα κράνη από τη µια, τα απροστάτευτα κεφάλια από την άλλη.

Και στη µέση οι γυναίκες; Απορώ. Οι νεαροί χαµογελούν. Ε, βέβαια, έτσι είναι ειρηνικά.

∆ηλαδή πώς έτσι; Κανείς δεν τολµά να πειράξει τις γυναίκες, εξηγούν. Οι γυναίκες είναι απούσες, δεν βγαίνουν εύκολα από το σπίτι, δεν κυκλοφορούν πολύ. Αλλες φοβούνται, οι γονείς δεν τις αφήνουν, η κοινωνία είναι συντηρητική. Αλλά υπάρχουν αυτές που βγαίνουν. Αυτές οι εκλεκτές των φωτογραφιών, οι πιο τολµηρές, πιο αστικοποιηµένες, ίσως χειραφετηµένες, ίσως παρέα µε την οικογένεια ή µε τους φίλους, τρέχουν στους δρόµους και περιµένουν µαζί µε το πλήθος των αντρών. Και µπαίνουν δίπλα στην αστυνοµία επειδή κανένας αστυνοµικός δεν διανοείται να απλώσει το χέρι σε γυναίκα. Είναι ένα είδος αυθόρµητης ασπίδας. Ετσι είναι εκεί. Ετσι είµαστε εµείς.

Να λοιπόν που το άλλοθι της συντηρητικής κοινωνίας, αυτή η άποψη περί προστασίας των γυναικών, για µια φορά, σε αυτή τη δηµόσια αναµέτρηση, έχει την αξία της. Οι γυναίκες µοιάζουν στην εικόνα σαν πρωτοπορία. Τους εύχοµαι από µακριά να καταφέρουνε να βρουν τη φωνή τους µέσα σε αυτό το πέρασµα.

Στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4616915

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Στη συνείδησή μου έσταξα σαγκουίνι

Πριν λίγα χρόνια η επιστήµη κατέρριψε οριστικά κάθε ιδέα που είχε περάσει ανά τους αιώνες σε σχέση µε τοαίµα και τις κατηγορίες του. ∆εν ήταν καθόλου αυτονόητο. Χιλιάδες επιστήµονες επί εκατοντάδες χρόνια ξόδεψαν φαιά ουσία και πολύ χαρτί για να διατυπώσουν σοφίες για το αίµα και τη συνέχειά του, την καθαρότητά και τη µίανση του, να χωρίσουν τους ανθρώπους σε φυλές κατά το αίµα, επειδή το χρώµα όσο να ‘ναι είναι πολύ επιφανειακό και δεν ικανοποιεί. Το αποκορύφωµα της επιστηµοσύνης αυτής ήταν η ναζιστική κατοχή της Ευρώπης, µε επιστήµονες να αλωνίζουν την Πολωνία, την Ουκρανία, τον Καύκασο, τη Λευκορωσία, και να ψάχνουν να βρουν ποιοι πολίτες είχαν αίµα ύποπτο για ανάµειξη µε φυλές που θεωρούσαν κατώτερες και ποιοι το είχαν κρατήσει έτσι καθαρό ώστε να µπορούν να µετέχουν στο Γ’ Ράιχ. Μπορεί να ακούγονται γελοία αυτά σήµερα, αλλά κόστισαν εκατοµµύρια ζωές και θα έπρεπε προ πολλού να έχουµε ξανασκεφτεί εκφράσεις όπως «∆ίκαιο του αίµατος». Ακούγεται βέβαια πολύ σοβαρό στα λατινικά: jus sanguinis! Ρωµαϊκό δίκαιο είναι αυτό, η βάση της ευρωπαϊκής µας ύπαρξης. Εντάξει, όλοι οι Ευρωπαίοι είµαστε κολληµένοι µε τη Ρώµη, είναι αξεπέραστη, δεν λέω, αλλά ακόµα και την Εγνατία οδό τη φτιάξαµε ξανά µε άσφαλτο. Προχωράει ο κόσµος, έστω και βογκώντας από αντίδραση. Χρειάστηκε να περάσουν µερικές δεκαετίες ακόµα µετά τον Πόλεµο, για να αποδειχτεί πλήρως και απολύτως ότι οι άνθρωποι είναι αδύνατον να χωριστούν σύµφωνα µε το αίµα. Θες να τους έχεις χωρισµένους ανά χρώµα, ανά ύψος, ανά φύλο και ηλικία, ανά εισόδηµα και τόπο κατοικίας ή µορφωτικό επίπεδο, το αίµα πάντως έχει τις δικές του συγγένειες. Μπορεί να είσαι ο πιο ξανθός λευκός του βόρειου ηµισφαιρίου και πάµπλουτος, κι όταν χρειάζεσαι αίµα να πάρεις του πιο µαύρου φτωχού και ψειριάρη παρία για να σωθείς. Λέξεις όπως «καθαρόαιµος», «γαλαζοαίµατος», «ηµίαιµος» κ.λπ. είχαν κάποτε µεγάλη αξία στα µυαλά των ανθρώπων, όµως πια έχουν νόηµα µόνο ποιητική αδεία.
Ευτυχώς τα λατινικά είναι πλούσια γλώσσα. Υπάρχει και το ex loco για να δώσεις ιθαγένεια. Υπάρχει η Ευρώπη στην οποία ανήκουμε. Οι ευρωπαϊκές χώρες και οι πρακτικές τους. Υπάρχει επίσης, στα λατινικά και όχι μόνο, η έννοια της προόδου και της εξέλιξης.

Στα ΝΕΑ: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4616347

Μαθήματα ελληνικών, πολιτικές λέξεις

Οι αιγύπτιοι µαθητές µου χθες βράδυ δεν είχαν όρεξη να συνεχίσουν τη γραµµατική. «Μάθε µας λέξεις της πολιτικής», είπαν. Οι Εράσµους διαµαρτυρήθηκαν. ∆ιότι έχουµε και φοιτητές Εράσµους στα µαθήµατα Ελληνικών που δίνουµε δωρεάν στηνΑγορά της Κυψέλης, οι οποίοι, αν και διδάσκονται Ελληνικά στο πανεπιστήµιο, έρχονται και σε µας και κάθονται δίπλα-δίπλα µε τους µετανάστες. Θα είµαστε καλοί δάσκαλοι, φαίνεται, ή θα τους αρέσει η παρέα. Κι ας κάνει κρύο τροµερό αυτές τις µέρες κι ας µην µπορούµε µε τίποτα να ζεστάνουµε αυτά τα παλιά µαγαζιά που έχουν γίνει τάξεις. Οµως ήταν η µέρα των Αιγυπτίων και το αίτηµα έγινε δεκτό. Την πρώτη µισή ώρα τους ρωτούσαµε πώς βλέπουν τα πράγµατα, τι θα γίνει στην πατρίδα τους. Είναι νέοι,γεµάτοι ενθουσιασµό, θα ήθελαν να είναι εκεί. Θέλουν δηµοκρατία. ∆εν φοβούνται. Στις εξεγέρσεις,τους λέω, σηµασία έχει ποιος παίρνει τελικά την εξουσία. Με κοιτάνε παραξενεµένοι, τι θα πει αυτό; Εξέγερση, εξουσία; ∆ύσκολες λέξεις.

Αρχισα να γράφω στον πίνακα λέξεις: ∆ηµοκρατία (θηλυκό ουσιαστικό, να µην ξεχνάµε και τη γραµµατική) και ελευθερία (παροµοίως, οι αφηρηµένες έννοιες είναι συχνά θηλυκές, αν και τα θηλυκά είναι λιγότερο αφηρηµένα στη ζωή), ύστερα την εξέγερση, την επανάσταση, την ισότητα. Ολα θηλυκά. Το Σύνταγµα, το κόµµα, το καθεστώς, το πολίτευµα, ουδέτερα. Τη λέξη νόµος. Αρσενικού γένους.∆εν είναι πολύ δηµοφιλής στον τόπο µας, αλλά χρειάζεται. Εκλογές, θηλυκού γένους στον πληθυντικό. Η διάκριση των εξουσιών, ρωτά η γαλλίδα Εράσµους. Γέµισε ο πίνακας. Η Γαλλίδα θέλει να πει πολλά, αλλά δεν τη βοηθάει η γλώσσα. Ξαφνικά της φαίνεται ενδιαφέρον το µάθηµα,εκεί που νόµιζε ότι θα βαριόταν.

Περνάµε έτσι το δίωρο, εξηγούµε τις λέξεις και τις έννοιες και όπως τιςγράφω στον πίνακα και βλέπω τα µάτια των Αιγυπτίων µου ναλάµπουν και της Γαλλίδας µου να ζωντανεύουν, ζεσταίνεται κι η αίθουσα από τη φλόγα τους και σαν να ξαναβρίσκω κι εγώ νόηµα σε αυτές τις παλιές λέξεις, σαν να τις ανακαλύπτω από την αρχή.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ  3 Φεβρουαρίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4616159

Η πετρόσουπα

Πέφτει η νύχτα ακόµα νωρίς, κάνει κρύο και το περπάτηµα δεν ζεσταίνει αρκετά. Επιστρέφοντας στο σπίτι αρχίζω να ονειρεύοµαι µια σούπα που δεν θα προλάβω να φτιάξω. Μου αρέσει τον χειµώνα να φτιάχνω σούπες, είναι τόσο παρηγορητικές και καταπραϋντικές, πέρα από θρεπτικές και νόστιµες. Θυµάµαι τις σούπες του µπαµπά µου, που έφτιαχνε πάντα παράξενα πράγµατα, κάθε σούπα και επινόηση. Αισθάνοµαι αµέσως ότι αξίζω λίγη φροντίδα,ταυτόχρονα θα µπορούσα και να τη δώσω όµως. Θα µπορούσα να φτιάξω εγώ µια σούπα, σε µια µεγάλη κατσαρόλα µάλιστα, και να τη µοιράσω σε µια µεγάλη παρέα, η οποία θα µε είχε βοηθήσει νατηνπαρασκ ευάσω προηγουµένως. Θα ήθελα τέτοιες µέρες ναείµαι ο ήρωας της «Πετρόσουπας», ενός παραµυθιού από τα Κλασικά Εικονογραφηµένα. Είναι η βάση της κουλτούρας µου τα Κλασικά, το παραδέχοµαι. Σαν να βλέπω µπροστά µου τη σελίδα, µε τον ταξιδιώτη που φτάνεισε έναν πύργο και του κλείνουν την πόρτα κατάµουτρα. Εξω βρέχει και κάνει κρύο, αλλά αυτός χαµογελώντας επιµένει να ζητά µια γωνιά να φτιάξει τη σούπα του. ∆εν θέλει τίποτε άλλο εκτός από µια φωτιά και ένα καζάνι. Θα φτιάξει τη σούπα µε µια πέτρα µόνο. ∆ιαλέγει την πέτρα προσεχτικά, του δίνουν το καζάνι από περιέργεια, κάθεται απόπάνω και περιµένειτην πέτρα να βράσει. Τη δοκιµάζει και ζητάει λίγο αλάτι, του φέρνουν. Μήπως τους βρίσκονται λίγα καρότα; Μα φυσικά. Εχουν και πατάτες, κρεµµύδια, ένα κοµµάτι κρέας, πράσα, τι άλλο θέλετε; Γίνεται πολύ ωραία η πετρόσουπα και τη µοιράζονται όλοι πανευτυχείς στο τέλος.

Μια τέτοια σούπα θα ήθελα, να την έφτιαχναν όλοι µαζί οι άνθρωποι που κρύβουν στα ντουλάπια της κουζίνας τους τα υλικά, αλλά χρειάζονται κάποιον να βρει την πέτρα. Κάποιον να ζητήσει το καζάνι και να ανάψειτη φωτιά, να περιµένει από πάνω να πάρει βράση. Πολύ την ονειρεύοµαι αυτή την πετρόσουπα καθώς περπατάω στο κρύο.

Στο µεταξύ συµβιβάζοµαι δυστυχώς µε ένα άθλιο σνακ σε φακελάκι που το ρίχνεις σε βραστό νερό και µυρίζει γλουτένη.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 1 Φεβρουαρίου 2011 http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4615989

Tο περίσσευμα

Το όµορφο κτίριο στην Πατησίων το έβλεπα να ανακαινίζεται και αναρωτιόµουν τι θα γίνει. Να τι έγινε: το περίσσευµα που έλειπε την κρίσιµη ώρα των διαπραγµατεύσεων. Θα µπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι το ελληνικό πανεπιστήµιο µε τα τόσα κληροδοτήµατα θα έβρισκε µόνο του ένα κτίριο να παράσχει στους µετανάστες. Αλλά ίσως δεν ήθελε να δώσει ελπίδες σε περισσότερους και επιχειρήµατα στους µεν εξ αριστερών και στους δε εκ δεξιών, που καραδοκούσαν να αρπάξουν ό,τι επιχειρήµατα χάνανε τον δρόµο τους τις δύσκολες εκείνες ώρες. Ισως και ο ∆ήµος Αθηναίων θα µπορούσε να βρει χώρο, έχει κι αυτός διάφορα κτίρια.

Ή το υπουργείο Εσωτερικών, Προστασίας του Πολίτη κ.λπ. Η Εκκλησία της Ελλάδος θα ήτανλογικό να τρέξει επίσης, µε πολλές προτάσεις, γιατί αυτή πια κι αν έχει ακίνητα, αφότου µάλιστα αντάλλαξε και κάτι λίµνες που της περίσσευαν από την οθωµανική περίοδο… Κι αυτήν ποιους θα έπρεπε να φοβάται, σε ποιον θα έδινε επιχειρήµατα; Οµως κανείς απ’ όλους αυτούς δεν τη ρισκάρισε την προσφορά. Μόνο ένας ιδιώτης βρέθηκε να προσφέρει το περίσσευµα που είχε γίνει τόσο τραγικό υστέρηµα. Αυτός δεν φοβήθηκε µην του µαγαρίσουν οι φτωχοί τα κάτασπρα µάρµαρα. Εκανε την υπέρβαση και έδωσε ένα µάθηµα σε όλους, σε Εκκλησία, σε πανεπιστήµιο, σε δήµο, σε υπουργεία, και στους υπόλοιπους µε τις προκαταλήψεις, τις φοβίες, τα κολλήµατά µας. Και µόνο οι εικόνες των απεργών πείνας µέσα στις κουβέρτες, δίπλα στα µαρµάρινα αγάλµατα, κάτω από πολυτελείς σκάλες, είναι τόσο ανατρεπτικές για τα κοινωνικά κλισέ, τόσο απρόσµενα ελπιδοφόρες, τόσο ταρακουνάνε µυαλά που δεν το έχουν καταφέρει χίλιες διακηρύξεις, τόσο εκπαιδεύουν που δεν το έχουν πετύχει χίλια µεταπτυχιακά. Μπορεί οι περισσότεροι να ξέρουµε κάθε στιγµή ότι δεν περισσεύει τίποτε σε κανέναν, πως ο καθένας για το ψίχουλό του θα αφήσει να καταστραφούν θεσµοί πολύτιµοι, µπορεί διάφοροι το µόνο που ελπίζουν να είναι εξέγερση και βία, µπορεί πολλοί να είναι έτοιµοι να διαλύσουν την εύθραυστη κοινωνική µας συνθήκη, αλλά λες υπάρχει ελπίδα τελικά, το έργο µας δεν είναι τραγωδία.
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 31 ιανουαρίου 2011
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4615989

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...