Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ο Λέννον στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών αγώνων


 Από το να ψάξω τα καλύτερα της χρονιάς που τελειώνει, πιο εύκολα θα έβρισκα τα χειρότερα, εκεί μάλιστα θα δυσκολευόμουν να διαλέξω. Και τι δεν είχε το 2012 από απογοητεύσεις και διάλυση αυταπατών, από στιγμές φρίκης, όπως η νύχτα που κάψανε την Αθήνα, μέχρι στιγμές μεγαλύτερης φρίκης, όταν φίλοι με μάλωναν που λυπόμουν τα ντουβάρια… Ήταν χρονιά καταιγιστικής απομυθοποίησης, χρονιά σκληρότατης προσγείωσης στην ανελέητη πραγματικότητα του κοντόφθαλμου εγωισμού των ελλήνων και των υπερβολικά τραγουδισμένων κοινοτήτων τους…
 Βέβαια διάβασα ωραία βιβλία, άκουσα ωραία μουσική, είδα ωραίες εκθέσεις και ωραίες ταινίες, αλλά συνεχώς ήθελα κάτι πιο ανάλαφρο από αυτά που προσφέρει η τέχνη, κάτι πέρα από αυτή την επίσης σκληρή αποκάλυψη της ψυχικής αβύσσου των ανθρώπων. Κάτι που να ισορροπεί στο χείλος της αβύσσου και να ψιθυρίζει λόγια παρηγοριάς, δηλαδή λίγη ακόμα αυταπάτη, λίγη ακόμα ψευδαίσθηση, χειροπιαστή κατά προτίμηση, σα γλυκάκι το χειμώνα, σαν ένα τραγούδι..
Μια τέτοια στιγμή έζησα παρακολουθώντας το Imagine στην τελετή λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου. Το πρόσωπο του Τζον Λέννον σαν τεράστιο γλυπτό, σαν άγαλμα θεού που στηνόταν ενώπιόν μας, και το ουτοπικό του κοσμαγάπητο τραγούδι μπροστά στα δισεκατομμύρια των τηλεθεατών ήταν η πιο καλή στιγμή της χρονιάς για μένα. Μια στιγμή –ανατροπή όλων των υπολοίπων, μίζερων, στενόκαρδων, σοφών και ρεαλιστικών ωρών ατέλειωτης αυτογνωσίας και καταβύθισης που λέγαμε.  
Όλη τη χρονιά η συνείδηση ανελέητη μιλάει για τα λάθη, παρελθόντος και παρόντος. Για το πόσο λάθος ήταν οι ακραίες επαναστατικές ιδέες της νεότητάς μας. Πόσο αφελείς υπήρξαμε όταν πιστεύαμε στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων, όταν είχαμε την πεποίθηση ότι αρκούσε η ελευθερία και όλα θα λύνονταν. Μια στιγμή μη ρεαλιστική, ένα τρίλεπτο νοσταλγίας για την εποχή της αφέλειας. Υπήρξε μια πολυτελής περίοδος, εκεί στα σίξτις και στα σέβεντις, στην ακμή και την παρακμή της Δύσης, η νεολαία, που τώρα όλοι λένε ότι έπαιρνε πολλά ναρκωτικά, τότε όμως δεν είχε καμία σημασία, θεώρησε ότι σ’ αυτό τον κόσμο έπρεπε να είναι ο παράδεισος των ανθρώπων και να απαγορεύεται η ανισότητα, η καταπίεση, η αδικία, η δυστυχία. Είχε τόσο μεγάλες φιλοδοξίες, τόσο υψηλές βλέψεις, νόμιζε πως  κατανόησε επιτέλους την ανθρώπινη φύση, και η λατρεία του Τζον Λέννον στο στάδιο φέτος απέδειξε ότι δεν ήταν και τόσο λάθος η άποψη. Ο Τζον Λέννον έφτιαξε τραγούδια που ακόμα ακούγονται και συγκινούν, τραγούδια που προορίζονταν για όλο τον κόσμο, και τον πέτυχαν, ακούγονται σε όλον τον κόσμο. Ακόμα οι άνθρωποι χρειάζονται την ελπίδα ότι μπορούν να ξεπεράσουν την κόλαση της μικρότητάς τους, να αγωνιστούν για καλύτερη συνύπαρξη, χρειάζονται λίγο lmagine για να πορεύονται.
 http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.stigmes&id=20702

Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Πιστεύω στα Χριστούγεννα


Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγαλλονται
χαίρε η φύσις όλη.
Τα δυο αδερφάκια αλβανικής καταγωγής που ξέρω από μωρά, με μάθανε καλά. Μου τα τραγούδησαν ολόκληρα τα κάλαντα κι ανταμείφθηκαν αναλόγως. Ποιος ξέρει τι θα λένε μεταξύ τους για μένα, αυτή είναι πολύ χριστιανή! Έχω και κάτι εικόνες στο χωλ, πού να φανταστούν το δικό μου σύμβολο πίστεως. Χρηματοδότησα και φέτος τα γενναία μικρά που μου χτύπησαν την πόρτα, παιδιά μεταναστών όλα, τους έδειξα πώς να κρατάνε σωστά το τρίγωνο, τους προμήθευσα κορδελίτσες, τα κέρασα μελομακάρονα. Σε άλλες συνθήκες, σε άλλους καιρούς μάλλον, θα ήμουν πολύ θρήσκο άτομο, το έχω καταλάβει. Καθολική θα μου πήγαινε νομίζω, να φοράω και μαύρες δαντέλες στα μαλλιά, και γενικά να εκδηλώνομαι περισσότερο και να ψάλλω τακτικά αυτούς τους δυτικούς ύμνους που μ’ αρέσουν.  
Οχι καλέ δεν πιστεύω στο Χριστό, ούτε και στο θεό, πόσο μάλλον. Πιστεύω όμως στα παιδιά που λένε κάλαντα. Αφού το λένε πως γεννάται, έτσι είναι. Μέσα στη μεγάλη νύχτα γεννιέται ο θεός του ήλιου. Πιστεύω στην αναβίωση πανάρχαιων εθίμων. Ας ξέρουμε ότι κανένας δεν γεννιέται, υποδεχόμαστε το θείο βρέφος με ενθουσιασμό. Πιστεύω στις γιορτές, στην ανθρώπινη σοφία που έφτιαξε τα ημερολόγια, παρατήρησε τον ήλιο και άναψε φώτα, έμαθε να ελπίζει, να προγραμματίζει τη χαρά, έμαθε να χορεύει και να τραγουδά. Πιστεύω στους χορούς και στα τραγούδια. Επίσης στο κρασί, στο τσίπουρο και στο ουίσκι. Πιστεύω με φανατισμό στα μανταρίνια και στα ρόδια.
Πιστεύω στα έλατο που μένει πράσινο, πιστεύω στα στόλίδια που κρεμάμε κάθε χρόνο για να φέρουν αφθονία και γενναιοδωρία. Πιστεύω στα μελομακάρονα, τα γλυκά που έτρωγαν στις γιορτές των μακάρων, για τους νεκρούς που γαλήνεψαν, και πάλι φαγητό τους φτιάχνανε, γλυκό για τη μακαριότητα. Δεν πιστεύω αντίθετα στους κουραμπιέδες, αλλά δεν ξέρω γιατί. Είναι θέμα γούστου. Πιστεύω φυσικά στο γούστο, καθώς και στην καλλιέργεια του γούστου.
Με δυο λόγια δεν πιστεύω στο Χριστό, αλλά πιστεύω στα Χριστούγεννα με πάθος και αφοσίωση. Και κάθε χρόνο αλλάζω το σύμβολο της πίστεως αυτό, αν και στα βασικά του σημεία μένει το ίδιο. Είναι σωστό να είναι στον πληθυντικό, χωράνε μέσα τόσες ποικιλίες.
Χρόνια πολλά, ευχές για καλυτέρευση της ζωής, καλλιέργεια της ψυχής, του πνεύματος και του σώματος, ευχές για εξάσκηση στη βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων καθημερινά για όλο το χρόνο.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=20908

Χρόνια πολλά στο δρόμο με τα μαγαζιά


Τόσο κόσμο στην Ερμού δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Και πιστέψτε με, ζω πολλά χρόνια σ’ αυτή την πόλη, και κάθε Χριστούγεννα  περνάω την Ερμού ανελλιπώς.
Πυκνό ανθρώπινο ποτάμι κατέβαινε χτες την επίσημη οδό του εμπορίου. Έτσι και ήθελες να την ανέβεις, δεινοπαθούσες. Το ρεύμα δεν σε άφηνε να προχωρήσεις. Ολόκληρο το κέντρο ήταν πλημμυρισμένο κόσμο, έβλεπες οικογένειες ολόκληρες με μωρά σε καρότσια να έχουν βγει βόλτα. Πόσον καιρό είχα να δω καροτσάκια στην Αθήνα; Από την προηγούμενη γενιά μωρών νομίζω. Μετά από τόσους μήνες νέκρα και μιζέρια  ήταν σα να μπορούσες να ψαύσεις σ’ αυτή την κοσμοσυρροή την καταπιεσμένη επιθυμία των ανθρώπων για γιορτή και κατανάλωση, για απόλαυση και βόλτα. Την έπιανες στον αέρα κανονικά. Μπορεί να μην έκαναν ψώνια, να μη σώσουν τα μαγαζιά που περιμένουν αυτές τις μέρες να ορθοποδήσουν, ωστόσο ήταν εκεί, και χάζευαν, κι έψαχναν, και ξεχνιόνταν, κι ίσως θυμόνταν μέρες της παιδικής ηλικίας τους, όπως θυμάμαι εγώ κάθε Χριστούγεννα που βγαίνω βόλτα στην Αθήνα. Ίσως μερικοί απ’ αυτούς να είπαν στα παιδιά τους μια καλή κουβέντα για την πόλη τους, όπως έλεγε σε μένα ο πατέρας μου, όπως είπα στα παιδιά μου, κι ακόμα δεν ξέρω αν έκανα καλά.
«Η Αθήνα, έλεγε με πεποίθηση ο πατέρας μου, έχει τα πάντα. Αρκεί να τα ψάχνεις βέβαια, να ρωτάς και να μαθαίνεις. Θέλεις να σου δείξω πού θα βρίσκεις τα καλύτερα σουβλάκια; Πού θα βρίσκεις το καλύτερο ψωμί, τα καλύτερα κρέατα, τις φτηνότερες κολόνιες;»
Με πήγαινε κάθε Χριστούγεννα βόλτα στην Αθήνα, μου παρέδιδε την πόλη επισήμως με όλα τα κλειδιά της. Περπατούσαμε όλη την Αιόλου, έρχονταν τότε μικροπωλητές κι έστηναν πάγκους, περνούσαμε ανάμεσα τους, σε μια φωτισμένη πανδαισία φτηνών παιχνιδιών που φάνταζαν στα μάτια μου σαν την ίδια τη σπηλιά του Άη Βασίλη. Ζεσταινόταν η καρδιά του ανθρώπου, έλιωνε η καρδιά του παιδιού. Η υπόσχεση για την πόλη που κάποτε θα μπορούσα να περιδιαβαίνω ελεύθερα, να βρίσκω κι εγώ τους θησαυρούς της, ανανεωνόταν κάθε χρόνο.
Ανέβηκα με κόπο την Ερμού χτες, κόντρα στο ρεύμα, στο πλήθος που κατέβαινε πυκνό κι ένιωθα σαν τελάλης των μαγαζιών και των λοιπών θαυμάτων της, πωλητών σαλεπιού, ινδικής καρύδας, ακροβατών, θεατρίνων δρόμου, μουσικών, μαριονετών, κλπ. Τα έχει όλα εδώ, μου ερχόταν να φωνάξω. Καλά κάνατε και βγήκατε, υπάρχουν τα πάντα, ό,τι χρειάζεται ο καθένας και κάτι ακόμα, ό,τι μπορεί να αποκτήσει κι ό,τι απλώς επιθυμεί και κάτι ακόμα. Κι οι επιθυμίες πρέπει να καλλιεργούνται ακόμα κι αν δεν ικανοποιούνται. Η πόλη τις χρειάζεται, όπως μας χρειάζεται κι εμάς, και τη χρειαζόμαστε κι εμείς. Αυτή είναι, αυτήν έχουμε, κακή στραβή, βρωμερή ή μίζερη, στα χέρια και στα μάτια και στις αποφάσεις μας κρέμεται, να γλιτώσει ή να χειροτερέψει. Όπου αλλού και να πάμε δεν έχουμε άλλη. Είναι όπως τη φτιάξαμε κι όπως τη χαλάσαμε, κι αν φύγουμε μακριά και ζήσουμε αλλού, πάλι αυτή θα είναι η Αθήνα. Δεν θα μας ακολουθεί, αλλά σίγουρα θα μας περιμένει. 
 http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%AC-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B4%CF%81%CF%8C%CE%BC%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%B9%CE%AC

Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

Φέρτε τις πιρόγες


Πιάνει δυνατή βροχή. Σε τρία λεπτά η οδός Λευκάδος έχει γίνει ορμητικό ποτάμι. Αν θεωρήσεις τα πεζοδρόμια όχθες του ποταμού την πάτησες, διότι εκεί που συναντά την όχθη το ποτάμι είναι πιο βαθύ. Είναι τα χαντάκια στις άκρες, κάποια συμβολική απεικόνιση χανδακίων. Το χαντάκι είναι τούρκικη λέξη, οπότε του δώσαμε και κατάλαβε, για λόγους εθνικής αξιοπρέπειας. Πρέπει λοιπόν να πηγαίνεις από τη μέση του δρόμου, αλλά εκεί περνάνε τ’ αυτοκίνητα. Ευρωπαϊκή συνήθεια αυτή. Μας έφαγαν οι ευρωπαίοι. Μας βάλανε στη μέση, τούρκοι από δω, ευρωπαίοι από κει, άντε να περάσεις. Μας τσάκισαν οι μεγάλες δυνάμεις.
Ρυάκι η Σπετσών, χείμαρρος η Κερκύρας. Κατεβάζει νερό με άγριο κύμα. Του γλυκού νερού νησιά γίνανε όλα. Το λένε γλυκό, αλλά είναι αγανακτισμένο. Για την Παξών δεν συζητάμε καν, έχει σε μόνιμη βάση ποτάμι εκεί, από μια πηγή που βρέθηκε σε υπόγειο πολυκατοικίας και δεν σκεπάστηκε καλά. Κρήνη αγνώστων στοιχείων. Γιατί έτσι κάνουμε εμείς με τις πηγές, τις σκεπάζουμε, φταίνε οι Βαυαροί πρωτίστως που φαγώθηκαν να κάνουν πρωτεύουσα την Αθήνα. Δεν ήμασταν ώριμοι για πρωτευουσιάνοι. Εκείνος ο Λουδοβίκος, ο αρχαιόπληκτος, δεν του έφτανε που γέμισε το Μόναχο κολώνες, να την ψωνίζουν αργότερα οι άρειοι απόγονοι του, ήθελε και την Αθήνα πρωτεύουσα στο βασίλειο του γιου του. Ωραία προκοπή μας έφτιαξε κι αυτός. Αντί ν’ αρχίσει από τη βάση, να κάνει πρώτα υπονόμους, έφτιαξε νεοκλασικές Βιβλιοθήκες και Ακαδημίες. Κι ύστερα σηκώθηκε κι έφυγε και μας άφησε με τους εργολάβους. Μια δουλειά σωστή δεν έκανε. Και δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ζητάμε αποζημίωση για όλ’ αυτά από το σημερινό κρατίδιο της Βαυαρίας. Τόσο και τόσα ζητάμε από τους Γερμανούς, και ξεχνάμε αυτά για τα οποία είναι απολύτως υπεύθυνοι. Μας μπερδεύει που η Βαυαρία ενσωματώθηκε στο Ομοσπονδιακό κράτος για να αποφύγει τις ευθύνες της.
Ποιο ποτάμι κελάρυζε εδώ πέρα που κατρακυλάνε ορμητικά νερά; Λίγα δέντρα θα είχε γύρω- γύρω, μπορεί κάποτε να πλένανε κι ασπρόρουχα. Τώρα διαλύονται τα μαυροπάπουτσα εδώ. Τι ωραία φύση είχαμε που μας βάλανε οι μεγάλες δυνάμεις να την κάνουμε πρωτεύουσα. Τι τη θέλαμε, εμείς που αγαπάμε τα χωριά μας; Αχ βαχ. Η γενιά του Πολυτεχνείου φταίει για όλα. Αν είσαι πολυτεχνίτης βρες μια λύση. Η Ευελπίδων ήταν ρέμα, η Φωκίωνος Νέγρη επίσης. Δεν ξέρουμε πώς τα έλεγαν. Να είχαν ονόματα, να τα βάλουμε ιν μεμόριαμ, σε μαρμάρινες πλάκες, να στηλιτεύεται εσαεί η ανθρώπινη παρέμβαση. Ξεπηδά η ροή κάθε φορά λες και δεν καταλαβαίνει τις κοινωνικές παραμέτρους. Χτίσαμε κύριε. Χρειαζόμασταν δρόμους, νόμους και καθόλου υπονόμους, πλήρη κάλυψη οικοπέδων για να παράγουμε πλεόνασμα, ανάπτυξη. Αλλά δεν φταίμε. Γιατί να τιμωρούμαστε πάντα οι φτωχοί;
Αυτό το διασυρμό του κράτους με την παραμικρή βροχή κάθε φορά δεν τον αντέχω. Αυτή τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Πάνε κι οι μπότες, πάει και το μαλλί, πάει κι η καμπαρντίνα. Δέκα πόντους λάσπη, από διερχόμενα αυτοκίνητα. Να μην το πω ότι φταίνε οι αμερικάνοι που τα εφηύραν, εξυπακούεται.
Κρατείστε μέσα γέρους και μωρά, φέρτε τις πιρόγες. Γι αυτό αγαπάμε τους Ινδιάνους, αυτοί θα μας σώσουν.
 Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20756 

Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο καημένος ο Ντεπαρντιέ


Σα να γίνονταν Αλβανοί οι δικοί μας αστέρες...
Βρε τον καημένο τον Ντεπαρντιέ τι έπαθε.. Δεν φτάνει που αναγκάστηκε να γίνει Βέλγος για να γλιτώσει τη φορολογία 75% των εισοδημάτων του, τον έχρισαν ανεπίσημα εκπρόσωπο της πλουτοκρατίας προσπερνώντας άλλους ξενέρωτους ιδιοκτήτες βιομηχανικών κολοσσών και κολλώντας στη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα. Οπότε ξεσπάθωσε με διάφορες διαμαρτυρίες και παράπονα προσωπικά εναντίον του πρωθυπουργού οι οποίες απέδειξαν στο κοινό του γι άλλη μια φορά πόσο πολύ θέλει να τον αγαπούν και να τον παραδέχονται. Κι είπε διάφορα ωραία, καλά να είναι ο άνθρωπος, διασκεδάσαμε λίγο. Πώς δεν είναι Γάλλος πια, είναι ευρωπαίος. Εγώ η χαζή έλεγα ότι είμαι ευρωπαία επειδή πληρώνω τους φόρους μου. Για να μην πει ανοιχτά ότι έγινε Βέλγος, ξέρετε οι Γάλλοι με τους Βέλγους έχουν ένα θέμα, τους θεωρούν παρακατιανούς, φτιάχνουν ανέκδοτα εις βάρος τους και τέτοια. Βλακώδες, αλλά άμα είσαι λαϊκό είδωλο μετράει. Ειδικά τέτοιο λαϊκό είδωλο, σαν τον Ντεπαρντιέ, που το έχεις παίξει ενσάρκωση της γνήσιας γαλλικής ψυχής. Όσο νάναι τη στραπατσάρεις την εικόνα σου να πας να γίνεις Βέλγος.
Τι τραβάνε κι οι Γάλλοι με το σοσιαλισμό. Ενώ αν ήταν Έλληνας δεν θα είχε τέτοια προβλήματα. Εμείς εδώ σεβόμαστε τους μεγάλους καλλιτέχνες, και όχι μόνο. Και τους μεγάλους εργολάβους, και τους μεσαίους μπορώ να σου πω, και τους μικρούς. Και τους μικρο-μεσαιο- μεγάλους επαγγελματίες πάσης φύσεως, κι ένα σωρό κόσμο που δημιουργεί και δρα σ’ αυτό τον τόπο. Ποτέ κανείς δεν αναγκάστηκε να αλλάξει υπηκοότητα για να μη φορολογηθεί, και να υφίσταται μετά σχόλια επικριτικά και κακεντρεχή που φτάνουν να αμφισβητούν το ταλέντο του. Εκείνες οι οφσόρ είσπραξης δικαιωμάτων που μάθαμε ότι είναι η μέθοδος πληρωμής καλλιτεχνών, δεν λειτουργούν στη Γαλλία; Πρέπει να είσαι χώρα με μεγάλη ακτογραμμή για να δουλέψει κάτι τέτοιο; Μπορεί. Πρέπει να είσαι ναυτικός λαός, τρίτη δύναμη στον κόσμο, κάτι τέτοιο; Δεν αποκλείεται.
Κάποτε το είχε κάνει και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν αυτό, θυμάστε; Στα γεράματα πια, κι αφού είχε βεβαιωθεί ότι δεν θα χρειαζόταν να  προσφύγει στα φημισμένα γηροκομεία και νοσοκομεία της πατρίδας του, είχε αλλάξει υπηκοότητα κι αυτός. Είναι αλήθεια ότι το παρακάνουν οι Σουηδοί με τους φόρους, φορολογείσαι με την πρώτη αναπνοή, όχι με το πρώτο ευρώ, αλλά όπως και να το κάνεις χτυπάει άσχημα, έστω κι αν είσαι σκηνοθέτης της ανθρώπινης ψυχής που ουδέποτε ασχολήθηκες με πολιτικά ζητήματα, κρατική οργάνωση και τέτοια. Κάπως γίνεσαι μέρος του πανθέου των αδύναμων ηρώων σου, έτσι δεν είναι; Θα μου πείτε, γιατί όχι;
Παράξενοι άνθρωποι. Είναι δυνατόν να μη βρίσκουν άλλους τρόπους για να μη φορολογούνται; Τόσο τέλεια συστήματα έχουν; Γιατί δεν μας τα λένε κι εμάς, που όλο περιμένουμε να βρεθεί σε τίποτε ημερολόγια των Μάγιας η φόρμουλα της πάταξης της φοροδιαφυγής; Ας ερχόταν εδώ ο Ντεπαρντιέ να πάρει μαθήματα από έλληνες καλλιτέχνες πώς να μην πληρώνει τόσο μεγάλους φόρους και πάλι να τον αγαπούν, πολύ περισσότερο μάλιστα.
Από την Εφημερίδα των Συντακτών

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η πρωτοπορία έρχεται από τη Θράκη


imageΣτο μάθημα της Γλωσσολογίας, μου λέει η Αϊτούλ καθώς πίνουμε καφέ κοντά στην Πανεπιστημιούπολη, ειδικά στα κεφάλαια που αναφέρονται στη διγλωσσία και την πολυγλωσσία, αισθάνομαι σα να αναφέρονται ειδικά σε μένα! Είναι το αγαπημένο μου μάθημα! Έτσι δίγλωσση και πολύγλωσση είμαι κι εγώ, που μεγάλωσα σε πομακοχώρι, πήγα σε μειονοτικό δημοτικό και σε δημόσιο γυμνάσιο, έμαθα υποχρεωτικά τρεις γλώσσες από παιδί και κάποια στιγμή κατάλαβα ότι όλο αυτό είναι δύσκολο αλλά ωραίο.
Κι εκεί ακούγοντας τη νεαρή αυτή τελειόφοιτο της Φιλοσοφικής, για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει στη Θράκη. Αυτό που κάποτε ήταν ανίατο μειονέκτημα, η διαφορετική γλώσσα στο σπίτι, διαφορετική από την επίσημη που μιλά η πλειονότητα,  κι επιπλέον η διδασκαλία μιας τρίτης ακόμα γλώσσας στο σχολείο για τους Πομάκους, έχει φτάσει να γίνει πλεονέκτημα και πλούτος, τουλάχιστον για τα παιδιά που καταφέρνουν να ξεπερνάνε τα εμπόδια της περίπλοκης αυτής κατάστασης. Κι όλο και περισσότερα παιδιά ξεπερνάνε τα εμπόδια, γιατί όλο και περισσότερα συνεχίζουν το σχολείο, δεν το εγκαταλείπουν όπως δεκαπέντε χρόνια πριν, που η διαρροή από το Γυμνάσιο έφτανε το 65%. Μερικά φτάνουν μέχρι το Πανεπιστήμιο. Υπάρχει ένας νέος πλούτος στη Θράκη που παράγεται τα τελευταία χρόνια, αφότου οι διαφορές αποφασίστηκε να μην αντιμετωπίζονται σαν μειονεξία.
Όχι πως ήταν εύκολο να συμβεί αμέσως, χρειάστηκε πολλή δουλειά, χρειάζεται ακόμα πολλή δουλειά. Ακόμα και τώρα τα παιδιά που εγκαταλείπουν το σχολείο πριν τελειώσουν έστω το Γυμνάσιο, είναι περισσότερα από τον εθνικό μέσο όρο. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει. Έχει γίνει η βασική ανατροπή, έχει υποχωρήσει ο φόβος και η δυσπιστία εκατέρωθεν. Και οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Το 1993 οι μαθητές Γυμνασίου της μειονότητας στο νομό Ροδόπης και Ξάνθης ήταν συνολικά 941 και τώρα είναι 3581. Στα Λύκεια οι μαθητές ήταν 231 και τώρα είναι 2.602.
Για να γίνει αυτό το θαύμα χρειάστηκε η πολιτική στροφή της ελληνικής πολιτείας να πάρει σχήμα. Και το σχήμα ήταν το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων που ξεκίνησε το 1997, με βασική ιδέα να διδάξει στα παιδιά ελληνικά. Να τα διδάξει μέσα στο σχολείο μεν, αλλά σε ξεχωριστό πρόγραμμα, μετά τα μαθήματα, και να τα διδάξει όπως διδάσκονται οι ξένες γλώσσες. Γιατί ξένη γλώσσα ήταν τα ελληνικά για τα περισσότερα παιδιά της μειονότητας, κι όσο δεν τη μάθαιναν κανονικά και συστηματικά, παρατούσαν απλώς το σχολείο τελειώνοντας το Δημοτικό –ή πριν το τελειώσουν καν- χωρίς να ξέρουν στ’ αλήθεια γραφή κι ανάγνωση.
Μπορεί να μοιάζει με το αυγό του Κολόμβου, πώς αλλιώς θα μάθεις μια ξένη γλώσσα αν όχι όπως μαθαίνονται οι ξένες γλώσσες; Κι όμως, για να φτάσει να ξεκινήσει το Πρόγραμμα χρειάστηκε να περάσουν δεκαετίες με το σχολείο να φυτοζωεί. Διότι έπρεπε να διδάσκονται τα παιδιά το πρόγραμμα των υπολοίπων, σα να ήταν τα ελληνικά μητρική τους γλώσσα, που δεν ήταν, ή στο μειονοτικό σχολείο να έχουν  διπλό πρόγραμμα, ελληνικό και τουρκικό, πάντα στο ίδιο πνεύμα. Πνεύμα προσηλωμένο στη συνθήκη της Λωζάννης που κοντεύει πια 100 χρόνια αφότου υπογράφηκε και σίγουρα δεν είχε προτεραιότητα της να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες των παιδιών στο σχολείο.
Το αξιοθαύμαστο με το Πρόγραμμα αυτό δεν είναι μόνο το ό,τι κατάφερε να εφαρμοστεί, που δεν ήταν και λίγο, μέσα στο γεμάτο δυσπιστία εκατέρωθεν περιβάλλον, αλλά και το πώς άνθισε, πώς εξελίχτηκε σε εργαστήρι εφαρμογής πρωτοποριακών ιδεών για προσέγγιση των παιδιών με τη γνώση. Λίγο –πολύ είναι γνωστό ότι άλλαξε άρδην τη σχολική ζωή των παιδιών της μειονότητας, τα οποία μπόρεσαν επιτέλους να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα τους με λύση φτιαγμένη για τις ανάγκες τους. Επιπλέον γέννησε σωρό ακόμα ιδέες και πράξεις για το ξεπέρασμα δυσκολιών στο σχολείο, που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν κι αλλού. Δάσκαλοι και καθηγητές εκπαιδεύονται επίσης, για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των παιδιών τους, και γράφονται σιγά- σιγά τα κατάλληλα βιβλία. Βέβαια όσοι ενδιαφέρονται για τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας τα ξέρουν ήδη και χρησιμοποιούν όσο μπορούν το υλικό του.
Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα, η δυσπιστία εκατέρωθεν ήταν πολύ κουραστική, αλλά η επιμονή απέδωσε καρπούς. Τα παιδιά στο σχολείο έμαθαν να χαίρονται τη γνώση, να ζητούν περισσότερα από τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους. Δόθηκε η δυνατότητα και σε γονείς, μητέρες κυρίως, που ενδιαφέρονταν, να διδαχτούν ελληνικά. Γυναίκες που σαν κοριτσάκια είχαν παρατήσει το σχολείο μπόρεσαν να ξαναγίνουν μαθήτριες.
Διατρέχοντας το δελτίο του Προγράμματος πέφτει κανείς πάνω σε καλοκαιρινές φωτογραφίες: τα παιδιά ζωγραφίζουν βότσαλα δίπλα στο Νέστο. Στα βιντεάκια του εκπαιδευτικού συνεδρίου που έγινε τον Οκτώβριο στην Κομοτηνή, ακούγοντας μια μικρή ομάδα του γυμνασίου να εξηγεί το πείραμα που έκανε για να καταλάβει την κατανομή των κρατήρων στην επιφάνεια της Σελήνης, ανάμεσα σε άλλα, καταλαβαίνεις ότι η σχολική ζωή έχει μεταμορφωθεί στα μειονοτικά χωριά της Θράκης.
Είναι εποχή απολογισμών, κι επειδή κουράζεται κανείς με τους απανωτούς αρνητικούς απολογισμούς της πολιτικής και κοινωνικής μας ζωής των τελευταίων χρόνων, συνιστώ να παρακολουθήσετε αυτά τα βίντεο, να ακούσετε τις δασκάλες, τα παιδιά, ακόμα και τον οδηγό του βαν που πηγαίνει στα απομακρυσμένα χωριά κάθε βδομάδα μεταφέροντας βιβλία και προτάσεις συμμετοχής. Επειδή δεν έχει διακριθεί η ελληνική πολιτεία σε πολλά θετικά πράγματα για τη συνέπεια και την επιμονή της, αυτά θα σας φτιάξουν το κέφι.

Βιντεο με παρουσίαση του προγράμματος από την Αννα Φραγκουδάκη

η σελίδα του δελτίου

ένα βίντεο από το συνέδριο

η σελίδα του προγράμματος

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20657

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Το καλό το παλικάρι…


Όσο η κρίση βαθαίνει τόσο τα λεωφορείο αραιώνουν, κι είναι όλο και πιο ασφυκτικά γεμάτα. Θα έπρεπε λοιπόν να είμαστε πανευτυχείς προχτές που πετύχαμε το 022 μισοάδειο, με θέσεις διαθέσιμες. Πηγαίναμε καθιστές όλες, γυναίκες στη συντριπτική πλειοψηφία ήμασταν, υπήρχε μόνο ένας άντρας ο οποίος κάθισε στην έξω θέση ενός διπλού καθίσματος. Στην επόμενη στάση μπήκε μέσα άλλη μια γυναίκα και πήγε να καθίσει στη μοναδική πλέον άδεια θέση, αυτή δίπλα στον άντρα. Όμως εκείνος δεν ήθελε.
-Δε χωράς εδώ, της λέει απότομα.
-Αν σηκωθείτε θα χωρέσω, του απαντάει.
Πράγματι, οι διπλές θέσεις σ’ αυτά τα λεωφορεία είναι αρκετά στενές. Κανείς δεν μπορεί να καθίσει στη μέσα μεριά αν δεν σηκωθεί πρώτα αυτός που κάθεται στην έξω. 
-Δε χωράς σου λέω!
-Χωράω κύριε! Αν δεν θέλετε να σηκωθείτε, πηγαίνετε εσείς εκεί, να καθίσω εγώ έξω.
-Τι λες μωρή, που θα μου πεις τι να κάνω. Άντε φύγε από δω.
Μήπως ήταν το κάθισμα ενάμιση, σαν αυτά που έχουν μερικά τέτοια λεωφορεία, και πράγματι δεν χωρούσε άλλος; Όχι, ήταν κανονικό διπλό κάθισμα. Ο άντρας ήταν αρκετά ψηλός και σωματώδης, αλλά έπιανε μόνο μια καρέκλα. Η διπλανή του ήταν άδεια, κι είχε αποφασίσει ότι έτσι του άρεσε να παραμείνει. Δεν είχε εμφάνιση τραμπούκου, φορούσε γυαλιά, ήταν σχετικά καλοντυμένος, αλλά η φωνή του είχε αρχίσει να υψώνεται δυσοίωνα. Υπάρχει αρκετός εκνευρισμός διάχυτος σε μέρη όπως τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ τώρα τελευταία, πολλοί πιστεύουν ότι είναι χώρος κατάλληλος να αποφορτίσεις τον υπερβάλλοντα τσαμπουκά σου, να εκτονώσεις την επιθετικότητα σου,  να νιώθεις μετά πιο υγιής και ανάλαφρος. Ίσως το θηλυκό στοιχείο να τον προκαλούσε, να είχε κάποια ιδιαίτερη ψυχική ευαισθησία ο τύπος.
-Δεν φεύγω κύριε, του είπε ψύχραιμη η γυναίκα. Έχω δικαίωμα να καθίσω στην ελεύθερη θέση. Σας παρακαλώ να με αφήσετε να περάσω.
Εκνευρισμένος εκείνος με την αμετακίνητη στάση της, ύψωσε κι άλλο τους τόνους.
-Ρε ουστ από δω! Ρε άντε φύγε, μη σ’ αρπάξω από τον κότσο και σε σβουρίξω απέναντι!
Αυτό το είπε πια πολύ δυνατά, πολύ προσβλητικά και προκλητικά. Ακούστηκαν ένα- δυο έεε, σαν ήπια παρατήρηση. Ο τύπος δεν πτοήθηκε, απείλησε λίγο ακόμα. Είχαμε αρχίσει να κοιταζόμαστε ανήσυχα. Τι θα γινόταν πραγματοποιούσε την απειλή; Ήταν διπλάσιος σε ύψος από τη γυναίκα. Αν στ’ αλήθεια τη χτυπούσε, θα την άφηνε στον τόπο. Πού έβρισκε κουράγιο εκείνη; Κι ο οδηγός γιατί δεν παρενέβαινε; Καθόταν ακριβώς πίσω του, δεν έπρεπε κι αυτός να πει κάτι; Τόση αδιαφορία;
Εκεί που αναρωτιόμασταν βλέπουμε το λεωφορείο να σταματάει δίπλα σε μια παρκαρισμένη κλούβα της αστυνομίας. Σηκώνεται από τη θέση του ο οδηγός, ανοίγει την πόρτα, βγαίνει έξω χωρίς να πει λέξη. Κοιτάμε έξω να δούμε τι έκανε, μιλούσε με τους αστυνομικούς; Πήγε κοντά τους με τα χέρια στις τσέπες, προσπέρασε, τον χάσαμε. Τι έκανε, δεν είδαμε.  Στο μεταξύ όμως, μέσα στο όχημα, ο τσαμπουκάς είχε σηκωθεί από τη θέση του χωρίς άλλες ιστορίες. Η γυναίκα είχε περάσει στο μέσα κάθισμα, κι εκείνος είχε μείνει όρθιος από το πείσμα του, μουρμουρίζοντας κάτι που δεν το ακούσαμε, κι ούτε θέλαμε, αρκετά είχαμε ακούσει.
Ο οδηγός ξαναμπήκε χωρίς να μιλήσει. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Ξεκίνησε και συνεχίσαμε τη διαδρομή. Το λεωφορείο γέμισε σιγά- σιγά, κάποιος άλλος κάθισε δίπλα στη γυναίκα. Ηρεμήσαμε. Ξύπνιος ο οδηγός μας τελικά, δεν ήταν αναίσθητος όπως νομίσαμε. Απλώς δεν θέλησε να το παίξει πλοίαρχος, δεν βρισκόταν μεσοπέλαγα μόνος εκπρόσωπος του νόμου και της τάξης. Υπήρχαν εκεί δίπλα οι εκπρόσωποι, κι έστω και σαν συμβολική παρουσία έπαιξαν το ρόλο τους. Υπάρχει ακόμα σεβασμός λοιπόν στο βάθος της έξαλλης ψυχής μας προς το νόμο -που προστατεύει τα γυναικόπαιδα- και τη λογική- έστω και πλαγίως, δια του φόβου. Παρηγορητικό.
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC%CF%81%CE%B9%E2%80%A6

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Ο Σαμαράς παίρνει Νόμπελ...

Στα χαρακώματα του Α Πολέμου χάθηκε
η νεολαία της Ευρώπης το 1914-18

Σχεδόν κάθε βράδυ στη ΝΕΤ υπέροχα σήριαλ εποχής μας διδάσκουν ευρωπαϊκή Ιστορία. Ο Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος σε δυο απ’ αυτά μας θυμίζει το τρομερό σφαγείο που οδήγησε τους ευρωπαίους να αποφασίσουν να σταματήσουν τους πολέμους. Φυσικά δεν ήταν εύκολο, γι αυτό ακολούθησε ο Δεύτερος πόλεμος, αλλά μετά η απόφαση οργανώθηκε καλύτερα. Ακόμα δεν είναι εύκολο. Οι άνθρωποι δεν είναι ειρηνικοί εκ φύσεως. Χρειάζεται συνεχής προσπάθεια, καλλιέργεια σχέσεων διαφορετικού τύπου από αυτές που συνήθιζαν για αιώνες τα ευρωπαϊκά κράτη. Γι αυτό το επίτευγμα δόθηκε το Νόμπελ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί μερικοί να το βλέπουν μικρό, αλλά πρώτη φορά στην ιστορία της το κατάφερε για τόσο καιρό. Η Ευρώπη των κρατών που ακόμα βιώνουν εθνικισμούς, και μάλιστα αναζωπυρωμένους. Και η κριτική για τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρώπης είναι σωστή, στο θέμα αυτό η Ένωση και οι χώρες που την αποτελούν φέρονται σα να φοράνε μπούρκα, κρύβονται πίσω από στερεότυπα και φήμες, αρνούνται να δείξουν την τόλμη που έδειξαν σε άλλα πράγματα, όπως στη φροντίδα για διατήρηση της ειρήνης.
Το Νόμπελ πάντως το παίρνουν επειδή κατάφεραν να μην πολεμάνε μεταξύ τους μετά το 1945, και φέρνει η μοίρα η δική μας, των Ελλήνων, να στέλνουμε το Σαμαρά πρωθυπουργό να το παραλάβει μαζί με τους άλλους. Τον άνθρωπο που όταν ήταν υπουργός εξωτερικών στη μακρινή εποχή της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, επινόησε στην ουσία ένα πρόβλημα με τους γείτονες και το όνομα της καινούργιας χώρας τους και πρότεινε λύση με τον τρόπο που ακριβώς απέφευγαν οι ευρωπαίοι για να έχουν ειρήνη: αδιάλλακτο και ουσιαστικά αδιέξοδο, χωρίς περιθώρια συμβιβασμού. Τον τρόπο που παγίδευε κάποτε τους πολιτικούς σε τελεσίγραφα και οδηγούσε τα κράτη σε πολέμους. Κι έκτοτε η αδιαλλαξία καλλιεργήθηκε και κάθε προσπάθεια συμβιβασμού λοιδωρήθηκε, και ειπώθηκαν βαριές κουβέντες γεμάτες μίσος και πολεμική διάθεση, αλλά πόλεμος δεν έγινε. Λες και δεν συμμετείχε η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο, δεν χόρτασε νεκρούς. Μήπως το ό,τι έζησε απομονωμένη από τους γείτονες της στην περίοδο του ψυχρού πολέμου, δεν αναγκάστηκε να συνηθίσει την ύπαρξη τους, καλλιέργησε αυτή τη συγκρουσιακή, αδιάλλακτη νοοτροπία; Τι να πω πια; Ακούς και σήμερα διάφορους δεξιά κι αριστερά να μιλάνε σα να είναι έτοιμοι να πιάσουν τα καριοφίλια. Μπορεί να ελπίζουν στο βάθος ότι στο τέλος θα τους συγκρατήσουν οι μεγάλες δυνάμεις, ευρωπαίοι κι αμερικάνοι, ύστερα θα μπορούν να παραπονιούνται ότι οι μεγάλες δυνάμεις ανακατεύονται στα εσωτερικά μας, κλπ.
Ο Σαμαράς λοιπόν, ο οποίος ποτέ δεν έκανε αυτοκριτική για εκείνα, όπως και κανένας άλλος, ο οποίος δήλωνε διάφορα αδιάλλακτα φυλετιστικά πριν εκλεγεί, χώρια τα όσα έλεγε ως αντιπολίτευση, αλλά ουδείς αναμάρτητος, αυτός είναι που πάει ως ευρωπαίος να παραλάβει το Νόμπελ ειρήνης. Μας επιφυλάσσει η μοίρα μεγάλες ειρωνείες.
Δεν πειράζει όμως. Βοήθειά του. Ας το χαρεί, κι ας αφήσει το πνεύμα του Όσλο να τον φωτίσει και να τον καλλιεργήσει. Αμήν.
Aπό την Εφημερίδα των συντακτών

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Ηanna, δεν είναι η βροχή....


Σήμερα που είναι Κυριακή κι έχω και τη γιορτή μου, (είπα χτες), θα επιδοθώ σε παραλήρημα, θα διολισθήσω σε αυταρέσκεια επιτρεπτή μόνο λόγω του προνομίου που χαρίζει το όνομα, το οποίο ακόμα γιορτάζω με χαρά, αν και φανατικά άθεη και παιδιόθεν δύσπιστη, τουλάχιστον, στα εκκλησιαστικά.
La Vierge, l'Enfant Jésus et sainte Anne, by Leonardo da Vinci, from C2RMF retouched.jpg
Η Αγία Άννα, η Παναγία και ο μικρός Ιησούς υπό Νταβίντσι
Το όνομα Άννα λοιπόν είναι το εβραϊκό Χάννα, που σημαίνει χάρις, τα βρίσκεις αυτά στο Γκουγκλ εύκολα τώρα πια, το όνομα της μητέρας της Παναγίας, γιαγιάς του Ιησού. Στα ελληνικά η Άννα είναι όνομα πολύ αγαπητό, κι από ό,τι έμαθα πριν πλουτίσω το λεξιλόγιο μου, πολύ πριν πάω σχολείο, πολύ πριν υποψιαστώ την ύπαρξη της Γραμματικής, στη γενική κάνει ‘της Άννας’. Κλίνεται το όνομα μου δηλαδή, κι ας είναι εβραϊκό, όπως και το Μαρία. Η Μαρία της Μαρίας, εβραϊκό κι αυτό, αλλά εξελληνισμένο. Έχουμε αυτή την κακή συνήθεια της γενικής, που δίνει ένα σίγμα στ θηλυκά, το οποίο πιθανότατα το παίρνει από τα αρσενικά, διότι θα έχετε παρατηρήσει ότι τα αρσενικά αντιστοίχως χάνουν ένα σίγμα στη δική τους γενική: ο Μάκης, του Μάκη, κλπ. Ενδιαφέρον αλισβερίσι το οποίο αν δεν  ψυχαναλύθηκε κάποτε ελπίζω να ψυχαναλυθεί στο μέλλον, ποιος χάνει και ποιος κερδίζει από τα ‘πάθη των ονομάτων’ ειδικά τις γενικές τις κτητικές, ξέρετε τώρα.
Μπορεί κάποτε να τα καταργήσουμε όλ’ αυτά, η γλώσσα εξελίσσεται, δεν ξέρεις τι θα της συμβεί μεθαύριο, αλλά προς το παρόν τα έχουμε, τις γενικές των θηλυκών και των αρσενικών, όσο ξένη κι αν είναι η προέλευση των λέξεων. Οπότε δεν καταλαβαίνω γιατί όλα τα θηλυκά που λήγουν σε άλφα και ήτα δεν πρέπει να κλίνονται, όσο εξωτικά και/ή μισητά είναι, όπως η τρόικα ας πούμε. Η οποία τρόικα πριν γίνει δανειστής ήταν άμαξα με τρία άλογα και τη θυμάμαι να διασχίζει τις στέπες της Ρωσίας στις μεταφράσεις του Τσέχωφ και του Ντοστογιέφσκι, καθώς και να εμφανίζεται για πρώτη φορά ως μεταφορά στη σοβιετική- ρωσική πολιτική. Τρόικα ήταν τότε τρεις άντρες αρχηγοί, δεν θυμάμαι ποιοι, θυμάμαι όμως πεντακάθαρα ότι κλινόταν: η τρόικα, της τρόικας.
Θέλω να πω ότι η λέξη έχει μακριά καριέρα στην ελληνική γλώσσα ώστε δικαιούται τουλάχιστον τα πάθη κάθε θηλυκού, μια αξιοπρεπή γενική με σίγμα, πέραν όλων των άλλων. Δεν θα χάσει τίποτε η ελληνική οικονομία αν δώσει αυτό το σίγμα πλουσιοπάροχα, με την παλιά και παραδοσιακή φιλοξενία και ανιδιοτέλεια. Δεν καταλαβαίνω την τσιγκουνιά των μισών πολιτικολογούντων του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης που επειδή ξέχασαν τη γραμματική του Δημοτικού μας βασανίζουν εμάς τις καλές μαθήτριες καθημερινά, όχι μόνο με τις περικοπές που επιβάλει η τρόικα αλλά και με περικοπές που επιβάλουν εκείνοι στην τρόικα, για εκδίκηση ίσως.
Ύστερα όμως οι περικοπές πιάνουν κι άλλες αθώες λέξεις και ονόματα. Η Μάλτα ας πούμε, δεν κάνει στη γενική της Μάλτας, όοοοχι. Της Μάλτα! Και φυσικά το ίδιο παθαίνει η Βολιβία, η Ουρουγουάη, η Παραγουάη, και λοιπές. Η δε πόλη του Μεξικού, αν και ουδέτερη, κολλάει την ασθένεια: της κοτσάρουν μια γενική στα καλά καθούμενα, αλλά όχι την κατάληξη: η πόλη του Μεξικό!  Η καημένη η Λατινική Αμερική πληρώνει τις αμαρτίες του εκλατινισμού της. Παίρνουμε εκδίκηση για τον αφανισμό των Ινδιάνων. Κινδυνεύει και η Βραζιλία.  Της Αργεντινής θα της το χαρίσουμε επειδή την έχουμε ως παράδειγμα χρεοκοπίας.
Τώρα θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με τις γενικές; Ε, ναι, έχουμε όλοι τις αδυναμίες μας, τους κάλους μας. Εξάλλου περίμενα τη γιορτή μου για να ξεσπάσω, εκμεταλλευόμενη την επιείκια που χαρίζεται στις εορτάζουσες. Έχω μια βίδα μ’ αυτή τη δυσκαμψία των ξένων λέξεων. Διακρίνω κάτι σαν κόμπλεξ ώρες- ώρες απέναντι τους. Σα να σιχαινόμαστε και ταυτόχρονα να φοβόμαστε να τις πιάσουμε στο στόμα μας. Κάποτε πρέπει κι αυτή η στάση να ψυχαναλυθεί.  
Ορίστε, τα είπα και ξεθύμανα, μη μου κρατάτε κακία, πέρασε κι η γιορτή της αγίας Άννας, ή/και αγίας Άννης που έλεγαν οι παλιοί, αδίστακτοι άνθρωποι, το παράκαναν πια κι εκείνοι. Ένα σίγμα εμένα μου φτάνει, είμαι ολιγαρκής.
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20492 

Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

Grafitti


Χειμωνιάτικο βράδυ, μεγάλη νύχτα ξεκινά, κι ένα δεκάχρονο βγαίνει προς Μοναστηράκι και Ψυρρή να πουλήσει λουλούδια. Σ’ ένα σκοτεινό στενό σταματάει λίγο και ψάχνει την τσέπη του, βγάζει ένα σπρέι μπογιάς και πιάνει να μουτζουρώνει την κυλινδρική μεταλλική επιφάνεια ενός στύλου της τροχαίας. Είναι πολύ λεπτός ο σωλήνας που διάλεξε, αλλά φαίνεται δεν τολμάει να πάει σε κάτι μεγαλύτερο. Εξάλλου όλα είναι πιασμένα εκεί γύρω, τοίχοι πολυκατοικιών, κατεβασμένα ρολά μαγαζιών, πλαίσια παραθύρων, παλιές πέτρινες μάντρες. Παντού έχουν γράψει κάτι, ζωγραφίσει, μουτζουρώσει ή απλώς λερώσει. Οι πιο μεγάλες και καλλιτεχνικές συνθέσεις αναδίδουν την κατάθλιψη που βασανίζει την πόλη, οι μικρότερες είναι πιο καταγγελτικές, όλες είναι γεμάτες γωνίες, οξείες γωνίες, οξύτατες. Όλες έχουν κάτι το εκρηκτικό, το απειλητικό. Ακόμα και μια πράσινη πανδαισία που τριγυρίζει την είσοδο κάποιας πολυκατοικίας αποτελείται μόνο από μυτερούς κάκτους. Λόγχες ξεπηδάνε από χαμηλούς θάμνους με άλλες λόγχες και τυλίγουν την εξώπορτα με λογχοειδή φυτά. Ατέλειωτες οδοντοστοιχίες με μυτερά δόντια εμφανίζονται σε κάθε χαμόγελο.
Κοριτσάκια κι αγοράκια στα γκράφιτι είναι λιπόσαρκες φιγούρες ετοιμοθάνατων από φυματίωση που κατηγορούν την κοινωνία. Μια η τεχνοτροπία κι ένα το θέμα στα γκράφιτι, το αδιέξοδο που δημιουργεί η ίδια η επιφάνεια εργασίας, η απελπισία των κατοίκων πίσω από τους τοίχους. Αληθινή ή υποθετική, μόνο αυτή ενδιαφέρει κι εμπνέει. Πόλη σε μισώ, πόλη με μισείς, φωνάζουν τα γκράφιτι. Το φωνάζουν χρόνια τώρα, πολύ πριν από την κρίση. Στη μεγάλη αφθονία επάνω άρχισαν, εξάλλου οι μπογιές είναι ακριβές. Είναι σπορ που αντιστέκεται όμως. 
Ο μικρός ανθοπώλης δυσκολεύεται να γράψει κάτι στη στενή σωλήνα. Κοιτάζει  πίσω του μήπως κανείς το βλέπει, μήπως το μαλώσουν ή το διώξουν. Παιδεύεται, ιδρώνει μέσα στο κρύο, κρατάει και τα λουλούδια, δυσκολεύεται. Ξεκλέβει χρόνο και φοβάται να ξανοιχτεί στο χώρο.  Άλλοι έχουν συνεργεία, βγαίνουν παρέες, κουβαλούν στα σακίδια ολόκληρο σετ μπογιές. Πλούσιοι και φτωχοί, από βόρεια κι από νότια προάστια, από δυτικές συνοικίες κι από γειτονιές του κέντρου. Μαθητές γυμνασίου και λυκείου δίνουν ραντεβού τις νύχτες κοντά σε μέρη με άγραφες επιφάνειες. Αντί για γράψιμο, γκράφιτι. Χαρτζιλίκια θυσιάζονται για αγορά σπρέι. Μερικές φορές γίνονται επίσημες προσκλήσεις, από τα τρόλεϊ, τα τρένα, ακόμα κι από διευθυντές σχολείων. Ελάτε παιδιά να δημιουργείστε, κοπιάστε. Αφού θα μουτζουρωθούν που θα μουτζουρωθούν, σκέφτονται κάποιοι, ας το κάνουμε τουλάχιστον οργανωμένα, μπας και προκύψει κάτι καλαίσθητο. Αυτό που προκύπτει όμως έχει πάντα τη σφραγίδα του υλικού, κατά κάποιο τρόπο, και το υλικό δεν είναι μόνο οι τοίχοι κι η μπογιά, είναι κι αυτή η κατάθλιψη, μια απελπισία σχεδόν υποχρεωτική, κλισέ απελπισία, κλισέ αδιέξοδο, κλισέ κατάθλιψη που δεν αφήνει και πολλά περιθώρια πρωτοτυπίας. Ωστόσο όλοι οι νέοι οφείλουν να περάσουν από κει, είναι στάδιο μύησης, να βγάλουν τον επιθετικότητα από την απότομη άνοδο της τεστοστερόνης στους τοίχους, να τους γεμίσουν απειλητικές αιχμές κάθε σχήματος.  Και καλύτερα γκράφιτι παρά άλλα χειρότερα, σκέφτονται πολλοί και ξαναπιάνουν μοιρολατρικά τη βούρτσα και τον ασβέστη. Ή δεν την πιάνουν. Σιγά και τι έγινε;
Στο στενό του κύλινδρο ο μικρός πλανόδιος κοιτάζει το έργο του χωρίς σιγουριά. Δεν κατάφερε σ’ αυτή την καμπύλα επιφάνεια να παράγει αρκετές γωνίες. Νοιώθει πως είναι φτωχός,  μικρός και μόνος, και κρίμα τα λεφτά για το παλιοσπρέι. Το κοιτάζει απογοητευμένος, κάνει να το πετάξει, ύστερα το κρατάει, το κρύβει σ’ ένα παλιό τσαντάκι στη μέση του. Πρέπει να περιμένει να μεγαλώσει λίγο. Πιάνει τα λουλούδια αγκαλιά, ξεκινά για το νυχτοκάματο.
 Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=20426

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Βόλτα στη Διώρυγα


Ξαφνικά μου ήρθε η ιδέα καθώς πλησιάζαμε στην Κόρινθο, έστριψα δεξιά προς «Τουριστική περιοχή Ισθμού». Στην παρέα υπήρχαν νεαροί που δεν είχαν σταθεί ποτέ να κοιτάξουν τη διώρυγα πάνω από τη γέφυρα, όπως κάναμε κάποτε. Πριν γίνει ο αυτοκινητόδρομος συνηθίζαμε τη στάση για σουβλάκια στον Ισθμό, κι εκεί οι πολύ περίεργοι μπορούσαν να περάσουν από τη στενή πεζογέφυρα και να θαυμάσουν το χάος από κάτω. Όταν βλέπεις κάτι γνωστό με ανθρώπους που δεν το έχουν ξαναδεί, έχεις τη δυνατότητα να το ανακαλύψεις ανανεωμένο.
Η παράκαμψη έμοιαζε με ταξίδι στο χρόνο. Όλα στην παλιά γέφυρα ήταν ξεχασμένα στη θλίψη και την παρακμή τους. Σκουπίδια κι εγκατάλειψη. Τα μαγαζάκια έμοιαζε  να έχουν να αγοράσουν εμπόρευμα από τη μέρα που εγκαινιάστηκε ο άλλος δρόμος. Ένα σύμπλεγμα από τσιμεντένιους στύλους που είχαν βάλει κάποτε για διακόσμηση, να ξεβάφει και να ξεφλουδίζει. Η γέφυρα σκουριασμένη, τα κάγκελα της σπασμένα, στραβωμένα.
Ωστόσο πάνω στη γέφυρα μια οικογένεια γιαπωνέζων έκανε τον τουρισμό της, έβγαζε με ενθουσιασμό απανωτές φωτογραφίες το εντυπωσιακό τοπίο.  Δεν κατάλαβα αν οι νέοι της παρέας πρόσεξαν τη σκουριά και την παρακμή. Έβγαζαν κι αυτοί φωτογραφίες, έβγαζαν και επιφωνήματα θαυμασμού, χρησιμοποιούσαν τη λέξη ‘κανάλι’,  σύγκριναν με το Σουέζ! Είναι πραγματικά ένα τοπίο που σου κόβει την ανάσα, αλλά το έχουμε συνηθίσει, ξεπεράσαμε το δέος που μας έπιανε άλλοτε, και δεν βρίσκουμε τρόπους να το ανανεώσουμε.
Ωστόσο κάποτε ο νεωτερισμός του λειτουργούσε στο δρόμο του ταξιδιού, τα σουβλάκια δίπλα στο μεγαλειώδες θέαμα όπου μπορείς να θαυμάσεις ταυτόχρονα  τη φύση και την τεχνολογία, ήταν νόστιμα όσο και τα άλλα, στο Ρίο- Αντίρριο. Κάπως έχουν συνδεθεί τα σουβλάκια με τα περάσματα, πράγμα λογικό. Περασμένα κι αυτά σε καλαμάκι ίσως βοηθούσαν όταν ήταν τα περάσματα πιο δύσκολα, τώρα που έγιναν πανεύκολα χρειάζεται κάτι άλλο να βρεθεί για συνοδεία.
 Γιατί δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στις αλλαγές, στην ύπαρξη του νέου δρόμου αυτό το μέρος; Να προτείνουν  μια βόλτα αυτοτελή οι επιχειρηματίες, να πηγαίνεις για καφέ σε ωραία μαγαζιά, με ανάδειξη του τοπίου, με κάτι τέλος πάντων; Ένα βάψιμο στα κάγκελα να κάνανε.
Πήρα έναν καφέ, αγόρασα κάτι μαγνητάκια για το ψυγείο, κάτι καρτούλες. Απόδειξη δεν μου έδωσαν, και δεν ζήτησα. Άφησα στους μαγαζάτορες τη μικρή ικανοποίηση ότι είχαν κλέψει ένα ευρώ από το κράτος, που τους αδίκησε, που έκανε νέο δρόμο, που τους εγκατέλειψε στην έλλειψη έμπνευσης και όρεξης που τους δέρνει, που δεν τους πείθει να προσπαθήσουν για κάτι καλύτερο, που τους τυφλώνει και δεν βλέπουν καν τι ομορφιά έχουν μπροστά τους. 
 Από την εφημερίδα των συντακτών 4-12-12

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Μύηση πρώτου βαθμού στην Ελευσίνα

Στη σπηλιά υπήρχε ιερό του Πλούτωνα

Έχουν κάτι τόσο ανυπεράσπιστο οι αρχαιολογικοί χώροι τις μέρες με λιακάδα. Ειδικά όταν είναι έτσι μεγάλοι, άδειοι και κάπως έρημοι, μακριά από τα πλήθη που συρρέουν στην Ακρόπολη πληρώνοντας 12 ευρώ το άτομο για να πατήσουν στο ιερό βράχο και να φέρουν βόλτα τον Παρθενώνα. Στην Ελευσίνα το εισιτήριο έχει μόνο 3 ευρώ, και μπορείς να πας παντού στο χώρο του αρχαίου ιερού, να περάσεις πάνω από πηγάδια και δεξαμενές πατώντας σε ξύλινες κατασκευές, να μείνεις αρκετή ώρα ακόμα και για μια μύηση πρώτου βαθμού, σαν αυτή που κάναμε εμείς στην κυριακάτικη βόλτα μας. Κι εκεί απολαμβάνοντας την ήσυχη λιακάδα να νιώσεις την ανωτερότητα του παρόντος πάνω στο παρελθόν, το προνόμιο του σύγχρονου ανθρώπου που ξέρει ότι δεν υπάρχει είσοδος στον Άδη στο πίσω μέρος της σπηλιάς, δεν μπορεί να ξεγελαστεί με θέατρο σκιών σε κανένα ναό, έχει επιστημονική εποπτεία στα πράγματα, περνάει πάνω από κατεστραμμένες θρησκείες, χαμογελάει πάνω ακριβώς από την Αγέλαστο πέτρα. Τίποτε δεν έχει μείνει από τα τόσο λαμπρά σημάδια της πίστης, τα διάσημα ιερά, τα αυτοκρατορικά αφιερώματα, τίποτε εκτός από ρημαγμένες πέτρες. Τα λίγα που ξέρουμε από τα Μυστήρια, η ιερογαμία ας πούμε, προκαλούν άλλα χαμόγελα ανωτερότητας. Ανοιγμένα στον ήλιο όλα τα ανάκτορα και οι ναοί, οριστικά κι αμετάκλητα νικημένα, εκτεθειμένα, έχουν κάτι το συγκινητικό, όπως και να το κάνεις. Κάποιος είχε αφήσει λουλούδια σε κάτι ανάγλυφα, να ήταν δωδεκαθεϊστής, ή απλώς σκηνοθετούσε ντεκόρ για φωτογραφίες;
Μαζεύω την παρέα και διηγούμαι το δράμα της Δήμητρας, πόσο βασανίστηκε ως θεά πριν διδάξει στους θνητούς την ίδια τη λατρεία της, εκτός από τη μέθοδο καλλιέργειας των δημητριακών. Πώς περιπλανήθηκε με τα μαλλιά λυμένα και πώς κάθισε στην Αγέλαστο πέτρα, και πώς την κάλεσαν στο σπίτι του βασιλιά, και χαμογέλασε μονάχα με τ’ αστεία της Ιάμβης. Διάβασα καλά το μάθημα μου πριν ξεκινήσουμε την εκδρομή, τον παλιό μεγάλο τόμο του Jean Richepin μεταφρασμένο σε βαριά καθαρεύουσα που ξεκοκάλλιζα από παιδάκι. Να αισθανθούμε την ατμόσφαιρα του τόπου όσο γίνεται, να φανταστούμε την αίσθηση του χρόνου που ήταν τόσο διαφορετική. . Δέκα μέρες κρατούσαν τα  Ελευσίνια μυστήρια. Δέκα μέρες με εκεχειρία, που την ανακοίνωνε ο κήρυκας. Η απόσταση Αθήνα- Ελευσίνα γινόταν με τα πόδια τρεις φορές για τους νέους, μια για να πάνε να φέρουν τα ιερά αντικείμενα στην Αθήνα, μία να τα επιστρέψουν εν πομπή και παρατάξει, μία για να γυρίσουν πίσω. Κανονικά χρειάζεται 6 ώρες για να κάνεις 22 χιλιόμετρα, αλλά σταματούσαν συνέχεια σε διάφορους ναούς, οπότε θα τους έπαιρνε όλη τη μέρα. Στη γέφυρα του Κηφισού είχε μια τελετή με ανταλλαγή αστείων. Δύσκολο να συλλάβεις την εικόνα, όχι των ανταλλαγών αστείων, του ποταμού Κηφισού. 
Είχε υπέροχο καιρό, η θάλασσα στραφτάλιζε  από κάτω, σε κάθε γωνιά οι σωροί από πέτρες δείχνουν ότι το μέρος είχε συσσωρεύσει πλούτο και άνεση που ακόμα διακρίνονται. Τεράστια μέλη αρχιτεκτονικών στοιχείων, διακοσμήσεις επιδειχτικές, αγάλματα εξαιρετικής τέχνης. Μέσα στο μουσείο βλέπεις ανδριάντα του Νέρωνα, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες σίγουρα κάνανε τον τουρισμό τους. Αναγνωρίζω από μακριά και τον Αντίνοο,  είχε κι εδώ καθιερωθεί η λατρεία του διάσημου αυτού νέου που πνίγηκε στο Νείλο κι άφησε απαρηγόρητο τον Αδριανό, τόσο πια συναντάς αγάλματά του σε όλον τον κόσμο.



Στο γυρισμό η Ακρόπολη δεν ξεχώριζε απο την αιθαλομίχλη που κάλυπτε τα πάντα. Έχουμε συνηθίσει πια τη μόλυνση της ατμόσφαιρας, δεν ενοχλούμαστε. 

αλμπουμ με φωτογραφίες στο facebook http://www.facebook.com/media/set/?set=a.4523186671480.180731.1045241404&type=1&notif_t=like


Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Play it again...



Πριν λίγες μέρες ξεκίνησα το πρωινό με αρβανίτικα τραγούδια που έβαζε ο 9,84, τραγούδια της αλβανικής διασποράς κατά κάποιον τρόπο, μερικά με ιταλικές επιρροές, πανέμορφα. Εν συνεχεία έβαλε βουλγάρικα τραγούδια. Λέω πως θα είχαν ιταλικές επιρροές, για να βρω μια λογική αιτία που τόσο με συγκινούσαν. Μήπως επειδή μου γεννησαν την απορία, έχουν μουσική οι Βούλγαροι; Απίστευτο ε; Θα νόμιζε κανείς ότι το μόνο που κάνουν στη ζωή τους είναι να παίζουν κακό ποδόσφαιρο.
Έπαιρναν τηλέφωνα στο σταθμό οι ακροατές ενθουσιασμένοι. Και μόνο ο κόπος να τα βρει ο Τάκης Καμπύλης που κάνει αυτή την εκπομπή, να ψάξει να μαζέψει δίσκους που δεν είχαν ξανακουστεί τόσα χρόνια στο ραδιόφωνο, ήταν εντυπωσιακός. Αυτή την ιδέα είχε για την κάλυψη του θέματος που ανέκυψε με την ιθαγένεια, το νόμο Ραγκούση και την απόφαση που διέρρευσε από το ΣτΕ. Καλεσμένοι στο στούντιο νομικοί και ειδικοί το περιέγραψαν μια χαρά το θέμα, αλλά όσο άνοιγαν την καρδιά, τη δική μου τουλάχιστον, τα τραγούδια, κανένας νομικός και ειδικός δεν μπορούσε να το κάνει.
Χωρίς να καταλαβαίνω λέξη από τα λόγια τους, τα τραγούδια μου θύμισαν ότι από την ευκαιρία που μας δόθηκε, να γνωρίσουμε την κουλτούρα των γειτόνων αφότου ο ψυχρός πόλεμος έληξε, εκμεταλλευτήκαμε τα ελάχιστα. Κουκουλωμένοι με τη δυσπιστία και την έχθρα, δεν καταφέραμε να τα ξεπεράσουμε. Μόνο ιδιωτικά και πολύ διακριτικά, σχεδόν μυστικά. Δεν μπορέσαμε να χαρούμε τον πλούτο που έφεραν μαζί τους οι μετανάστες. Την κουλτούρα τους, τα τραγούδια τους, τις ιστορίες τους, τα μοτίβα τους στο κέντημα, τα φαγητά τους, τις συνήθειές τους. Υποτίθεται ότι έχουμε πολλούς μετανάστες, πού τους ακούμε όμως, πού γευόμαστε την τέχνη τους; Δεν αφήσαμε να ακουστεί τίποτε, μην τυχόν και σαν σειρήνα μας μαγέψει, μας ψιθυρίσει ότι κι αυτοί πονάνε σαν άνθρωποι κι έχουν τις ίδιες επιθυμίες, ότι μας μοιάζουν περισσότερο από όσα θα θέλαμε.
Παίξε πάλι την εκπομπή Τάκη, γιατί το πράγμα είναι απλό. Όπως τα παιδιά των ελλήνων που ζούνε στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, σε όλες αυτές τις πρότυπες χώρες, έχουν την ιθαγένεια του τόπου που γεννήθηκαν και ταυτόχρονα αγαπούν τα φαγητά της γιαγιάς τους, τα παραμύθια της και τα τραγούδια του τόπου των γονιών τους, έτσι και τα δικά μας παιδιά μεταναστών μπορούν και δικαιούνται να αγαπούν τον τόπο καταγωγής των γονιών τους, ενώ ταυτόχρονα δικαιούνται ελληνική ιθαγένεια. Έτσι είναι οι άνθρωποι, σύνθετοι, πολύπλοκοι, πλούσιοι, με ποικίλες κουλτούρες που προδίδουν πόσο ίδιοι είναι στο βάθος,  δεν είναι τρόφιμοι στρατοπέδου με σφραγισμένα μπράτσα. 

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η κρυφή γοητεία της οπισθοδρόμησης

Να πηγαίνουν οι γυναίκες φαντάροι; Άκουσα μια τέτοια συζήτηση την προηγούμενη εβδομάδα. Πόθεν προέκυψε πάλι αυτό το ξεθυμασμένο, μπαγιάτικο θέμα; Αφού το παρακολούθησα σε καμιά δεκαριά εκπομπές, κατάλαβα ότι ήταν πρόταση της Χρυσής Αυγής. Σίγουρα μου θύμησε τα νιάτα μου, ήταν της μόδας αυτό στη δεκαετία του 80. Λες και ήταν χτες.
Να πηγαίναμε και πίσω στο χρόνο....

Λίγες  μέρες αργότερα, ξεκίνησε το σήριαλ με το νόμο Ραγκούση, και όπου να’ ναι θα έρθει άλλο, κάποιο θέατρο που μπορεί να θεωρηθεί τολμηρό, όπως ο Τελευταίος Πειρασμός πριν τριάντα χρόνια, και γιατί όχι όπως τα Ευαγγελικά, πριν εκατό; Προχωρώντας ο χειμώνας μπορεί να φτάσουμε να συζητάμε περί δουλείας, κι αν οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, αρέσει πολύ στη ΧΑ αυτό, όπως άρεσε και στον Χίτλερ, που είχε επεξεργαστεί την επιστροφή στη δουλεία θεσμικά, ή μάλλον είχε καταβυθιστεί στο παρελθόν της αρχαιότητας και την είχε ανασύρει, όπου μπορούσε εφάρμοζε την ιδέα αυτή πολύ οργανωμένα και μαζικά. Στο δρόμο για την αρχαία Σπάρτη μπορεί να ξεθαφτούν κι άλλα αρχαία ζητήματα και πολύ οικεία, η ψήφος των γυναικών, το οικογενειακό δίκαιο, ο πολιτικός γάμος, η μίνι φούστα και τα σορτς, οι ποδιές στο σχολείο, διάφορα, σκεφτείτε κι εσείς κάτι πιο εθνικοπατριωτικό, δεν είμαι πολύ καλή σ’ αυτά.
Αν και κατά βάθος είμαστε όλοι καλοί σ’ αυτά. Γυναίκες στο στρατό, μάλιστα, είχαμε κάνει κάτι ωραία ρεπορτάζ  τότε, πολλή πλάκα είχαν. Πόσο οικείο το θέμα, και πόσο ανακουφιστική αυτή η οικειότητα, αυτή η καταβύθιση στο παρελθόν κάθε ώρα και στιγμή, αυτή η στροφή στα σίγουρα και στα συζητημένα. Κάθε μέρα μπορεί να βρίσκεται κάτι τέτοιο, να γλιστράμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, στο γυμνασιάρχη της επαρχίας που απαγόρευε τα πάντα, να ξεχνιόμαστε.  Γλυκούτσικα, χαριτωμένα δηλητήρια μιας οικείας χυδαιότητας.  Να ξαναβρίσκουμε κάτι που νομίζουμε συλλογικό υποσυνείδητο, τα λυμένα ζητήματα του προπολεμικού εικοστού αιώνα, και να νιώθουμε την ευτυχία του cocooning με την απλή και αδάπανη αυτή μέθοδο. Που δεν είναι και τόσο αδάπανη βέβαια, αλλά δεν το ξέρουμε. Θα νομίζουμε πως είναι νορμάλ καθώς προχωράει ο 21ος αιώνας κι ο κόσμος αλλάζει και πρέπει να τον προλάβουμε, εμείς να ασχολούμαστε με τα παιδικά μας χρόνια, την υπέροχη χαμένη μας υπανάπτυξη. Θα ξεχάσουμε σιγά- σιγά όσα μάθαμε, όσα στ’ αλήθεια μας ενδιαφέρουν, θα φύγουν τα τρένα χωρίς εμάς, και δεν θα τα βλέπουμε καν να περνάνε, θα ξεχάσουμε τις δεξιότητες που αποχτήσαμε, τους ορίζοντες που άνοιξαν μπροστά μας, θα συζητάμε για το αν πρέπει τα παιδιά των μεταναστών να πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς. Κρίμα τα πτυχία και τα σχολεία, και τη μόρφωση που μαζέψαμε, τόσες γνώσεις, τόσες ευαισθησίες, τόσες αποχρώσεις, όλες θα τις χάσουμε ανεπαισθήτως. Θα αποβλακωθούμε καθώς θα γερνάμε πρόωρα και θα παλιμπαιδίζουμε ασύστολα. Τόνοι από παπλώματα θα μας σκεπάσουν, θα μας απομονώσουν, θα μας κουφάνουν και θα μας τυφλώσουν.
Γιατί το δαγκώνουμε τόσο εύκολα το δόλωμα που μας πετάει η ακροδεξιά; Μα γιατί είναι φτιαγμένο από οικεία υλικά. Πώς θα αντισταθούμε να διασώσουμε τα εγκεφαλικά μας κύτταρα; Δεν μπορείς να την αγνοήσεις, είναι επικίνδυνη, πρέπει διαρκώς να δίνεις απαντήσεις. Δεν μπορείς να την αφήσεις να λύνει και να δένει στις γειτονιές και στα σχολεία. Αλλά αναμασώντας ανέμελα στα κανάλια τα τσιτάτα της ως γραφικά μάλλον την ενισχύει. Κάτι άλλο χρειάζεται, κάτι που ίσως θα έχει να κάνει με τα ίδια αυτά τα οικεία υλικά. Ίσως πρέπει να ξανακοιτάξουμε αυτά που τα θεωρούμε τόσο οικεία, μήπως θέλουν γενική επισκευή και πέταμα, που λένε στο χωριό μου. 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Η πάταξη της φοροδιαφυγής


Μη χολοσκάτε. Η φοροδιαφυγή πατάσσεται με τον καλύτερο τρόπο. Πάρτε τη δική μου οικογένεια, για παράδειγμα. Μέχρι τώρα πληρώναμε πάνω- κάτω κάθε χρόνο ένα σταθερό ποσό, είχαμε πάνω -κάτω κάθε χρόνο σταθερό εισόδημα, ως μισθωτοί, και τα τελευταία χρόνια ως συνταξιούχοι. Πέρσι το εισόδημα μειώθηκε, εκτός από περικοπές χάθηκε και μια δουλειά ελεύθερου επαγγελματία, που ήταν κι αυτή σταθερή. Με μειωμένα έσοδα θα περίμενε κανείς και μείωση του φόρου, όμως ο φόρος μας αυξήθηκε, για την ακρίβεια τριπλασιάστηκε. Προφανώς ο τριπλασιασμός είναι για να παταχθεί η φοροδιαφυγή. Λογικό το βρίσκω, γιατί πώς αλλιώς θα παταχτεί η φοροδιαφυγή αν δεν ξεζουμίσεις εντελώς αυτόν που πλήρωνε πάντα; Κατ’ αναλογία λοιπόν, εφόσον στη θέση του ενός που πληρώνει δυο φοροδιαφεύγουν, αυτός που πληρώνει πρέπει να δώσει για τρεις.
Υπάρχουν βέβαια και οι άλλοι: αυτοί που δεν πληρώνουν επειδή δεν μπορούν, οπότε κανονικά θα έπρεπε να πληρώσει για τέσσερις αυτός που πληρώνει. Αλλά ευτυχώς είχαμε περικοπές σε μισθούς, χάσαμε και τη δουλίτσα, οπότε μας ήρθε προσφορά: θα πληρώσουμε μόνο για τρεις. Κάναμε και διακανονισμό, θα τα δίνουμε σε δόσεις, οι οποίες θα επικαλύψουν και τη μισή από τη μεθεπόμενη χρονιά. Δηλαδή για μερικούς μήνες θα πληρώνουμε γεμάτοι ελπίδα, ότι την επόμενη χρονιά θα μας φορολογήσουν λιγότερο, κι ύστερα θα έρθει το εκκαθαριστικό και βλέπουμε. Ανάλογα πόσο θα χτυπάει τη φοροδιαφυγή κι εκείνο.
Μια χαρά. Πολύ καλά οργανωμένα είναι τα πάντα, κι απορώ γιατί ακόμα δεν έχουν δώσει συγχαρητήρια στην τιτάνια προσπάθεια που κάνει το ελληνικό δημόσιο και πατάσσει τόσο πρωτότυπα και αποτελεσματικά τη φοροδιαφυγή. Εγώ πάντως που είμαι πολύ έλληνας, εξ αίματος, αναντάμ παπαντάμ και με τη βούλα, νιώθω περήφανη για το θαυμάσιο αυτό επίτευγμα, και ελπίζω κάποια στιγμή να μας συμπεριλάβουν κι όλους εμάς που μας πατάσσει η πάταξη της φοροδιαφυγής τόσο οργανωμένα που τύφλα να ‘χουν οι αποχρώσεις του γκρι, σε κάποια λίστα αξιοπρεπή.

 http://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=13903

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

Κρίσεις ταυτότητας από νήπια

Πρόσεχε μην πεταχτεί καμιά ιθαγένεια

Μέσα στο ίδιο δελτίο ειδήσεων το ακούω. Ο νόμος Ραγκούση για την ιθαγένεια είναι αντισυνταγματικός, απεφάνθη το Συμβούλιο Επικρατείας, και θα ανασκευαστεί ή ξαναγραφεί ή συνταγματοποιηθεί (να φτιάχνουμε κι εμείς καμιά λεξούλα ποιητική να μας πηγαίνει καλά η μέρα). Το πανάρχαιο δίκαιο του αίματος ξαναχτυπά, από την ένδοξη εποχή που οι άνθρωποι χωρίζονταν σε φυλές και που νομίζαμε μερικοί αφελείς νεωτεριστές πως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν ήταν και πολύ τολμηρός ο νόμος Ραγκούση, λέγαμε τότε, πού να ξέραμε. Τους ταλαιπωρεί πολύ τους νέους που τυχαίνει να είναι παιδιά μεταναστών, τέτοια λέγαμε, πού να ξέραμε. Ακολούθησαν οι γνωμοδοτήσεις επί γνωμοδοτήσεων. Δεν το πιστεύαμε στην αρχή ότι μια τέτοια στοιχειώδης προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί χιλιάδες συμπολίτες μας, θα έβρισκε τέτοια αντίδραση. Αλλά όχι, συγγνώμη, δεν είναι συμπολίτες, πληρώνουν μόνο ΙΚΑ, Εφορία κλπ, αλλά δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα. Πώς να τους λέμε τους ανθρώπους αυτούς; Να βρούμε ένα όνομα. Μετανάστες δεύτερης γενιάς δεν πάει, γιατί δεν είναι μετανάστες. Θα έπρεπε κι εγώ ας πούμε, να λέω τον εαυτό μου πρόσφυγα δεύτερης γενιάς, αφού ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας. Αλλά δεν είμαι πρόσφυγας, πώς να το κάνουμε; Εκτός αν γίνω τώρα στα γεράματα, έτσι που πάμε δεν ξέρεις..

Και στο ίδιο δελτίο ειδήσεων ακούω για μια νηπιαγωγό που έβαλε μερικά παιδάκια να κρατάνε, ή να ζωγραφίσουν, δεν κατάλαβα, την αλβανική σημαία στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, επειδή είναι αλβανικής καταγωγής τα παιδάκια, κι είχε τέτοιες υποδείξεις από τις αρχές διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, και πήρε στα γρήγορα μετάθεση μετά από ερώτηση της Χρυσής Αυγής. Δηλαδή τα παιδιά που έχουν αλβανούς γονείς, δεν μπορούν να θεωρηθούν Έλληνες, η ελπίδα για μια τέτοια εξομάλυνση της κατάστασης τους τώρα μπαίνει σε αναθεώρηση, αλλά ούτε και αλβανοί κάνει να λένε πως είναι και πάντως να μη νιώθουν περήφανοι για το γεγονός. Το ότι η ΧΑ καταφέρνει να δημιουργεί τέτοιες ιστορίες δεν είναι κατόρθωμα για να τη θαυμάσετε. Έχουμε το υπόβαθρο, τη μιλιταριστική νοοτροπία, τον εθνικισμό σε κάθε έκφανση της ζωής μας, από το Νηπιαγωγείο μέχρι τον τάφο, και δεν έχει παρά να σκύψει να πιάσει την άκρη από κάποιο νόμο, μια νοοτροπία, ένα έθιμο, για να περάσει το δικό της.
Ούτε έλληνες λοιπόν τα παιδιά, ούτε και τίποτε άλλο. Το πράγμα είναι απλό. Τα παιδιά αυτά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από γονείς μετανάστες, θα τα τρελάνουμε τελείως. Ούτε έλληνες, ούτε αλβανοί, ούτε τίποτε. Για ρωτείστε τι παθαίνουν τα παιδιά που αντιμετωπίζουν τέτοιες συμπεριφορές σε τρυφερή ηλικία, τι ψυχολογικές διαταραχές καραδοκούν. Μπορεί αν μάθουμε τον ψυχολογικό όρο, να βρούμε και μια καλή ονομασία. Δεν θα είναι αλβανοί, δεν θα είναι έλληνες, θα είναι κάτι άλλο, ιατρικό, που χρειάζεται νοσηλεία. Η ναζιστική μας ακροδεξιά βέβαια, που έχει τόσο άμεσα αποτελέσματα σε κάθε δράση της, ελπίζει ότι θα δημιουργήσει ένα προλεταριάτο σε κατάσταση σκλαβιάς, όπως ο Χίτλερ για τη Γερμανία του (που πρόκοψε πολύ) αλλά εμείς οι υπόλοιποι που ξέρουμε ότι αν συνεχίσουμε έτσι θα μας προσέξουν οι ευρωπαίοι και θα μας κόψουν τα δανεικά, γιατί ξέρετε αυτοί έχουν ανακαλύψει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τέτοια παρακμιακά πράγματα, πρέπει να σκεφτούμε κάτι πιο ήπιο, κάτι με περισσότερες αποχρώσεις. 
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%BD%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%B1

Δεν ήξερα πως μ’ άρεσε η μουσική των Κούρδων


Καμιά φορά θυμάμαι ότι έγινα δημοσιογράφος για να εξημερώνω τη δύναμη της τέχνης που πέφτει πάνω μου σαν κύμα, να μαθαίνω τα μυστικά των καλλιτεχνών και να μη με κυβερνούν τόσο εύκολα με το παραμύθι τους, να αντιστέκομαι. Να μάθω κόλπα. Δεν έμαθα τίποτε, αλλά τουλάχιστον κατάλαβα ότι η προσπάθεια είναι μάταιη. Κι έτσι ξανά κλείνω τα μάτια και αφήνω μια ταινία σαν αυτές του Γκομπαντί να με κουκουλώσει πάλι, σαν κύμα, να με αφήσει στην παραλία άφωνη από συγκίνηση. Αυτή είναι η θητεία που συνιστώ στο θεατή, καλύτερα να μην αντιστέκεσαι όταν το κύμα έρχεται, είναι πιο δυνατό από σένα, άστο να σε πάρει.
Είναι η συμβουλή που δίνω πια στους πιο δύσκολους, σ’ αυτούς που καταφέρνουν και σκέφτονται ενώ στην οθόνη ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει όπως μπορεί καλύτερα τα αλφάβητά του. Τρομάζω κι οι άλλοι γελάνε, κλαίω και ειρωνεύονται, κλείνω τα μάτια και αναστενάζουν με επιείκεια. Κάποτε με πήγαιναν σε θρίλερ μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν με τις αντιδράσεις μου. Ήταν ο διαγωνισμός που περνούσα στις παρέες, θα καταφέρω να κρατήσω την ψυχραιμία μου;
Δεν τα κατάφερα ποτέ. Αλλά ωριμάζει κανείς, κι η χαρά της ωριμότητας είναι να μαθαίνεις να υπερασπίζεσαι την αφέλεια σου. Δεν με νοιάζει πια να τα καταφέρω. Μπορεί το καλύτερο που μου έτυχε στη ζωή να είναι τα βιβλία που διάβασα και τα έργα που είδα.
Έτσι παραδόθηκα στη δύναμη που έρχεται από το Ιράν, σε σκηνοθέτες που ο ένας είναι πιο υποβλητικός από τον άλλον. Τους συναντάς στις συνεντεύξεις, χαμογελούν συμπαθητικά, μιλάνε για τις δυσκολίες τους, αλλά εκείνο που μετράει είναι να σε σέρνουν στα χιονισμένα σύνορα του Κουρδιστάν μαζί  με τους ποιητές και τους τραγουδιστές που πασχίζουν μάταια να τα περάσουν. Να συνθλίβεσαι από την κούραση της ανάβασης στα γυμνά βουνά, να σε διαπερνά το κρύο του χιονιού, να σε πνίγει το τραγούδι που δεν ακούστηκε στη σκηνή, κι ο καημός του καλλιτέχνη να σε καθηλώνει. Να ανακαλύπτεις ότι η κουρδική μουσική είναι καταπληκτική, πώς δεν το ήξερες; Ότι η κουλτούρα των χωρών αυτών σε ενδιαφέρει, πώς δεν το υποπτευόσουν;
Κουρδικής καταγωγής ιρανός που ζει πια στην Κωνσταντινούπολη κι απορεί πώς καταφέρνουν στην πατρίδα του να γυρίζονται ταινίες. Κι εμείς απορούμε μαζί του, αλλά δεν υπάρχει απάντηση, η τέχνη έτσι κι αλλιώς δεν έχει εξηγήσεις, παραμένει θαυματοποιός που συντηρεί μυστήρια.  

Από την εφημερίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης "Πρώτο πλάνο"

Άνθρωπος των παραδόσεων

Σχεδόν τόσο χαριτωμένο παιδάκι

Στο τρένο για Θεσσαλονίκη πήρα ένα διαβάσω ένα βιβλίο, αλλά δεν τα κατάφερα. Στο μπροστινό κάθισμα ένα αγοράκι γύρω στα δυο χαλούσε τον κόσμο. Σε όλο το ταξίδι στρίγκλιζε, έτρεχε πάνω κάτω κι ανεβοκατέβαζε κοπανώντας τα μπράτσα των καθισμάτων. Ήταν με το μπαμπά του, ο οποίος χαμογελούσε προς κάθε κατεύθυνση, σίγουρος ότι απολαμβάναμε την παρουσία του παιδιού. Ήταν όντως χαριτωμένο, αλλά το ταξίδι κράτησε πέντε ώρες.
Στην αρχή έλπιζα σε μια ηλικιωμένη απέναντι, μήπως έβρισκε τρόπο να το ηρεμήσει, αλλά απλώς το τραβούσε και το ερέθιζε. Από παντού επιβάτες το φώναζαν και το κερνούσαν. Μπουκωνόταν, τσίριζε, συνέχιζε να κοπανάει. Κανείς δεν προσπάθησε να το ησυχάσει. Καμία γιαγιά, κι είχε τουλάχιστον εφτά εκεί μέσα, δεν επιχείρησε να του πει ένα παραμύθι.
Σσσς, του έλεγε ο μπαμπάς του. Η μόνη παιδαγωγική κουβέντα στη διάρκεια του ταξιδιού.. Σσσσς. Το συριστικό σίγμα μπορεί να σε εξοντώσει χειρότερα από το τσίριγμα αν το ακούς επί πέντε ώρες.  Δεν είχε φέρει μαζί του ένα παιχνιδάκι, βιβλίο, πιπίλα, τίποτε από τα σύνεργα που ηρεμούν τα μωρά. Σα να βρέθηκε πρώτη φορά υπεύθυνος για το παιδί του.
Κάποια στιγμή ένα νέο ζευγάρι κάθισε απέναντι τους, πιάσανε συζήτηση. ‘Εγώ είμαι των παραδόσεων’, τους δήλωσε αρκετές φορές. Προφανώς οι παραδόσεις του απαγορεύουν να ασχολείται σοβαρά με πρακτικά προβλήματα ανατροφής παιδιών. Ωστόσο ήξερε πολλά, τους είπε μάλιστα ότι φτιάχνει και φρουτόκρεμα, κατά τη συνταγή του γιατρού.
Ήταν φανερό ότι το παιδί χρειαζόταν ύπνο, αλλά δεν έβρισκε τρόπο να κοιμηθεί.  Ο μπαμπάς κάθε τόσο το βούταγε, το ακινητοποιούσε, και διέταζε: «Κοιμήσου ρε!». Το μικρό παλεύοντας γλιστρούσε και ξανάρχιζε να τσιροκοπάει στο διάδρομο. Ήταν αξιολύπητο, τα μάτια του γυαλίζανε, έκλαιγε και χτυπιόταν. Ένα νανούρισμα παραδοσιακό δεν είχε μάθει ο άνθρωπος της παράδοσης.
Κοιμήσου και παρήγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου
Στη Βενετιά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου
Μήπως είναι πολύ κοσμοπολίτικο αυτό για παιδάκια; Μήπως παραγγελίες, στην Πόλη και τη Βενετιά υπονομεύουν την ισορροπία του ισοζυγίου πληρωμών;
Αθήνα- Θεσσαλονίκη, πέντε ώρες, κανείς δεν εξέφρασε παράπονο, δεν έκανε παρατήρηση, δεν είπε συμβουλή. Όλοι αποφεύγουν να  μπλέκουν με γονείς. Είναι υπερβολικά εύθικτοι.
Η μόνη λύση θα ήταν να δίνουν οι γιατροί τη συνταγή για ύπνο μαζί με τη φρουτόκρεμα. Μήλο κι αχλάδι, παραμύθι και τραγούδι. Φρούτα εποχής, νανουρίσματα προαιώνια, και, ναι, παραδοσιακά.
Αλλά οι γιατροί είναι μοντέρνοι άνθρωποι, δεν είναι των παραδόσεων. Αυτό το χάσμα, του παραδοσιακού με το μοντέρνο, ανακύπτει εκεί που δεν χρειάζεται, και  μπορεί να σε ξεκάνει. 

Από την Εφημερίδα των Συντακτών 9/11/2012

Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Alexander, rock opera


 Μια βδομάδα στη Θεσσαλονίκη είχα ήδη βαρεθεί να βλέπω ανδριάντες του Αλεξάνδρου και των συγγενών του, και ξεκίνησα επιφυλακτική για τη ροκ όπερα Alexander, που παίζεται και το επόμενο Σαββατοκύριακο. Πάντως γρήγορα  ξέχασα  τις επιφυλάξεις, χάρηκα την πρώτη ροκ όπερα που έβλεπα στη ζωή μου,(αν εξαιρέσεις το Jesus Christ Superstar, το οποίο  έχω δει μόνο στο σινεμά).
 Υπάρχει ένα κοινό σημείο στις δυο αυτές ροκ όπερες: οι ήρωες είναι και οι δυο σουπερστάρ, δηλαδή το κοινό τους γνωρίζει. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει γνωστά στοιχεία, να στήσει πάνω τους χαρακτήρες και δράση, να απομυθοποιήσει ή να αγιογραφήσει. Στο Alexander του Κώστα Αθυρίδη που γράφτηκε σε λιμπρέτο της Penny Turner, οι μυθικοί και υπερβολικά φετιχοποιημένοι, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, ήρωες, παίρνουν ανθρώπινες διαστάσεις,  παρουσιάζονται από την αρχή με τις αδυναμίες τους, τις μανίες τους για μεγαλείο, τα πάθη και τα λάθη τους.

Η μητέρα του Αλέξανδρου, η Ολυμπιάδα, πρώην ιέρεια των Καβειρίων της Σαμοθράκης, κολλημένη στην ανεξαρτησία και την αίγλη που έχασε με το γάμο της, ζητάει να τον κάνει όργανό της. Ο ίδιος μοιάζει πολύ με θύμα της μαζικής κουλτούρας της εποχής του, που ήταν τα έπη του Ομήρου. Στις σελίδες της Ιλιάδας βρίσκει το πρότυπο του.  Έχει τους φίλους και την ορμή, την επιθυμία των νέων για κατακτήσεις, θέλει δόξα και αθανασία. Χάνει τους φίλους στην πορεία, από υπερβολικό εγωισμό. Παραδίδεται στα πάθη, στο πάθος της καταστροφής μεταξύ άλλων. Το λιμπρέτο της Penny Turner τον παρουσιάζει με ιστορικές λεπτομέρειες, ξεφεύγοντας από το μύθο του άψογου εκπολιτιστή. Συχνά στρέφεται σε πρόσωπα της εποχής του λιγότερο διάσημα υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο την ηρωική ατμόσφαιρα. Το έργο διαθέτει χιούμορ, πλησιάζει με  κατανόηση την εποχής της δράσης, αναδεικνύει τις αναλογίες με τη σημερινή, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, που τη χρειαζόμαστε επειγόντως.

Η παραγωγή είναι  φιλόδοξη. Ορχήστρα, μπαλέτο, ζωντανό τραγούδι στη  μεγάλη σκηνή του Stage, στην περιοχή  Σφαγείων της Θεσσαλονίκης, με  αρκετά φτηνό εισιτήριο. Οι καλλιτέχνες στη σκηνή, τραγουδιστές και ηθοποιοί, έχουν δουλέψει με πάθος. Είναι σπάνια απόλαυση να βλέπεις τόσους νέους συντονισμένους στη σκηνή γεμάτους όρεξη, ενέργεια, ωραίες, δουλεμένες φωνές, σε ένα χορταστικό θέαμα.
Οι στίχοι είναι στα αγγλικά, ίσως βοηθήσουν το έργο να κάνει διεθνή καριέρα. Η σκηνοθεσία είναι του συνθέτη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα, οι χορογραφίες της Άσπας Φούτση και η ενορχήστρωση του Κώστα Τζούνη που διευθύνει και την ορχήστρα. Τραγουδούν στην παράσταση μεταξύ άλλων η Ρούλα Μανισσάνου, ο Δημήτρης Τικτόπουλος. η Γεωργία Βεληβασάκη, η Ραχήλ Τσελεπίδου, κι άλλοι. 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Το μπαλκόνι που έγινε ντουλάπι

To μπαλκόνι που έγινε ντουλάπι

Χτες βράδυ ήρθα να μείνω στο σπίτι μιας φίλης, στη γειτονιά που έμεινα την πρώτη χρονιά όταν είχα έρθει φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη. Αγία Τριάδα. Ένα μεγάλο διαμέρισμα σε πολυκατοικία του 60, πάνω στην λεωφόρο της νέας παραλίας. Δηλαδή, ήταν πάνω στη λεωφόρο, γιατί επί χούντας έχτισαν μπροστά μια άλλη πολυκατοικία. Κι όταν λέμε έχτισαν, εννοούμε ότι τους έκλεισαν όχι μόνο τη θέα, αλλά και τα ίδια τα μπαλκόνια!
Αυτό το πράγμα δεν το είχα ξαναδεί, κι αν δεν το έβλεπα με τα μάτια μου, δεν θα το πίστευα. Υπήρχε ένα οικόπεδο μπροστά, μάλλον στενό, όπου λογικά, για να χτιστεί θα έπρεπε να αφήσει ένα χώρο πίσω του. Έστω ένα στενό έξι μέτρων, που είναι η μίνιμουμ απόσταση για πολυκατοικίες. Έλα όμως που ανήκε στην εκκλησία, η οποία είναι πέραν του νόμου και των πολεοδομιών, και χωρίς πολλά- πολλά αποφάσισε και διέταξε να το χτίσει ολόκληρο, αδιαφορώντας πλήρως για το πώς θα ανάσαιναν και να φωτίζονταν οι από πίσω.
Κι έτσι εκεί που οι άνθρωποι είχαν θέα στη θάλασσα από τα μπροστινά τους μπαλκόνια, παρακολούθησαν να σκάβονται θεμέλια σε όλα τα τετραγωνικά του μπροστινού οικοπέδου, και να υψώνονται τοίχοι που τους έχτισαν κανονικά. Δεν έμεινε ούτε φωταγωγός να περνάει λίγο φως στα πρώην μπαλκόνια.  Το βγάζω φωτογραφία δια του λόγου το ασφαλές, γιατί αν δεν το δει άνθρωπος δεν θα το πιστέψει.
Πολλά οικόπεδα της εκκλησίας έχουν χτιστεί με τρόπο σκανδαλώδη, κι όταν φτιάχνει κτίρια για δική της χρήση, ξεχωρίζουν από κείνα τα παράθυρα με τις αψίδες, κι εντυπωσιάζουν όπως καλύπτουν εξαντλητικά τα οικόπεδα. Ή πλακώνουν τα ίδια τους τα εκκλησάκια, όπως εκείνο το φοβερό στη Μητροπόλεως, το πρώην Υπουργείο Παιδείας. Άπληστη πάντα η Εκκλησία, αδιάφορη για το αποτέλεσμα και την υποβάθμιση ποιότητας του περιβάλλοντος, σαν τον πιο χυδαίο οικοπεδοφάγο. Και οι καινούργιες εκκλησίες που φτιάχνει είναι όλες χάλια, υποτίθεται δε ότι έχει και προδιαγραφές, διαθέτει γραφείο ναοδομίας. Αλλά η εκμετάλλευση των οικοπέδων της είναι το κάτι άλλο. Οπότε σε συνδυασμό με τη χούντα μεγαλούργησε. Ασχήμια και αυταρχισμός, αυθαιρεσία και περιφρόνηση.
Πάντως αυτό το πράγμα με το χτισμένο μπαλκόνι, δεν το είχα δει και ακούσει ποτέ, ούτε θα μπορούσα να το φανταστώ. Ξεπερνάει κάθε σύλληψη κι αντίληψη.  
Τι υποστήκαμε μ' αυτή τη χούντα, τι αισθητικό εκχυδαϊσμό, που τον έχουμε καταπιεί, αφομοιώσει και συνηθίσει, και εναντίον του δεν αντιδράσαμε ποτέ όσο χρειαζόταν...

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Άσε το κουλό να μπει

Το κουλό περιμένει μπροστά στην πόρτα

Μα τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Βυθισμένοι στις πολυθρόνες της αίθουσας «Ολύμπιον», αμέσως μετά τη σεμνή τελετή επίσημης έναρξης του φεστιβάλ, με διευθυντή, με δήμαρχο, και τον Κώστα Γαβρά, δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε το νόημα της ταινίας Holy motors. Μερικοί σηκώνονται και αποχωρούν διακριτικά μετά τα πρώτα είκοσι λεπτά. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για να αποφασίσεις, αν είσαι έμπειρος θεατής, πως η ταινία δεν κατάφερε να βρει μια χορδή να κρούσει εντός σου. Ίσως το κάνει επίτηδες, υποψιάζεσαι, δεν θέλει να μεταχειριστεί συναισθήματα, τη γλώσσα του σινεμά, μόνο να παίξει με την τάση που έχουμε όλοι να γλιστράμε πάνω τους. Αλλά γιατί; Κι αν όχι τα συναισθήματα, τι θα χρησιμοποιήσει; Σκηνές που θυμίζουν άλλες ταινίες, με τον πρωταγωνιστή να περιφέρεται από ρόλο σε ρόλο αλλάζοντας κοστούμι στη λιμουζίνα του. Αντί να παρασέρνεσαι σε μια αφήγηση, καλύτερα να νιώθεις σαν εξεταζόμενος που καλείται να κάνει αναγωγές.
Στα τριάντα λεπτά πολλοί σηκώνονται και φεύγουν, το πράγμα είναι φανερό, ο μοντέρνος σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται τη σκοτεινή αίθουσα, τις συνθήκες προβολής, τη σύμβαση που μας κρατάει στανικά στις πολυθρόνες. Αναίτια βία, ασύνδετες ιστορίες, γρίφοι χωρίς λύση. Σηκώνονται κι άλλοι, η σειρά  αδειάζει. Κοιτάζω πίσω, υπάρχουν ακόμα πολλοί. Δεν φεύγω. Θα μείνω ως το τέλος. Ένα τέλος που υποδεχόμαστε με γέλια, το παιχνίδι τέλειωσε, ο σκηνοθέτης μας χαρίζει την αμηχανία του. Βγαίνω στην υγρασία της Αριστοτέλους ελαφρώς απογοητευμένη.
Στο Φεστιβάλ θα προβληθούν δεκάδες ταινίες, ταυτόχρονα, σε όλη την πόλη, μέρα- νύχτα. Όποτε το παρακολούθησα είχα το άγχος, να πετύχω τη σπουδαία, να προλάβω τις περισσότερες, να δω τις καλύτερες. Όμως είναι αδύνατον, όσο κι αν είσαι πληροφορημένος, διαπιστευμένος και καλά δικτυωμένος. Παρακολουθώντας το Φεστιβάλ, αποκτάς ακτίνες για μέρη που δεν θα περάσεις καν απ’ έξω, νευρικά τρέχεις κι όταν σταματήσεις συναντάς συγκινήσεις διαφορετικές από κείνες που περίμενες. Μοναχικός και ταυτόχρονα κοινωνικός, ιδανικά κοσμικός, παίζεις συνέχεια ρόλους, ακριβώς σαν εκείνον τον τύπο που στην ταινία τρέχει στα απίθανα ραντεβού του…
Την άλλη μέρα το πρωί ξυπνάω με την αίσθηση μιας νέας διευθέτησης της προσωπικής μου εικονοθήκης. Περιέργως ο Λεός Καράξ κάτι έβαλε στη φαντασία μου, με την παράξενη ταινία που χρειάστηκε να εξαντλήσω την υπομονή μου για να την παρακολουθήσω ως το τέλος. Ίσως αυτό να είναι το νόημα ενός Φεστιβάλ, η πολυτέλεια του χρόνου που χαρίζεις σε έναν απρόσμενο επισκέπτη, η ευγένεια με την οποία του επιτρέπεις να σε απασχολήσει, κι ύστερα ανακαλύπτεις ότι ενώ νόμιζες πως ξοδευόσουνα, τελικά βγήκες κερδισμένος.  
Από το εφημεριδάκι του Φεστιβάλ "Πρώτο πλάνο"

Αν μπορούσαν όλοι να δουν


Πλανόδιοι μουσικοί στα Λαδάδικα
Αν κάποτε η κλιματική αλλαγή συντελεστεί στ’ αλήθεια όπως την περιγράφουν οι πιο θερμοί θιασώτες της, αυτό το φεστιβάλ κινηματογράφου θα το θυμούνται όσοι το έζησαν σαν το πιο καλοκαιρινό μέσα στο χαμένο φθινόπωρο. Συλλαμβάνω με τον ταπεινό φακό μου επισκέπτες της πόλης να κάνουν ηλιοθεραπεία στην Αριστοτέλους με τα μάτια κλειστά, σαν ένα μικρό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο προβολές. Βοηθάει και το πρόγραμμα που είναι κάπως πιο συμμαζεμένο. Οι προβολές ξεκίναγαν στις εννιά το πρωί, τώρα ξεκινάνε στη μια το μεσημέρι. Προλαβαίνεις να θαυμάσεις το πέρασμα μιας πόλης φημισμένης για τη συννεφιά της, στην αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μύθου.
Λιακάδα πεισμωμένη απέναντι στις αντιξοότητες, να τραβάει από το μανίκι τους απεργούς που μαζεύονται κι αυτοί στο κέντρο, τις νεανικές παρέες που αγωνίζονται να προλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερες ταινίες, περιφρονώντας την ανάγκη να πάρουν ανάσα ανάμεσα τους, αφήνοντας την αφομοίωση για μετά. Αεικίνητα παιδιά, διασταυρώνουν απόψεις στα γρήγορα, ανανεώνουν το ραντεβού, τρέχουν από την πλατεία στην προβλήτα κι από την προβλήτα στην πλατεία, τρώγοντας στα όρθια μια τυρόπιτα, ή μάλλον μπουγάτσα με τυρί, για να είμαστε ακριβείς. Έχουν μπροστά τους το σινεμά της κρίσης, αυτό που δεν χρειάζεται να ανακαλύπτει θέματα, γιατί του πέφτουν σωρηδόν στο κεφάλι. Ακόμα περισσότερο έχουν να εξερευνήσουν τη νέα ήπειρο που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια με σταθερή γοητεία, μαγεία και απομάγευση, τις ταινίες ασιατικών χωρών. Το αφιέρωμα στον Μπαχμάν Γκομπαντί τους μετατρέπει σε λάτρεις της ανατολίτικης μουσικής, τους γεμίζει συμπόνια για τη δύσκολη ζωή στα οροπέδια του Κουρδιστάν, τους οδηγεί να καταλαβαίνουν τις αιτίες που ξεριζώνονται οικογένειες  ολόκληρες και καταλήγουν ανεπιθύμητοι πρόσφυγες στα δικά τους μέρη. Αν μπορούσαν τις συγκινήσεις των έργων τέχνης να τις απλώνουν γύρω τους, να τις μεταφράζουν σε πολιτικές απόψεις και να τις μεταβιβάζουν παντού, δεν θα υπήρχε ρατσισμός στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε κάθε συνάντηση με κάθε ξένο.
Υπάρχουν οι λύσεις εδώ σε ό,τι μας ταλανίζει. Το πολυσύνθετο των Βαλκανίων γίνεται απλό και κατανοητό στις προβολές του Πανοράματος, ο γόρδιος δεσμός των ασιατικών φανατισμών δεν κόβεται, λύνεται, στις όλο και καλύτερες ταινίες, οι νέοι ηρεμούν στη Νεανική σκηνή, σ’ όλα βρίσκεται άκρη. Έξω, δίπλα, τα μεγάφωνα καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις με μονότονη φρασεολογία, και στις ουρές των ταμείων τα παιδιά μπορεί να αναρωτιούνται αν όλ’ αυτά θα καταφέρουν να γίνουν κάποτε έστω και μια ταινία της προκοπής. ΄

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Γυρίσματα χωρίς κάμερα


Κάποτε είχα ταξιδέψει με πλοίο από τη Θεσσαλονίκη, μόνο και μόνο για να τη δω από τη θάλασσα. Κάθε πόλη αντικρίζει την ακτή με το δικό της τρόπο. Την ώρα που τη βλέπεις από μακριά, πριν πατήσεις το πόδι σου, ή που την αποχαιρετάς μαζί με το μέρα στο μπλε φως του δειλινού, είναι σαν πρόσωπο που ζεις μαζί του και σταματάς κάποια στιγμή  να το φιλήσεις.
Τότε η προβλήτα ήταν γεμάτη αποθήκες λιμανιού και κανείς δεν φανταζόταν ότι σε λίγα χρόνια θα γίνονταν εκεί καλλιτεχνικοί χώροι. Έχω ξανάρθει αλλά ακόμα δεν το συνήθισα. Δεν χρειάζεται πια να μπεις σε πλοίο για να αντικρίσεις τη Θεσσαλονίκη από τη θάλασσα. Η προβλήτα είναι πια κομμάτι της πόλης. Ναι, σιγά την είδηση, θα πείτε, ωστόσο δεν είμαι σίγουρη ότι το γιορτάσαμε αρκετά όταν συνέβη. Τα Λαδάδικα, που τα γνώρισα λαδάδικα, κάτι παλιά μαγαζάκια, ελεεινά και τρισάθλια, και τα έβγαζα φωτογραφίες βέβαιη ότι δεν θα υπήρχαν σε λίγο καιρό, είναι εδώ και χρόνια μια γειτονιά με πεζόδρομους και ταβερνάκια. Κάθε φορά ενθουσιάζομαι το ίδιο, όταν τα βλέπω. Ορίστε λοιπόν το ελληνικό ροκ, αν σας αρέσει η διατύπωση. Αναδείχτηκαν, αερίστηκαν μέσα κι έξω και προσφέρονται για τα βήματα των νεαρών που πρέπει να εξερευνήσουν οπωσδήποτε την πόλη τους και τον εαυτό τους.
Αυτές οι νεαρές λοιπόν κι αυτοί οι νεαροί, πολύ ανήσυχοι για το μέλλον της χώρας και το δικό τους, πάνε μια βόλτα στην προβλήτα και απέναντι έχουν την πόλη σα να τη βλέπουν από μακριά, να στήνεται κοκέτα να καθρεφτιστεί μπροστά τους. Μπορούν να σταθούν εκεί σαν τον Ζυλιέν Σορέλ, τον επαρχιώτη που μια μέρα, πριν κατακτήσει με τη γοητεία του το Παρίσι, στάθηκε και το κοίταξε από ψηλά και είπε: «Και τώρα οι δυο μας!» (Σταντάλ, ‘Το κόκκινο και το μαύρο’). Αίσθηση που κρατάει μόνο μια στιγμή, όσο να συστηθείς, γιατί αμέσως μετά, μόλις διασχίσεις τη λεωφόρο Νίκης, μπαίνεις μέσα στην εικόνα που μόλις της απευθύνθηκες, γίνεσαι ένας μέσα στο πλήθος,  μπερδεύεσαι στους δρόμους με τους άλλους, χιλιάδες άλλους, και δεν είσαι πια εσύ και εκείνη, οι δυο σας,  έχει τελειώσει αυτό. Αν και με κάποιο τρόπο συνεχίζεται.
Το φεστιβάλ Κινηματογράφου γίνεται στην πλατεία Αριστοτέλους, στην αίθουσα Ολύμπιον, και στις αποθήκες αυτές της προβλήτας, που είναι ό,τι πιο μοντέρνο σε ανάδειξη και μεταποίηση χώρων, και κυρίως σε ανάδειξη αναγκών για βόλτα και άπλα. Από το παλιό στο νέο που είναι παλιότερο, μια ανάσα δρόμος, η βόλτα αυτή είναι καλλιτεχνική πορεία από μόνη της. Ακόμα κι αν πάρεις μέρος μόνο σε μια ταινία μικρού μήκους που δεν γυρίζει κανείς, και που λέγεται: «Σαλέπι μπροστά στον Τερκενλή καθώς η νύχτα φτάνει», σε πλημμυρίζει η έμπνευση για τα δικά σου έργα, που θα φτιάξεις, ή απλώς θα ονειρευτείς, σε πλημμυρίζει η αίσθηση ότι κάτι θα διασώσεις από το ξεχείλισμα αυτό της ζωντάνιας καθώς θα αποσύρεσαι.
Μπορείτε να αρχίσετε τις μιζέριες φυσικά, που έκαναν την Αθήνα σκιάχτρο, και να πείτε, α ωραία, πήγες στο κέντρο και δεν βλέπεις την κρίση, τη φτώχεια, για τρέχα στις φτωχογειτονιές. Αλλά σας πληροφορώ ότι το ίδιο κάνουν κι οι κάτοικοι της πόλης. Τέτοιο πλήθος στην Τσιμισκή δεν ξανάδα ποτέ μου. Ίσως πράγματι τα πέριξ να είναι τώρα χειρότερα, θα ξεκινήσω από αύριο τα δικά μου γυρίσματα (χωρίς κάμερα), αλλά βλέπετε, έτσι είναι οι άνθρωποι: έλκονται από την ομορφιά, το λούστρο, την άνεση, τα φώτα, κι όλα αυτά τα αμαρτωλά πράγματα. Οπότε χάνομαι στο πλήθος και βρίσκω παντού κατανόηση.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Θεσσαλονίκη, ξανά

Γωνιες για φωτογραφιση και στο βάθος στραφταλίζει η θάλασσα

Πάντα κανείς νοσταλγεί τα νιάτα του, αλλά τη Θεσσαλονίκη που γνώρισα στα δικά μου νιάτα, δεν τη νοσταλγώ. Ούτε την άγνοια που κουβαλούσα για την πόλη όταν κατέβηκα πρώτη φορά από το τρένο στα δεκαοχτώ μου, μετά από δωδεκάωρο ταξίδι, σε μια πόλη που την ακούγαμε σαν ‘συμπρωτεύουσα’. Ψάχναμε να βρούμε αναλογίες λοιπόν, αλλά σάμπως ξέραμε και την Αθήνα; Πόσο κλισέ και μαζί πόση υποκρισία δεν έκρυβε αυτή η ισοπεδωτική λέξη.
Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν ποτέ ‘συμπρωτεύουσα’, και με τον τίτλο αυτό μπορούσε να βρίσκεται συνέχεια στη θέση του παραπονεμένου συγγενή, και ποτέ να μη σταθεί σ’ αυτή που της ανήκει. Είναι μια πόλη ξεχωριστή, πολύ παλιότερη από την Αθήνα, με δική της ιστορία και χαρακτήρα.
Σαν κλεισμένο στρείδι μου φαινόταν τα χρόνια που την έζησα ως φοιτήτρια.  Ήταν χούντα τα πρώτα χρόνια, οι φίλοι μου έπαιζαν χαρτιά με τις ώρες, σα να θέλανε να ξεχάσουν πού βρίσκονται. Μια δυο φορές ακούστηκε ότι μας έλεγαν ‘αθηναίους’, ότι τα κορίτσια ήμασταν ‘ευκολότερες’ από τις ντόπιες. Ως τότε δεν είχα ποτέ σκεφτεί πως ήμουν αθηναία. Περπατούσα στους δρόμους ψάχνοντας ένα σημάδι, μια εξήγηση για τις παράξενες γωνίες της πόλης. Έβγαλα χιλιάδες φωτογραφίες με την Κόντακ Ινσταμάτικ μου. Μάζευα ξέφτια αποφθεγμάτων, κλεισίματα ματιού που δεν ήξερα τι εννοούσαν, αλλά τα ανταπέδιδα μη τολμώντας να ρωτήσω. Έμπαινα στα βιβλιοπωλεία. Μια μέρα ανακάλυψα διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου. Σα να άνοιξαν κάποιες πόρτες και ν’ άκουσα μερικές καλημέρες. Ιστορίες σαλονικιών που περνούσαν δίπλα από τα μυστήρια. Χαραμάδες φωτός.  
Εικόνα που δεν θα ήταν συγκινητική ούτε σε μια μικρού μήκους ταινία, μια αθηναία φοιτήτρια στην πλήξη της χούντας τριγυρίζει στην πόλη αμήχανη. Αν και η άγνοιά της θα μπορούσε να γεννήσει ένα σωρό αστείες παρεξηγήσεις.
Επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη ξανά και ξανά, με την πολυτέλεια των γνώσεων πλέον. Το παράδοξο της είναι πως κάθε φορά, ενώ τη βρίσκω αλλαγμένη προς το μέλλον, έχει κατακτήσει και λίγο περισσότερη συνείδηση του παρελθόντος της. Το πιο δύσκολο για μένα αποδεικνύεται να ξαναβρώ τις γειτονιές που έζησα στα αμήχανα φοιτητικά μου χρόνια. Μια πόλη καινούργια με καλωσορίζει, πιο μοντέρνα, πιο συντονισμένη και δικτυωμένη, με αυτογνωσία. Δεν νοσταλγώ τίποτε από αυτά που έζησα εδώ, ξεφλουδίζω τα στρώματα του χρόνου. Εκείνα τα βουβά σπιτάκια της Αγίας Τριάδας που δεν κατάφεραν να μου ομολογήσουν τις περιπέτειες τους, θα νόμιζα πως δεν υπήρξαν ποτέ αν δεν τα είχα φωτογραφίσει. Κάποτε θα τα δω σε μια ταινία να ζωντανεύουν, είμαι σίγουρη.
Από το περιοδικό του ΦΘ Πρώτο Πλάνο

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...