Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

New York- New York


Ο Ομπάμα ακύρωσε τις προεκλογικές εμφανίσεις, πρέπει να ασχοληθεί με τον τυφώνα. Τα σχολεία θα μείνουν κλειστά στη Νέα Υόρκη και είπαν στους κατοίκους της να έχουν μαζί τους φακούς και μπαταρία όταν κυκλοφορούν. Ξηρά τροφή ενδείκνυται επίσης.
Μια φλούδα γης πάνω στη θάλασσα, που ισορροπεί επικίνδυνα, μοιάζει η Νέα Υόρκη όταν τη βλέπεις από το καραβάκι για το Staten Island. Καθώς απομακρύνεται από το Μανχάταν κι ανοίγεται για να φτάσει απέναντι, οι ουρανοξύστες μοιάζουν να στέκονται κατευθείαν πάνω στο νερό. Αν δεν έχεις συνηθίσει αυτό το θέαμα, σου δημιουργεί μια εντύπωση πολύ εύθραυστη. Το ‘Μεγάλο μήλο’, η κοσμοξακουσμένη πόλη, το κέντρο του κόσμου και της ισχύος, όλ’ αυτά ξαφνικά μοιάζουν μεγάλα λόγια που κρέμονται από μια κλωστή. Η ίδια η πόλη είναι μια πρόκληση απέναντι στα στοιχεία της φύσης, σα να την έχτισαν οι πρώτοι άποικοι επίτηδες σε ριψοκίνδυνο σημείο, μόνο και μόνο για να καμαρώνουν στην πατρίδα. Ή σα να φοβόντουσαν να πάνε παραμέσα, και στήσανε έξω –έξω τις καλύβες τους, έτοιμοι να το σκάσουν στην πρώτη ευκαιρία.
Μα βέβαια, Ολλανδοί την είχαν φτιάξει αρχικά, και την είχαν ονομάσει Νέο Άμστερνταμ. Ξέρετε, αυτοί οι τύποι που για να κατοικήσουν στον τόπο τους αναγκάζονται να χτίσουν γύρω- γύρω τείχος προστασίας από τη θάλασσα. Το θυμάσαι αυτό καθώς ατενίζεις τη Νέα Υόρκη. Θυμάσαι την ιστορία με το παιδί που συγκράτησε τη θάλασσα κλείνοντας με το δάχτυλο το άνοιγμα του τείχους. Οι Ολλανδοί εδώ έψαξαν και βρήκαν το κατάλληλο σημείο που θα τους έκανε να νιώθουν την ίδια απειλή. Για εξάσκηση, για να βρίσκονται σε εγρήγορση πάντα, να μην ξεχνιούνται και ξεχειλώνουν από τις ευκολίες. Σε πιάνει δέος μπροστά στο θέαμα. Είναι τόσο πολύ σαν χάρτινη κατασκευή ενός παιδιού που την έβαλε στην ακρογιαλιά για να δει πόσο θα αντέξει, και καταλαβαίνεις γιατί οι αμερικανοί έχουν μανία με τις ταινίες καταστροφής, ειδικά αυτές όπου η Νέα Υόρκη βρίσκεται στο βυθό.  Βγάζουν τους φόβους τους και τους ξεπερνούν με κάτι τέτοια.
Την είχαμε κάνει αυτή τη διαδρομή όταν για μια και μοναδική φορά ταξιδέψαμε στις ΗΠΑ, το καλοκαίρι του 2006. Εγώ την ήξερα από το βιβλίο του Frank Mc Court, τις αναμνήσεις της  διδασκαλικής του καριέρας, όπου έγραφε πως την έκανε καθημερινά και κόστιζε μισό δολάριο. Βλέπεις από μακριά το Μανχάταν, το Έλις Άιλαντ, το άγαλμα της ελευθερίας, τα πάντα. Ήθελα οπωσδήποτε να ακολουθήσω τα ίχνη του. Όταν φτάσαμε στην αποβάθρα διαπιστώσαμε πως η διαδρομή ήταν πια δωρεάν. Έχουν κι εκεί τις βελτιώσεις τους στις παροχές, μη νομίζετε. Δεν είναι απλώς ο παράδεισος του ιδιώτη.
Φέρνω στο μυαλό μου αυτή την εικόνα της πόλης καθώς ακούω στο σπίτι τις πόρτες μου να βασανίζονται από τον αέρα, και στο ραδιόφωνο τα μέτρα προστασίας της Νέας Υόρκης από τον τυφώνα, κι αναρωτιέμαι αν η παλαιότητα των εδαφών παίζει κάποιο ρόλο στις κοινωνικές νοοτροπίες. Για να δούμε, θα πάνε όλα καλά για τους συνανθρώπους εκεί κάτω, και θα ενισχυθεί ο Ομπάμα για να πάνε και για μας εδώ πέρα όλα καλύτερα; Μακάρι.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Υπόγεια ρεύματα κι ανατριχίλες


Photo: fotkir/FlickrΜια φορά κι έναν καιρό, συγκεκριμένα το 1977, είχα νοικιάσει ένα ωραίο παλιό σπίτι που είχε και υπόγειο. Το φθινόπωρο εκείνο έριξε μια βροχή που άφησε εποχή στην Αθήνα, ή θα έπρεπε να αφήσει. Το υπόγειό μου πλημμύρισε, ανέβηκαν τα νερά είκοσι πόντους και τα πράγματα που υπήρχαν μέσα καταστράφηκαν. Ήταν η μεγάλη πλημμύρα της Αθήνας, πολλά υπόγεια είχαν πλημμυρίσει. Η πυροσβεστική δεν προλάβαινε να τρέχει να βοηθάει, οι εφημερίδες έγραψαν δεκάδες πονεμένες ιστορίες, η αντιπολίτευση έβγαλε πύρινους λόγους, κι εγώ ξενοίκιασα το σπίτι.
Εκείνη τη χρονιά η Αθήνα έχασε τη μεγάλη ευκαιρία να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των υπογείων της. Διότι όπως ξέρετε, υπάρχουν στην πόλη αυτή χιλιάδες υπόγειες κατοικίες. Όχι βοηθητικοί χώροι σε μεγάλα σπίτια, ή αποθήκες, αλλά μικρά διαμερίσματα όπου μένουν άνθρωποι. Διαμερίσματα με κουζίνες και μπάνια, αποχετευτικά συστήματα δηλαδή, τα οποία όμως εκεί βαθιά στη γη που βρίσκονται δεν μπορούν να λειτουργήσουν.
Ακόμα θυμάμαι, ήμουν και παθούσα, ένα σωρό φωτογραφίες πλημμυρισμένων σπιτιών. Συνεντεύξεις, γυναίκες που έκλαιγαν, παιδιά που σπάραζαν, άνδρες που φώναζαν. Πού ήταν το κράτος; Έλα ντε;
Το κράτος θα μπορούσε τότε να αντιμετωπίσει ένα παλιότερο πρόβλημα. Να το αντιμετωπίσει πρακτικά, όχι με νόμο, γιατί ο νόμος υπήρχε από το 1955. Οι υπόγειες κατοικίες απαγορεύονται. Ωστόσο συνέχισαν να χτίζονται, παράνομα, κι εγκρίνονταν σαν αποθήκες. Ύστερα έπαιρναν φως από τη ΔΕΗ και γίνονταν ντεφάκτο σπίτια. Μια διαδικασία νομιμοποίησης αυθαιρέτων πολύ πιο διακριτική από τις άλλες.
Όμως το αποχετευτικό δίκτυο της πόλης δεν άντεχε και δεν αντέχει αυτή την κατάσταση. Η Αθήνα το έχει κι αυτό, απέκτησε δίκτυο αποχέτευσης πολύ αργότερα από τα ανάκτορα της, τη Βουλή και τα Πανεπιστήμιά της, τις επαύλεις και τα συγκροτήματά της. Πρώτα χτίστηκαν οι πολυκατοικίες κι ύστερα μπήκαν οι σωλήνες της ΕΥΔΑΠ, οι οποίες περνάνε πολύ πιο ρηχά από όσο θα έπρεπε για να αποχετεύονται τα υπόγεια.
Και τι γινόταν πριν; Πώς εξυπηρετούνταν η πόλη; Παλιοί αγωγοί, υπόγεια ρεύματα, σκεπασμένα ποτάμια, μια ζωή κρυφή που δεν θέλουμε να ξέρουμε, μάζευε τα βρωμόνερα και τα έστελνε σε άγνωστη κατεύθυνση. Ο μεσαίωνας της Αθήνας πέρασε στα γρήγορα και είναι κάτω από τα πόδια μας, άγνωστος και αχαρτογράφητος.
Το κράτος λοιπόν, για να επανέλθουμε, σωστά είχε βγάλει το νόμο και είχε απαγορεύσει τα υπόγεια. Έλα όμως που πρόκειται για ελληνικό κράτος. Θα μπορούσε τότε με τις μεγάλες πλημμύρες, το 1977, να κάνει κάτι αποφασιστικό για να απαλλαγεί πια από δαύτα. Να τα καταγράψει και να τα καταργήσει από κατοικίες, να σφραγίσει τις αποχετεύσεις τους. Μπα, κάτι τέτοιο θα είχε κόπο. Δεν το έκανε ποτέ, τα επόμενα χρόνια το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε, τα περισσότερα εγκαταλείφθηκαν. Κανένας άνθρωπος δεν θέλει να μένει κάτω από τη γη. Θα μπορούσε τότε στη δεκαετία του 80 να το κάνει. Ήταν όλα άδεια. Αλλά φυσικά ούτε τότε μπήκε στον κόπο. Ούτε που το σκέφτηκε. Τόσοι επιστήμονες με μεταπτυχιακά στις δημόσιες υπηρεσίες, τόσοι σοφοί, αλλά δεν ασχολούνται με τέτοια ταπεινά. Ή ασχολούνται θεωρητικά.
Στη δεκαετία του 90 άρχισαν πάλι τα υπόγεια να κατοικούνται. Οι ιδιοκτήτες τους τα νοίκιασαν σε μετανάστες. Οπότε, ως πηγή εισοδήματος πια, δεν υπήρχε περίπτωση να τα πειράξει κανείς. Μόνο η βροχή τα πείραζε, κι άντε ξανά πλημμύρες, και πυροσβεστικές, και κατασκευές αντλιών για να ανεβαίνουν τα νερά στο δίκτυο, και ιστορίες για αγρίους. Το οποίο δίκτυο με την πρώτη σταγόνα της βροχής παθαίνει έμφραγμα από τα σκουπίδια που κλείνουν τα φρεάτια, κλπ κλπ.
Είναι κρίμα που εμείς οι Έλληνες ανήκουμε ακόμα στο ανθρώπινο είδος. Τόσο ανώτεροι που είμαστε, θα έπρεπε να έχουμε εξελιχτεί σε κάτι που στέλνει τα λύματά του στη στρατόσφαιρα κατευθείαν, με ειδικές αποστολές αγγέλων. Από κει πάνω ο υπόλοιπος κόσμος θα μπορούσε να τα  θαυμάζει και να τα προσκυνάει, ως οφείλει.
Αντ’ αυτού ξανάρχισε η ίδια ιστορία.
 Τώρα μάλιστα σε κάποιες γειτονιές οι χρυσαυγίτες δέρνουν τους μετανάστες και μερικοί Έλληνες έχουν αρχίσει να ελπίζουν ότι έτσι θα λυθεί το πρόβλημα. Γίνονται δε σοβαρές θεωρητικές συζητήσεις, μήπως με τόσο πολύ ξύλο λυθούν όλα τα προβλήματα. Πολύ ενδιαφέρουσα θεωρία:  όταν κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να ξυλοκοπηθείς δεν δίνεις σημασία σε λίγες πλημμύρες. Και γενικώς η ζωή σου φαίνεται ωραία κάθε που φτάνεις σώος στο σπίτι σου.

Πάρε λίγο νέφτι μαζί σου...

Σταθμός μετρό "Αλέξανδρος Παναγούλης -Άγιος Δημήτριος" Από όνομα καλά πάει, διπλό, μεγαλοπρεπές. Και το πλακάκι κάτω φιλόδοξο. Και πίσω πολυκαταστήματα. Ανεβαίνει κόσμος απο το μετρό, περιμένουν ουρές στις στάσεις των λεωφορείων. Δεν ξέρω την περιοχή, ψάχνω να βρω πού θα πάω. Αμ δε. Σιγά μη δω. Οι λειψές ταμπελίτσες με τις ακόμα πιο λειψές πληροφορίες είναι απέξω μουτζουρωμένες όσο δεν παίρνει. Αυτοκόλλητα που δεν έχουν ξεκολλήσει κρύβουν τις περισσότερες στάσεις. Ό,τι περίσεψε το σκεπάζουν οι μαρκαδάροι. Χώρος έκφρασης οι πληροφορίες των συγκοινωνιών. Πάνω απ' όλες τις μουτζούρες οι ΑνΕλ έχουν κολλήσει κι ένα χαρτί με περισπούδαστες προτάσεις, ότι θα δουν αν συντρέχει λόγος παραπομπής σε δίκη των υπευθύνων για την υπαγωγή της Ελλάδος στο ΔΝΤ. κλπ. Περιμένω το λεωφορείο για 35 λεπτά. Δεν έχει χώρο να καθίσεις, δυο παγκάκια για δεκάδες ανθρώπους, και το ένα σπασμένο. Στο πεζούλι ενός δέντρου θα καθόμουν αν δεν ήταν το χώμα πίσω του τόσο γεμάτο σκουπίδια που με συγκράτησε.
Ποιος θα ερευνήσει αν συντρέχουν ευθύνες και λόγοι παραπομπής σε δίκη των υπευθύνων γι αυτό το χάλι στις στάσεις; Για την υπαγωγή μας σε χαμηλότερο επίπεδο ζωής; Κανένας απολύτως. Και τι να τις κάνεις τις ευθύνες; Σκούπα, φαράσι θέλω, να!
Αλλά μπορεί να πάρω το νέφτι μου την άλλη φορά στην τσάντα, με λίγο σπρέι καθαρίζεις το πλαστικό κι ίσως δεις τι υπάρχει απο κάτω.
Δεν θέλω άλλους συνειρμούς με το νέφτι όμως, εντάξει;
Μήπως ξέρετε κάποιο άλλο υλικό; Κανένα τίπ, όπως για τους λεκέδες σε υφάσματα;
Τώρα με την αύξηση των κομίστρων, να ρίξω την ιδέα να πάρουμε μπόνους ένα καθάρισμα των τσιγκουνικων αυτών επιγραφών;
Το κάνω για να διατηρώ την διεκδικητική μου φόρμα.

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Όλα τα ραδιόφωνα παίζουν Χατζιδάκη


Το facebook μου θύμισε πρωί- πρωί ότι είναι σήμερα η επέτειος της γέννησης του Μάνου Χατζιδάκη. Θα γινόταν 87 χρονών, γεννημένος το 1925 στην Ξάνθη.
Θυμήθηκα τη μέρα που πέθανε, δούλευα στο Α’ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Πέθανε ξαφνικά, δεν μπορέσαμε να μάθουμε πού θα γινόταν η κηδεία. Όσο μπορούσα έβαζα να παίζουν τα τραγούδια του, δεν θυμάμαι ποια εκπομπή έκανα τότε. Με φώναξε ένας διευθυντής που ούτε θυμάμαι πώς τον λένε, ένας τύπος που φορούσε ολόσωμο εφαρμοστό δερμάτινο και περπατούσε πάνω κάτω στο γραφείο σα θηριοδαμαστής, ένας που τον είχε βάλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, ένας εξυπνάκιας, να μου κάνει παρατήρηση. Πού τους έβρισκαν, τους παγκοσμίως άγνωστους;
Τρεις μέρες βάζετε συνέχεια Χατζιδάκη, μας ζαλίσατε, μου λέει. Μα πέθανε, του λέω. Ε, καλά, πέθανε, πάει, τρεις μέρες Χατζιδάκη, ο κόσμος έπαθε κατάθλιψη. Φτάνει πια, έδωσε διαταγή. Πήγα κι έβαλα κι άλλο Χατζιδάκη, καμιά φορά δεν άντεχα να είμαι υπάκουη. Πονούσα τόσο πολύ απ’ αυτό τον ξαφνικό χαμό, και τα τραγούδια θεράπευαν τον πόνο δια της επαναλήψεως, με κάποιο τρόπο. Τόνιζαν τον πόνο και ταυτόχρονα παρηγορούσαν.
Απίστευτο μου φαίνεται το περιστατικό, τώρα που όλοι τον θυμούνται με τόση αγάπη τον Χατζιδάκη.  Ναι, κι από ‘παιδιά της ΝΔ’, που υποτίθεται ότι υποστήριζε. Αλλά άλλο πράγμα υποστήριζε εκείνος στη ΝΔ, μια αστική δημοκρατία που θα λειτουργούσε σωστά.
Είχα την τύχη να γνωρίσω λίγο τον Χατζιδάκη, να κάνω παρέα μαζί του ως φοιτήτρια ακόμα. Μέσω του συνθέτη Δημήτρη Λέκκα, που ήμασταν φίλοι από μαθητές. Για μια περίοδο πήγαινα τα βράδια στον «Μαγεμένο Αυλό», καθόμουνα στη μεγάλη παρέα των νέων που μάζευε γύρω του και απολάμβανα το πνεύμα του μαζί με τους άλλους. Με χιούμορ και διορατικότητα γκρέμιζε τις σιγουριές μας τις βασισμένες σε κλισέ, μας ταρακανούσε, άνοιγε δρόμους. Χαρά και μύρο της ζωής μου η μνήμη των ωρών που πέρασα μαζί του εκείνα τα βράδια και δρόσιζα το μυαλουδάκι μου στην αιχμηρή του σκέψη. Τέντωνα το λαιμό μου μπροστά, μάκραινα για να μην ξεφεύγει ούτε και από τη φωνή του. Έφευγα από κει μέσα στη νύχτα κι ήταν σα να άνοιγαν μπροστά μου φωτεινές λεωφόροι. Ακόμα θυμάμαι την ευφορία από την κατανόηση των πραγμάτων που άκουγα, σπάνια, από τις λίγες. Πήγα συχνά ν’ ακούσω μεγάλους στοχαστές, σε αμφιθέατρα, σε πανεπιστήμια, τη σοφία και την εξάσκηση στην αμφιβολία και στη φιλοσοφική διερεύνηση που απόκτησα στα τραπέζια του Μαγεμένου Αυλού τη θεωρώ από τα σημαντικά και τα πολυτιμότερα κομμάτια των σπουδών μου.
Λίγα χρόνια μετά, όταν δούλευα στην Αυγή, είχα πάει στους Αγώνες Τραγουδιού που είχε οργανώσει στην Κέρκυρα, άλλη τύχη αυτή. Κάποια στιγμή του είχα πάρει μια συνέντευξη για την Αυγή. Μάλιστα εκείνος είχε πει να του την πάρω εγώ, δεν θυμάμαι πώς είχε γίνει, αλλά είχε ζητήσει εμένα. Μεγάλη περηφάνια αυτή η επιλογή. Μπροστά του ήμουνα σχεδόν άφωνη από δέος, αλλά εντάξει, κατάφερα και πήρα τη συνέντευξη.
Πόσο μας λείπει τώρα το πνεύμα, το ταλέντο, η τόλμη και η γενναιοδωρία του. Πόσο ατέλειωτη ευχαρίστηση δίνουν τα τραγούδια του. Πώς θα μπορούσες να πάθεις κατάθλιψη με το Χατζιδάκη; Η μουσική του σε ανεβάζει, σε ελαφρώνει, σε κάνει να ανακαλύπτεις μέσα σου ευγενικά συναισθήματα. Ναι, αυτό. Ευγενικά συναισθήματα, και μια καλλιέργεια που την αποκτάς από το προνόμιο να ξέρεις από παιδί τα τραγούδια του. Αυτό είναι το δώρο του σε όλους μας, να ξέρουμε από παιδιά τα τραγούδια του, και να νιώθουμε όλοι μας άξιοι για κάτι καλύτερο στη ζωή μας.

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Ονειρο στο κόκκινο δωμάτιο

Πριν δέκα χρόνια που είχαμε ταξιδέψει στην Κίνα, είχαμε βρει ένα εικονογραφημένο βιβλίο, στο κατάστημα του αεροδρομίου της Σαγκάης. Μεταξωτό χαρτί στο κουτί, υπέροχες εικονογραφήσεις σε ρυζόχαρτο, δυο τόμοι δεμένοι. Αναρωτηθήκαμε τι ήταν. Δεν έβρισκες να αγοράσεις πολλά όμορφα πράγματα, γενικά η Πολιτιστική επανάσταση είχε αφήσει τα χνάρια της, ή μάλλον είχε σβήσει τα χνάρια του πολιτισμού πριν απο το πέρασμά της με υπερβάλοντα ζήλο. Ο πωλητής μας είχε πει ότι ήταν το κλασικό λογοτεχνικό έργο "Όνειρο στο κόκκινο δωμάτιο" σε εικόνες. 
Αγοράσαμε αυτό το βιβλίο κι ύστερα, στο Πεκίνο, έψαξα να βρω μια αγγλική μετάφραση. Όταν την είδα τρόμαξα, τρεις χοντροί, πυκνοτυπωμένοι τόμοι, ωστόσο το αγόρασα, το κουβάλησα και το διάβασα ολόκληρο. Είναι απο τους αναγνωστικούς άθλους της ώριμης ηλικίας μου. Δεν έχω διαβάσει τον Οδυσσέα του Τζόις, αλλά τουλάχιστον διάβασα αυτό.  
Οι εικόνες είναι πολύ γοητευτικές. Η ιστορία είναι περίπλοκη, έχει πάρα πολλά πρόσωπα, και μέσα απο τις ιστορίες τους ζωντανεύει μια εικόνα της φεουδαρχικής Κίνας του 18ου αιώνα πολύ λεπτομερής. Υπάρχει ο άτυχος έρωτας ενός ζευγαριού, μεταξύ άλλων, κι όλα συμβαίνουν στην περίκλειστη κατοικία μιας ισχυρής οικογένειας. Τόσο ισχυρής που έχει μέχρι και μια κόρη αυτοκρατορική σύζυγο, η οποία κάνει επίσκεψη στο πατρικό της. Για να τη δεχτούν φτιάχνουν μια σειρά περίπτερα σε ένα λόφο, στο καθένα ένα ξαδέρφι την υποδέχεται και της διαβάζει ένα ποίημα. Το καλύτερο το έγραψε η φτωχή συγγενής, μια γλυκιά ορφανή που σχεδόν απο φιλανθρωπία τη φιλοξενούν, και την οποία ερωτεύεται ο κανακάρης του σπιτιού. Αυτός είναι που βλέπει κι ένα όνειρο, το όνειρο του τίτλου
Στην Κίνα έχει γυριστεί και σήριαλ φυσικά, αρκετές φορές. Οι εικονες του θα βοηθούσαν να γνωριστούμε καλύτερα με τους κινέζους. Τα γράφω αυτά επειδή πολλοί φοιτητές στην Ευρώπη παραξενεύονται με τους κινέζους. Δεν είχαμε συνηθίσει να τους έχουμε ανάμεσά μας. Πρέπει να τους γνωρίσουμε. 

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Μερική τύφλωση


Σκέφτομαι καμιά φορά, το έχετε κι εσείς σκεφτεί, έτσι δεν είναι; τι θα κάνω αν τους δω μπροστά μου; Αν τύχω την ώρα που βγάζουν τις αλυσίδες και χτυπάνε ανθρώπους, όπως το βράδυ της Παρασκευής, τι θα κάνω εγώ; Θα βρω κουράγιο να βάλω μια φωνή; Θα βρω μόνο κουράγιο να πάρω τα πόδια μου και να φύγω πλαγίως; Τι κουράγιο θα βρω ακριβώς; Να βγάλω το τηλέφωνο να ειδοποιήσω την αστυνομία;
Την Παρασκευή το βράδυ χτύπησαν έναν νεαρό στην πλατεία Αττικής. Τον χτύπησαν με αλυσίδες στο πρόσωπο, και οι άλλοι άνθρωποι που ήταν εκεί γύρω, δεν έκαναν τίποτε, έλεγε το ρεπορτάζ.
Τι να κάνουν οι άλλοι όταν μια ομάδα τεσσάρων –πέντε ορμάνε με αλυσίδες και δέρνουν; Να πάρουν τηλέφωνο την Αστυνομία; Ο Νίκος Μπίστης, που τον απείλησαν στο Φάληρο, πήρε τηλέφωνο την Αστυνομία. Είναι άνθρωπος με πολιτική πείρα, ξέρει τα δικαιώματά του, είναι ψύχραιμος. Τον απείλησαν, πρόλαβε να αντιδράσει. Το νεαρό δεν τον απείλησαν, τον χτύπησαν αμίλητοι. Μελετάνε τα χτυπήματα, πώς χτυπάμε πού, αλλιώς τους ξένους, τους νέους, είναι όργανα τρόμου αυτοί, να φοβούνται οι άλλοι, αλλιώς τους γνωστούς, διαβάθμιση ποινικών αδικημάτων κατά πρόσωπο και ιεραρχίες. Αλίμονο, στις διακρίσεις είναι εξειδικευμένοι.
Μερική τύφλωση έπαθε ο νεαρός ελληνοαιγύπτιος από το ξύλο, στα εικοσιένα του, ακριβώς στην ηλικία των παιδιών μου. Στη γειτονιά που τα μεγάλωσα. Μερική τύφλωση έχουμε πάθει όλοι μας. Περπατάμε και στυλώνουμε το κεφάλι μπροστά, μη γυρίσει στο πλάι κι αντικρίσει τραμπούκους εν δράσει. Παρωπίδες θα φορεθούν φέτος το χειμώνα, θα γίνει η πιο τρέντι αμφίεση, η τελευταία λέξη της μόδας.
Να μάθουμε τα δικαιώματα μας. Να μπει μάθημα στο σχολείο, κατά προτεραιότητα στα παιδιά των μεταναστών. Πρέπει να ξέρουν τα παιδιά.  Την Αστυνομία να την ετοιμάσουν, να κάνουν κάτι, ένα ειδικό τμήμα άμεσης επέμβασης, με δικό του αριθμό, ας πούμε 101, να εκπαιδευτούμε να τηλεφωνάμε, όπως εκπαιδευόμαστε για έκτακτες ανάγκες. Αν υπάρχουν αστυνομικοί απρόθυμοι, να βρουν τους πρόθυμους για το τμήμα αυτό. Γρήγορα, η αρρώστια είναι επιθετική, απλώνεται ταχύτατα, πάμε για ολική τύφλωση. Όπως παίρνουμε το 166. Χρειάζεται άμεση βοήθεια, δεν τα βγάζουμε πέρα έτσι απλώς, με την καλή μας διάθεση, με την τσιρίδα, με τον πατριωτισμό, με την ευαισθησία ή την παλικαριά, ή με τον έλεγχο του φόβου.  Φτωχοί, πιεσμένοι, αδικημένοι, αλλά όχι και τυφλοί τόσο, κάτι πρέπει να γίνει. 

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Χαρά κι αγάπη για την Ευρώπη

Να βάλουμε για ύμνο της Ευρώπης την Ωδή στη Χαρά, ή μήπως το τελευταίο κομμάτι του Πράισνερ στην Μπλε ταινία; Τέτοια θα ήταν ωραία να συζητάμε για την Ευρώπη, τέτοια διλήμματα να έχουμε. Αντί γι αυτό δυστυχώς κουβεντιάζουμε για κρίση, για οπισθοδρόμηση, για αναδίπλωση των πολιτών της ηπείρου στους εθνικισμούς τους, για αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ιδέας. Και δεν χαιρόμαστε όπως ο Ντελόρ για την ΕΕ που πήρε το Νόμπελ. 
Το κομμάτι του Πράισνερ στη Μπλε ταινία του Κισλόφσκι είναι μελοποίηση του αποσπάσματος της επιστολής του Παύλου προς Κορινθίους. Εάν τις γλώσσες των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί. Ουδέν είμι, τραγουδά η χορωδία, πολωνική να είναι; Όλα τα ρήματα τα τονίζουν λάθος, κι αυτό ακόμα είναι τόσο συγκινητικό. Πάντα οι άνθρωποι τονίζουν λάθος τις οικουμενικές γλώσσες, και τα ελληνικά της επιστολής του Παύλου είναι οικουμενική γλώσσα. Ο ίδιος ήταν άνθρωπος με οικουμενικές φιλοδοξίες,  ζούσε στην εποχή ενός οικουμενικού κράτους, ή τέλος πάντων μιας αυτοκρατορίας με οικουμενικές φιλοδοξίες, επίσης.
Ναι, μα είναι απόσπασμα χριστιανικού κειμένου και δεν μπορούμε να καπελώσουμε την Ευρώπη με το χριστιανισμό, θα έλεγαν οι οπαδοί του άλλου ύμνου, της Ωδής στη χαρά του Μπετόβεν, χωρίς τους στίχους. Θα πάρουν αέρα οι Χριστιανοδημοκράτες, θα λένε μετά ότι αυτοί κυβερνούν. Υπάρχουν τέτοιοι κίνδυνοι σ’ αυτή την επιλογή.
Και η χαρά σαν συναίσθημα δεν είναι πιο αυθόρμητο από την αγάπη; Χαρά, κόρη από τα Ηλύσια… Ωχ, αυτά τα Ηλύσια δεν είναι χριστιανικά; Όχι καλέ, είναι αρχαιοελληνικά, τα Ηλύσια Πεδία! Μα μήπως είναι γαλλοκεντρικά; Les Champs Elysees! Αλλά είπαμε, είναι χωρίς τους στίχους. Όμως κάποια σημασία έχουν και οι στίχοι, γιατί λένε «Αγκαλιαστείτε εκατομμύρια, για όλους τους ανθρώπους αυτό το φιλί»
Όμως χρησιμοποιήθηκε σε λάθος εποχές από λάθος ανθρώπους ο ύμνος αυτός, οπότε ας αφήσουμε τους στίχους στην άκρη.
Τι καλά θα ήταν να κουβεντιάζαμε τέτοια για την Ευρώπη, και να τσακωνόμαστε για το αν η αγάπη ήταν απλώς ένα διαφημιστικό κόλπο για την εξάπλωση του Χριστιανισμού, που το ξέχασε όταν κυριάρχησε και χωρίς αγάπη καθάρισε τους αντιπάλους του, ή μπορεί να απομονωθεί σαν ιδέα και να εκφράσει μια πολιτική στάση της Ευρώπης απέναντι στους πολίτες της και στον κόσμο… Τι καλά θα ήταν.
Αντί γι αυτό, έχουμε τις ειρωνείες, τώρα που διαλύεται το πήρε το Νόμπελ Ειρήνης η ΕΕ! Ή, δεν έκανε τίποτε η ΕΕ για τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία! Πράγμα που δεν είναι αλήθεια, βέβαια, αλλά πότε ασχοληθήκαμε με την αλήθεια του εμφύλιου στη Γιουγκοσλαβία εμείς, για να το κάνουμε τώρα πίσω –πίσω;
Αντί γι αυτό λέμε, η Ευρώπη δεν κατάφερε το ένα, δεν κατάφερε το άλλο. Είναι μια οικονομική ένωση, τίποτε περισσότερο. Λες και δεν είμαστε εμείς η Ευρώπη, αλλά κάποια θεά που αποφασίζει και απλώς μπορούμε να γκρινιάζουμε και να κοπανιόμαστε. Λες και δεν αποφάσισαν οι λαοί, ο γαλλικός συγκεκριμένα, να σταματήσουν την πολιτική της ενοποίηση, επειδή «δεν τους άρεσε εκείνη η Ευρώπη» Έχω φίλους στη Γαλλία, αριστερούς, που ψήφισαν εναντίον της ενοποίησης με αυτό το σκεπτικό. Και τώρα δεν τους αρέσει ούτε ετούτη η Ευρώπη που είναι μόνο οικονομική Ένωση. Να κάνανε και λίγη αυτοκριτική τουλάχιστον…
Αυτοί που ποτέ δεν ήθελαν την Ευρώπη, της κάνουν κριτική από όλες τις πλευρές, αυτοί που τη θέλουν, όπως εγώ, το ρίχνουν στο τραγούδι. Ξέρω τα λόγια της Ωδής στη Χαρά του Σίλερ απέξω στα γερμανικά, ξέρω και τα στραβοτονισμένα ελληνικά του Παύλου στον Πράισνερ, κι όπως οι πιστοί μιας θρησκείας υποτονθορίζουν τροπάρια όταν μερακλώνουν, έτσι κι εγώ πιστή μιας θρησκείας γιορτάζω μοναχικά το Νόμπελ Ειρήνης στην ΕΕ. Είμαι φανατική οπαδός, κακό αυτό, αλλά καλύτερα από άλλους φανατισμούς. Σημαίνει, υπενθυμίζω διαρκώς στον εαυτό μου, που έχει την τάση να φανατίζεται γρήγορα και εύκολα,  ότι μου αρέσει η συνεχής προσπάθεια της ευρωπαϊκής ιδέας να δέχεται τον άλλον ως ίσο, να εφαρμόζει τα ανθρώπινα δικαιώματα στον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ανθρωπότητα, με τάση να επεκτείνει τα δικαιώματα και στον κόσμο των ζώων. Σημαίνει προσπάθεια να καταλαβαίνεις τι έχει συμβεί στη χώρα αυτή και τους γείτονες της, σημαίνει να είσαι έτοιμος να τους ακούσεις, σημαίνει να θέλεις να καταργήσεις τα σύνορά σου μέσα σε μια ομοσπονδία, σημαίνει να πιστεύεις ότι μπορείς να παραιτηθείς από τους εξοπλισμούς, και από μέρος της εθνικής κυριαρχίας ήρεμα και ώριμα, σημαίνει ότι ελπίζεις πως μέσα σ’ αυτά τα ευρωπαϊκά σύνορα θα γίνει κάποια στιγμή η σοβαρή συζήτηση για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν και που δημιουργούν οι μετανάστες, θα σταματήσει η υποκρισία και ο ρατσισμός, θα σταθούν οι άνθρωποι με ειλικρίνειά απέναντι στις ανάγκες τους κι απέναντι στον απέναντι. Αν δεν εμπιστευτώ την Ευρώπη που έχει περάσει από σαράντα κύματα κι ακόμα παλεύει για όλ’ αυτά, ποιον θα εμπιστευτώ; Το πόσο προσπάθησε στο κάθε τι, με τα λάθη της, με τις γκάφες της, το πόσα έκανε για ισότητα, πάρτε παράδειγμα την τρέλα με τις γλώσσες όλων των κρατών να είναι επίσημες, για να μην αδικηθεί καμία, μόνο αυτό δείχνει το κουπί που τραβάει, την ασίγαστη προσπάθεια που κάνει.
Η αγάπη νομίζω είναι πιο καλλιεργήσιμο συναίσθημα. Ξεκινάς από την αγάπη στο παιδί σου, στους γονείς σου, από τον έρωτα, και μπορείς να την καλλιεργήσεις και για άλλους. Αλλά και η χαρά καλλιεργείται, μαθαίνεις να χαίρεσαι με τους άλλους, οι άνθρωποι είναι απολύτως κατάλληλοι για να προσφέρουν χαρά ο ένας στον άλλον.
Δύσκολη επιλογή, έτσι;
://www.metarithmisi.gr/el/readText.asp?textID=12992

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

H ασημένια Βίβλος

Ξεκούραση στο καφενείο της βιβλιοθήκης της Ουψάλας

Στη βιβλιοθήκη της Ουψάλας έχουν ένα χειρόγραφο που το λένε «Η ασημένια βίβλος». Μετάφραση της Βίβλου στα γοτθικά από τον επίσκοπο Ουλφίλα για τον βασιλιά Θεοδώριχο. Για να το δεις, μπαίνεις στο μουσειάκι της Βιβλιοθήκης, τρία μικρά δωμάτια όλα κι όλα, και το θαυμάζεις σε ειδική βιτρίνα και ειδικό ημίφως, να μη χαλάσει η περγαμηνή. Υπάρχουν ακόμα μερικές βιτρίνες στο μουσειάκι, μικρές θεματικές εκθέσεις, όπου με λίγη προσπάθεια μπορείς να ξοδέψεις ένα εικοσάλεπτο. Ύστερα βγαίνεις στην είσοδο του κτιρίου όπου μπορείς να αγοράσει σουβενίρ και βιβλιαράκια από το μαγαζάκι της Βιβλιοθήκης. Ακόμα κι αν δεν μπεις στο αναγνωστήριο ή στη γραμματεία, παίρνεις μια ιδέα της ατμόσφαιρας, ειδικά αν πας  και αριστερά, στο καφενείο της Βιβλιοθήκης και πιεις τον καφέ ή το τσάι σου καθισμένος στα παλιά παράταιρα έπιπλα που θυμίζουν σαλόνι. Έχεις να λες ότι επισκέφτηκες τα σεβάσμια ιδρύματα μιας παλιάς πανεπιστημιακής πόλης, την οποία ενίσχυσες με τον οβολό σου.

Στην Αθήνα  πάλι μπορείς να λύσεις ακαδημαϊκές απορίες, όπως: Τι παθαίνουν τα πόδια των ανθρώπων όταν γίνονται χρήστες ηρωίνης; Κάνοντας μια βόλτα μπροστά στην περίφημη αθηναϊκή τριλογία, η οποία σχεδιάστηκε για να είναι αφιερωμένη στη γνώση. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Βιβλιοθήκη, τα πρότυπα και πρωτότυπα αυτά νεοκλασσικά κτίρια το ένα δίπλα στο άλλο, θα σας απαντήσουν ότι οι χρήστες ναρκωτικών παθαίνουν εκζέματα στα πόδια, κοιμούνται με αγκυλωμένα άκρα, κι όταν προσπαθούν να περπατήσουν δυσκολεύονται, τρεκλίζουν, τα γόνατά τους λυγίζουν, αλλά περνάει πολλή ώρα μέχρι να βρουν κάπου βολικά να σωριαστούν και να παραδοθούν στους κόσμους των παραισθήσεων.

Ωστόσο η Εθνική Βιβλιοθήκη έχει καταπληκτικά χειρόγραφα βιβλία, εξίσου παλιά και παράξενα και πολύτιμα με την «Αργυρή Βίβλο» της Ουψάλας. Θα μπορούσε κι αυτή να κάνει ένα μουσειάκι, να μπαινοβγαίνει  κόσμος, να μαθαίνει, να θαυμάζει, και να κάθεται να πίνει καφέ, να αγοράζει και κανένα σουβενίρ. Κάποτε που το είχα γράψει αυτό, είχα μαζέψει αγανακτισμένα σχόλια με το τσουβάλι από κάτω. Τι ξεφτιλισμένα πράγματα πρότεινα για τα σεβάσμια ιδρύματά μας!  Εμείς νομίζουμε ότι η γνώση είναι ένα αποστειρωμένο, απόμακρο πράγμα που πρέπει να προστατεύεται από τα αδιάκριτα βλέμματα. ΄
Ωστόσο, η αθηναϊκή τριλογία συνεχίζει να διδάσκει: αν  έχετε απορίες για το πώς διακινούνται τα ναρκωτικά στην ένδοξη πόλη, θα τις λύσετε περνώντας από το ίδιο σημείο. Βαποράκια και άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς δόσεων εκτίθενται τοις πάσι στο σεβάσμιο απ’ όλους χώρο μεταξύ των ευαγών ιδρυμάτων.  Για περισσότερες λεπτομέρειες  θα χρειαστείτε μια πιο τεχνολογική προσέγγιση, γι αυτό λάβετε τον κόπο να περάσετε από το Πολυτεχνείο, που έχει ειδικότητα σε κατασκευές, επεξεργασίες και αναλυτικές περιγραφές μεθόδων κατανάλωσης κάθε ισχυρού ναρκωτικού που παράγεται στην υφήλιο.
Έχουμε αποκτήσει ένα είδος παγκόσμιας βιτρίνας ναρκωτικών σε φόντο επιβλητικό, κολόνες, γλυπτά, τρίγλυφα, μετώπες, και δεν συμμαζεύεται. Η Αθήνα είναι ίσως η μόνη πόλη που προσφέρει ένα τέτοιο περιβάλλον μελέτης της διακίνησης και των αποτελεσμάτων ναρκωτικών ουσιών, γιατί πού αλλού θα δει κανείς χρήστες υπό την σκιά και την προστασία τέτοιων αρχιτεκτονημάτων; Είναι κρίμα που κανείς αρμόδιος δεν κάνει κάτι να προβάλει αυτή την τόσο μοναδική εικόνα της πρωτεύουσας μας.
Υπάρχει, υποτίθεται, μεγάλος προβληματισμός για το πώς να αξιοποιηθεί ο χώρος της τριλογίας, και συνέχεια αναρωτιέμαι, κανείς δεν ενδιαφέρεται να τον ζωντανέψει; Αυτή τη στιγμή περνάμε σαν κυνηγημένοι όλοι από μπροστά, και το βράδυ λες αμάν να περάσει κανα αυτοκίνητο να ηρεμήσουμε. Αν κάνουν και την Πανεπιστημίου πεζόδρομο, πώς θα αποφύγουν να δημιουργήσουν το μεγαλύτερο πρεζόδρομο του κόσμου;
Κι όμως το Πανεπιστήμιο έχει χώρο μπροστά, απόδειξη ότι φιλοξενούσε όλες τις συγκεντρώσεις μέχρι να γίνει τρέντι το Σύνταγμα, χώρο όπου θα κάθονταν οι τουρίστες να φάνε το παγωτό τους αφού θα είχαν δει το δικό του μουσειάκι, θα είχαν αγοράσει από το δικό του μαγαζάκι κάποιο σουβενίρ, και θα ήθελαν να απολαύσουν τη λιακάδα.
. Ίσως αξίζει να το δοκιμάσουμε.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Μην παίζετε με τις πόρτες


Τι θα πει, χτίζω μια πόρτα συμβολικά; Τη χτίζω ή δεν τη χτίζω; Βάζω ένα σελοτέιπ στην κλειδαριά ή λίγη τσίχλα στο πόμολο, ώστε συμβολικά να δείξω πως η πόρτα δεν ανοίγει; Πως δεν θέλω να ανοίξει, ώστε να καθίσει να σκεφτεί αυτός που χρειάζεται και που χρησιμοποιεί την πόρτα, ότι έχω κάποιο πρόβλημα με την παρουσία του;
Όχι, οι φοιτητές που χτίζουν ως τώρα τις πόρτες στα γραφεία των καθηγητών τους, τις χτίζουν κανονικά. Μπορεί να συμβολίζει κάτι το χτίσιμο, αλλά δεν είναι συμβολικό. Γίνεται με τούβλα, τσιμέντο και σοβά, που σημαίνει ότι η πόρτα καταστρέφεται σαν πόρτα. Τα κουφώματα θέλουν αντικατάσταση, ο γύρω χώρος γίνεται χάλια, τα τσιμέντα κολλάνε στο πάτωμα και στους τοίχους. Θέλει κάποια μεροκάματα για να αντικατασταθεί, και κάποια υλικά, τα οποία δύσκολα πληρώνονται, και φυσιολογικά αφαιρούνται από άλλες δαπάνες.
Δεν είναι λοιπόν συμβολικό το χτίσιμο, είναι πραγματικό. Πραγματικό κυρίως για όσους είναι μέσα. Άλλο να χτίζεις την πόρτα ενός άδειου γραφείου κι άλλο ενός γεμάτου. Στην πρώτη περίπτωση καταστρέφεις δημόσια περιουσία, την οποία υποτίθεται ότι θα έπρεπε να διαφυλάττεις ως κόρη οφθαλμού, πόσο μάλλον που σαν φοιτητής εσύ κυρίως επωφελείσαι απ’ αυτήν. Και ξέρεις πολύ καλά, αφού πέρασες Πανελλήνιες, ότι πρόκειται για ένα σπάνιο και ακριβό προνόμιο. Ωστόσο, άλλο να καταστρέφεις μια τέτοια πόρτα, κι άλλο να χτίζεις μέσα κι έναν άνθρωπο, να εμποδίζεις έναν καθηγητή σου να βγει έξω. Εκεί μιλάμε για έγκλημα πιο σύνθετο και πιο βαρύ, την προσβολή, το φόβο που προκαλείς, τον πανικό. Δεν ξέρεις τι προβλήματα έχει ο άνθρωπος που βρίσκεται μέσα. Μπορεί να παθαίνει κλειστοφοβία, ας πούμε. Μπορεί να πρέπει να πάρει φάρμακα. Μπορεί να τον περιμένουν κάπου. Οτιδήποτε. Αυτό πια δεν είναι φθορά δημόσιας περιουσίας απλώς, είναι επιπλέον επίθεση κατά προσώπου. Ο εγκλεισμός έχει συνέπειες που δεν μπορεί να τις συλλάβει ίσως το μυαλό ενός φοιτητή, κι ακόμα λιγότερο τα μυαλά πολλών φοιτητών, ό,τι βαθμό κι αν πήραν στις Πανελλήνιες.
Όμως οι εργαζόμενοι στο Δρομοκαείτιο θεραπευτήριο κάτι πρέπει να ξέρουν σχετικά. Ο εγκλεισμός είναι μέθοδος κλειδί για τους ψυχικά αρρώστους. Το θέμα βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων περί θεραπειών και μεθόδων. Η ίδια η ψυχική αρρώστια έχει να κάνει με τον εγκλεισμό. Πόσο κλείνεις και πόσο ανοίγεις τις ανάγκες σου, πόσο ελέγχεις τις πόρτες, τα παράθυρα, δηλαδή το ίδιο σου το σώμα, τη σκέψη, τις εκφράσεις, τη φωνή, τα χέρια και τα πόδια σου, πόσο επιτρέπεις στη βίαιη διάθεση να βγει έξω, πόσο την κλειδώνεις εντός σου, πότε αρχίζει από τον πολύ εγκλεισμό να στρέφεται εναντίον σου και να γίνεσαι αυτοκαταστροφικός. Ακόμα δεν έχει βρεθεί η σωστή δόση εγκλεισμού και ελευθερίας, πότε ο εγκλεισμός είναι παραπανίσιος και επώδυνος χωρίς να βοηθάει, πότε ακριβώς είναι απαραίτητος, και πότε, αν υπάρχει κι αυτό, είναι ωφέλιμος για τον ψυχικά ασθενή. Ακόμα ψάχνουν οι γιατροί, και συζητάνε, κι ακόμα χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο όλο, υποφέρουν άδικα, χωρίς να κερδίζει η κοινωνία κάτι από τον εγκλεισμό τους, επειδή θεωρούνται ψυχικά ασθενείς.
Φοβάμαι όμως ότι οι εργαζόμενοι στο Δρομοκαείτιο δεν είχαν τέτοιους προβληματισμούς όταν αποφάσισαν να μιμηθούν τους φοιτητές και να χτίσουν την πόρτα στο ίδρυμα. 

Αληθινές αναπηρίες


Ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις στο ρόλο του Ιρλανδού Christy Brown,
ζωγράφου και συγγραφέα 
Μια γυναίκα με μπαστούνι μπήκε από τη μπροστινή πόρτα στο λεωφορείο και προσπάθησε κούτσα- κούτσα να καθίσει στο φαρδύ κάθισμα πίσω διαγωνίως από τον οδηγό. Μόλις ξεκίνησε το λεωφορείο τραντάχτηκε, κόντεψε να πέσει. Την είδε ο οδηγός, φρενάρισε. Με το φρενάρισμα, πάλι κόντεψε να πέσει. Πιο βιαστικά, για να εκμεταλλευτεί το χρόνο που της προσέφερε, προσπάθησε ξανά να καθίσει, αλλά δεν ήταν εύκολο, το κάθισμα έχει σκαλοπατάκι. Μια δυο φορές ξανάγινε η σκηνή, ο οδηγός στο τέλος της έκανε νόημα, ότι την περιμένει. «Καθίστε» της είπε, κι αφού κατάφερε όπως- όπως να χυθεί στο κάθισμα στραβά κι ανάποδα, ξεκίνησε πάλι το λεωφορείο. Η καθυστέρηση δεν ήταν τριάντα δευτερόλεπτα, πιο λίγο, ωστόσο μερικά κεφάλια επιβατών πρόλαβαν να κινηθούν προς τα μπρος θυμωμένα, τι κάνει αυτός, γιατί δε φεύγει, ψιθύρισε μια δίπλα μου, της έδειξα τη γυναίκα, σώπασε σουφρώνοντας τα φρύδια. Θα της φάνηκε τρομερή πολυτέλεια που δεν δικαιούται να παράσχει το λεωφορείο, να περιμένει μια γυναίκα με μπαστούνι να ταχτοποιηθεί στην καρέκλα για να μη σκοτωθεί.
Φαντάσου δηλαδή να τολμήσει να μπει σε λεωφορείο και κανένας άνθρωπος με αναπηρικό καροτσάκι. Χρησιμοποιώ τα λεωφορεία και τα τρόλεϊ της Αθήνας σαράντα χρόνια τουλάχιστον, ούτε μια φορά δεν είδα αληθινό ΑΜΕΑ να επιχειρεί να μπει μέσα. Πριν έξι χρόνια είχα πάει το μοναδικό μου ταξίδι στις ΗΠΑ, έπαιρνα λεωφορεία στη Νέα Υόρκη για δέκα μέρες, και θα πρέπει να παρακολουθούσα μια επιβίβαση αναπήρου την ημέρα, τουλάχιστον.
Αυτοί οι αμερικάνοι λοιπόν, που δεν είναι ξενέρωτοι βόρειοι όπως οι ευρωπαίοι κλπ, έχουν την εξής συνήθεια: Όταν περιμένει καροτσάκι αναπήρου να ανέβει στο λεωφορείο, κάνουν υπομονετικά ουρά πίσω του, και δεν διαμαρτύρονται ποτέ. Ομολογώ ότι σα νευρόσπαστο αθηναία που είμαι, ζορίστηκα λίγο να αντιμετωπίσω αυτό το ρυθμό. Βγήκε κι εμένα το κεφάλι μου μπροστά με τάσεις διαμαρτυρίας, κι ύστερα γύρισε με ντροπή στη θέση του.
Τα λεωφορεία της Νέας Υόρκης έχουν μια μικρή κίτρινη πλατφόρμα στην είσοδο, την οποία κατεβάζει ο οδηγός απελπιστικά αργά, ανεβαίνει επάνω το καρότσι, ύστερα την ανεβάζει επάνω ο οδηγός απελπιστικά αργά. Το αναπηρικό καρότσι έχει προτεραιότητα έναντι των καθημένων, και μια σειρά καθίσματα που διπλώνουν αμέσως αδειάζουν για να του κάνουν θέση. Κανείς δεν διαμαρτύρεται, δεν ρωτάει, δεν δείχνει να βιάζεται. Μετά τις πρώτες εκνευριστικές μέρες, συνήθισα κι εγώ, κι όταν έφυγα ήμουν βεβαίως πλημμυρισμένη θαυμασμό και σεβασμό για τις νεοϋορκέζικες συνήθειες. Αν το μετρήσεις, η καθυστέρηση από μια τέτοια συμπεριφορά της κοινωνίας απέναντι στα μέλη της που τη χρειάζονται, δεν μπορεί να προκαλέσει καθυστέρηση πάνω από 2 λεπτά. Αλλά το κέρδος, η σκέψη ότι αν χρειαστεί κι εσύ θα μπορέσεις να επιβιβαστείς σε λεωφορείο σε τέτοια δύσκολη κατάσταση, αξίζει πολύ περισσότερο.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα ανακάλυψα ότι και τα δικά μας λεωφορεία έχουν την ίδια κίτρινη πλατφόρμα στις εισόδους, απλώς δεν τη χρησιμοποιούν ποτέ. Κανείς δεν ξέρει σε τι χρειάζονται, και σίγουρα θα είναι όλες σκεβρωμένες από καιρό. Οι ανάπηροι της Αθήνας δεν δικαιούνται την πόλη, εκτός αν είναι να ζητιανέψουν. Αν είχαμε ανάπηρους να κυκλοφορούν κανονικά σαν άνθρωποι ανάμεσά μας, θα μέναν κι οι ζητιάνοι χωρίς δουλειά. Αλλά δεν κινδυνεύουν.
Αυτό τον αποκλεισμό των ΑΜΕΑ από τη ζωή στην πόλη τον διανθίζουμε με διάφορες υποκριτικές ενέργειες, όπως τις μπάρες στα πεζοδρόμια ας πούμε. Ή όπως τις ψεύτικες δηλώσεις περί αναπηρίας για συντάξεις και επιδόματα, που στοιχίζουν, και οι μεν και οι δε, ένα σωρό λεφτά. Αυτό εισπράξαμε ως πολίτες από την πρόοδο της ανθρωπότητας και τη μεγάλη αλλαγή στη στάσης απέναντι σε άτομα με αναπηρίες και δυσκολίες. Αντί να τα σεβαστούμε και να τους επιτρέψουμε έμπρακτα να ζήσουν με ισότητα ανάμεσα στους αρτιμελείς, ζητήσαμε ως κράτος και δήμοι λεφτά από την ΕΕ για να φτιάξουμε τις περισσότερες μπάρες που υπάρχουν στον κόσμο σε μια πόλη που κυκλοφορούν τα λιγότερα καροτσάκια στον κόσμο. Οι δε πολίτες στήσανε σειρά από απάτες για επιδόματα, χωρίς κανένα σεβασμό στους ανθρώπους που στ’ αλήθεια τα έχουν ανάγκη. Γιατί αν υπήρχε ο σεβασμός αυτός, θα είχαν και λιγότερη άνεση να ιδιοποιούνται τις ιδιότητες των αναπήρων. 

Athens Voice http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BD%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%80%CE%B7%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Όταν αργεί το λεωφορείο στη στοά


Καμιά φορά περιμένω λεωφορείο στη Σπυρίδωνος Τρικούπη. Είναι μια στοά που έχει θέα στο Πεδίο του Άρεως. Αλλά όταν είσαι εκεί δεν το βλέπεις. Βλέπεις τις αφίσες στους τοίχους. Θυμωμένες, ουτοπικές, εξαρχειώτικες αφίσες. Να κάνουμε τις γειτονιές μας εστίες αντίστασης. Ενοικιάζεται. Θύρα 7. Πωλείται. Έξω οι μπάτσοι. ΑΕΚ. Γκριμάτσες, γκράφιτι, μαυρίλα στα πλακάκια.
Δεν θέλω να κοιτάζω τα πλακάκια. Παρακολουθώ σεμινάρια, πώς να μην κοιτάζετε  πλακάκια. Τα παραδίνω στον εαυτό μου καθημερινά. Τα πλακάκια έχουν τη μαυρίλα ενσωματωμένη, την αναδεικνύουν, τη σερβίρουν, τη διαφημίζουν, περηφανεύονται για τη βρώμα που αιχμαλώτισαν. Έλα όμως που το βλέμμα, φοβισμένο από όσες φορές τα πόδια σκόνταψαν σε πλακάκια, κοιτάζει πάλι τα πλακάκια; Δεν υπάρχει διαφυγή.
Σ’ αυτή τη στοά η μαυρίλα αναρριχάται από κάτω προς τα πάνω. Μαύροι είναι οι τοίχοι των κλειστών μαγαζιών, μαύροι και των ανοιχτών. Μαύρο το ταβάνι της στοάς. Λένε ταβάνι για τη στοά; Πώς το λένε; Δεν υπάρχει λέξη. Τυχαίο; Δεν νομίζω. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να κοιτάξει ψηλά σε μια στοά, πόσο μάλλον να βρει λέξη γι αυτό που βλέπει.
Μαύρη, βρώμικη, δυσάρεστη, ασφυκτική, άσχημη η στοά. Κι όμως.  Σκεφτήκατε ποτέ τι είναι μια στοά; Είναι το κέρδος του δημόσιου χώρου από την οικοδόμηση πολυκατοικιών σε μικρά οικόπεδα. Μάλιστα. Αναλυτικά: Για να χτίσει κάποιος πολυκατοικία εκεί που πριν είχε μικρό σπίτι, έπρεπε να παραχωρήσει πεζοδρόμιο εκεί που πριν δεν υπήρχε. Αυτό του έδινε το δικαίωμα να χτίσει πέντε ορόφους. Η στοά ήταν ο φόρος που πλήρωνε, το μόνο πράγμα που σκέφτηκαν οι πολεοδόμοι του 60 να επιβάλουν στην τρελή ανοικοδόμηση, και που το κατάφεραν κιόλας. Γιατί μπορεί να είχαν σκεφτεί κι άλλα, δεν ξέρουμε.
Η στοά αυτή λοιπόν, όπως κι όλες οι άλλες, είναι η μικρή νίκη της κοινωνίας πάνω στο ιδιωτικό συμφέρον. Πράγμα που δεν της το έχει συγχωρήσει το ιδιωτικό συμφέρον. ποτέ. Γι αυτό και κάθε στοά εκτός από νίκη της κοινωνίας, είναι και ήττα της. Ναι μεν παραχώρησα πεζοδρόμιο σε κοινή χρήση, αλλά έτσι χάλια που είναι δεν θα το χαρεί κανείς. Που να μη σώσει, σκέφτηκε το ιδιωτικό συμφέρον καθώς υποχωρούσε λίγα μέτρα για τη στοά. Την καταράστηκε και η κατάρα έπιασε.
Θα μπορούσε η στοά να είναι πιο ευχάριστη. Καθαρή, βαμμένη, πλυμένη, σκουπισμένη, και διακοσμημένη με κάτι καλύτερο από στρώσεις σκισμένων αφισών. Όμως κανείς δεν ενδιαφέρεται να κάνει όμορφη τη στοά. Η στοά είναι για να ξεδίνει το μίσος προς την κοινωνία.   
 Πόσες ώρες στη ζωή ενός ανθρώπου ξοδεύονται στις άσχημες στοές και πόσες σε περιποιημένα μαγαζιά, σε καθαρά κι αγαπημένα σπίτια, σε εξοχές; Πώς αντιμετωπίζουν οι διαβάτες την αντίφαση; Πώς αμύνονται; Αν βρισκόταν ένας λογάριθμος απόλαυσης του περιβάλλοντος και δυσαρέσκειας, θα μπορούσε να αποδείξει ότι δεν συμφέρει να είναι τόσο χάλια οι στοές; Ότι  το ιδιωτικό συμφέρον που εκδικείται το δημόσιο στις στοές, εν τέλει εκδικείται τον εαυτό του; Τι θα μπορούσε να πείσει τους ανθρώπους που εκτονώνονται στις στοές ότι δεν τους συμφέρει;
Χλωμό το βλέπω. Κι όσο περισσότερο αργούν τα λεωφορεία, τόσο κολλάνε οι σόλες στα μαύρα πλακάκια, τόσο ακούγονται τα μεγάλα πολιτικά λόγια περί δημοσίου συμφέροντος σαν τις σκισμένες φράσεις τις γραμμένες στις ξεφλουδισμένες αφίσες.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

H μπλε ιστορία

Τα μπλε παντελονάκια

Ο Ξένιος Ζευς βγήκε παγανιά, το είπαν οι ειδήσεις. Ψάχνει να βρει παράνομους μετανάστες, να δείξει πόσο φιλόξενος είναι, τι άλλο; Ακόμα δεν συνήθισα τον ευφημισμό του, κάποια ευαίσθητη αρχαιολάτρης μέσα μου, μια  έφηβη που διάβαζε, ένα παιδί που πίστευε αντάμα στην Αθηνά, στον Άγιο Βασίλη, στον Ποσειδών και στο Χριστούλη, στριφογυρίζει ενοχλημένη και μουδιάζει τη σκέψη μου.
Αν είναι εκεί έξω ο Ζευς, εγώ καλύτερα να μείνω μέσα. Να μην ξανασυναντηθούμε σε τέτοια κατάσταση, δεν υπάρχει λόγος. Έχουμε περάσει και καλύτερες μέρες μαζί.
Καλύτερα να κάνω μια δουλίτσα ανώδυνη, καθημερινή, να βεβαιωθώ ότι λειτουργώ κανονικά, να βγάλω κι εγώ παγανιά την κανονικότητα. Να ποτίσω, ας πούμε, τις γλάστρες. Έχουν φουντώσει από τη ζέστη, τώρα μόλις αρχίζουν να κιτρινίζουν τα φύλλα του αμπέλωπα. Ή μήπως είναι θηλυκό, η αμπέλωψ της αμπέλωψης; Να κοιτάξω λεξικό. Να βάλω το Γκουγκλ. Τόσα πράγματα μπορεί κανείς να κάνει χωρίς να τον αντιληφθεί ο Ζευς, ξένιος ή άλλος. Δεν είναι κανένας θεός που τα πανθ’ ορά. Τίποτε δεν ορά, φασαρία κάνει μόνο.
Την άνοιξη που πέρασε, όποτε άκουγα για την επιχείρηση αυτή της Αστυνομίας, φοβόμουν για την Αφγανή μου φίλη και τα παιδάκια της. Ερχόταν κάθε Τετάρτη για μάθημα ελληνικών, από την Ομόνοια που έμεναν, η μαμά κι οι τρεις κόρες της. Οι δυο μεγάλες ήταν δίδυμες, εννιά χρονών, ολόιδιες. Τις έντυνε ίδια, έμοιαζαν και τα ονόματα, αδύνατον να τις ξεχωρίσω. Ο μόνος τρόπος ήταν να γράφουν. Είχαν διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, διαφορετικό τετράδιο, η κάθε μια αποτύπωνε εκεί τη δική της προσωπικότητα. Ας παραδεχτώ ότι αυτός ο παλιοκαιρίσιος τρόπος να διδάσκω γραφή και ανάγνωση, με μπόλικη αντιγραφή και επαναλήψεις, μου θύμιζε τα παιδικά μου χρόνια περισσότερο από τον τρόπο που είχαν μάθει τα δικά μου παιδιά γράμματα, ο οποίος ήταν πιο μοντέρνος, λιγότερο χειροποίητος, ας πούμε. Γράφανε αυτά τα κοριτσάκια με την ψυχή τους, ακούραστα, αδιαμαρτύρητα, σελίδες επί σελίδων στρογγυλά γραμματάκια, με μια προθυμία που με άφηνε κατάπληκτη κάθε φορά.
Κάποια στιγμή η μια δίδυμη έπαψε να έρχεται. Τι έγινε; ρώτησα τη μαμά της, που μάθαινε κι αυτή μαζί με τα παιδιά. Έφυγε, μου είπε. Σουηδία. Και βούρκωσαν τα μάτια της. Δεν μπορούσα να ρωτήσω λεπτομέρειες, αλλά κατάλαβα ότι αφού έφυγε το ένα παιδί, θα έφευγαν όλοι. Θα στείλανε το ένα δίδυμο μήπως ο χωρισμός ήταν πιο απλός επειδή έμενε το άλλο ίδιο παιδί. Η καρδούλα της το ήξερε, της μάνας.
Ερχόταν κι ένα πιτσιρίκι μαζί τους, ένα λεπτεπιλεπτο πεντάχρονο κοριτσάκι που άλλαζε δόντια και μου τα έδειχνε κάθε φορά. Της είχα πάρει ένα βιβλίο ζωγραφικής να χρωματίζει. Μόλις το γέμισε, μου το έφεραν πίσω, δεν το έπαιρναν με τίποτε. Δεν ήθελαν κανένα δώρο ποτέ, κανένα κέρασμα. Μια φορά που έφυγε η μαμά για δουλειές λίγη ώρα, βρήκα ευκαιρία και μπούκωσα τα παιδιά κουλούρια και φρούτα, με πρόσχημα να μάθουμε πώς λέγονταν τα φαγητά.
Έφυγαν λοιπόν όλες το καλοκαίρι για τη Σουηδία. Καλή τους ώρα, μακάρι να ησυχάσουν πια οι άνθρωποι. Εννιά χρόνια είχαν περάσει σε στρατόπεδο προσφύγων στο Ιράν. Τι ζωή κάνουν, τι βάσανα τραβήξανε, και πώς διατηρούσαν με τέτοιες συνθήκες την αξιοπρέπεια τους… Ασύλληπτα πράγματα.
«Μένω στην Ομόνοια», είχε μάθει να λέει η μικρούλα, και δεν χρειάστηκε, ευτυχώς, ποτέ να της εξηγήσω τι θα σκέφτονταν οι Έλληνες, που την έβλεπαν έτσι γλυκούλα και καλοβαλμένη, αν την άκουγαν να το λέει αυτό.
Το μόνο που κράτησαν είναι ένα βιβλιαράκι της Παυλίνας Παμπούδη, «Η μπλε ιστορία». Ευτυχώς δεν θα χρειαστεί ποτέ να τους εξηγήσω τους μπλε ελληνικούς συνειρμούς. Θα μάθουν τους σουηδικούς κατευθείαν, έχουν κι οι Σουηδοί γαλάζια σημαία. Το βιβλιαράκι θα μείνει αθώο μπλε.
 Ίσως ξεχάσουν τα ελληνικά τελείως. Ή μπορεί να θυμούνται να διαβάζουν τους πρώτους στίχους της Μπλε ιστορίας:
Ήταν μια ωραία μέρα
Κι όλοι λέγαν καλημέρα
Ήταν μπλε ο ουρανός
Μπλε γαλάζιος γαλανός
Είχε ήλιο κι αρκετούς
Μπλε ριγέ χαρταετούς
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=18775

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

Κούντου λούνα βίνι, τραγουδάν οι βλάχοι

Στη βρυση τη βουνισια, στην είσοδο του Συρράκου

Ένα λόγιο χωριό
Τον περασμένο Ιούλιο επισκέφτηκα το Συρράκο μαζί με δυο κοινωνιολόγους που πριν τριάντα χρόνια  είχαν κάνει εκεί μια έρευνα. Σπάνια ευκαιρία, να ξαναβλέπεις ένα χωριό που μελέτησες επιστημονικά σε μια διαφορετική εποχή και με διαφορετική οπτική. Μεγάλες αλλαγές είχαν γίνει στο μεσοδιάστημα, στο τοπίο και τους ανθρώπους, ίσως και στους ίδιους τους παρατηρητές, όπως παραδέχτηκαν οι ίδιοι μιλώντας στο συνέδριο, που τους είχαν καλέσει, το οποίο γινόταν για «Τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου της περιοχής».
Πριν τριάντα χρόνια η ομάδα των κοινωνιολόγων αναζητούσε ένα χωριό κτηνοτρόφων στο οποίο θα μελετούσε τις επιπτώσεις των αλλαγών του τρόπου παραγωγής, από τους παραδοσιακούς στους σύγχρονους. Επέλεξαν το Συρράκο ίσως απλώς επειδή το είδαν. Το θέαμα του χωριού καθώς το πλησιάζεις, τα πέτρινα σπίτια  πάνω στην πλαγιά του βουνού,  εντυπωσιάζει βαθιά. Ή μπορεί να το είχαν ακουστά με κάποιο τρόπο, γιατί δεν είναι άσημο χωριό που περιμένει τον επισκέπτη να το ανακαλύψει. Το όνομα του είναι γνωστό από τον Κωλέττη, τον Κρυστάλλη και τον Ζαλοκώστα, που κατάγονταν από εκεί, τα έργα και την ιστορία τους.
Για τρία καλοκαίρια τα μέλη της ομάδας έμειναν στο χωριό μελετώντας έναν τρόπο ζωής που ήδη έσβηνε: τον τρόπο ζωής που βασιζόταν στην περιοδική μετακίνηση. Κάθε χειμώνα όλοι οι κάτοικοι του χωριού κατέβαιναν στα χειμαδιά του κάμπου με τα κοπάδια τους, για έξι μήνες. Μόνο ένας άνθρωπος, ο φύλακας, έμενε στο ορεινό, 1100 μέτρα υψόμετρο, χωριό. Το χιόνι μπορούσε να τον αποκλείσει για μήνες. Ο πληθυσμός επέστρεφε το θερινό εξάμηνο. Το σχολείο λειτουργούσε ανάποδα, έκλεινε τους κρύους μήνες του χειμώνα κι άνοιγε το καλοκαίρι. Τα παιδιά έμεναν λίγο περισσότερο στο χωριό,  πριν και μετά την αναχώρηση των γονιών τους, για να μπορούν να συμπληρώνουν το σχολικό έτος. Τους μήνες που οι γονείς έλειπαν, έμεναν σε ένα οικοτροφείο, το οποίο φιλοξενούσε και μαθητές των γειτονικών χωριών όταν υπήρχε ανάγκη.
 Όλα ήταν παράξενα στο Συρράκο, όλες οι συνήθειες που πρόλαβαν οι ερευνητές  να καταγράψουν πριν χαθούν εντελώς. Η καταγραφή  αφορούσε μια χρονική περίοδο, τη δεύτερη ή τρίτη φάση της ιστορίας του χωριού. Οι προηγούμενες φάσεις ωστόσο δεν είχαν περάσει στη λήθη. Το Συρράκο δεν ήταν πάντα έτσι, χωριό αποκλειστικά νομάδων, που ζωντάνευε το καλοκαίρι και έπεφτε σε νάρκη το χειμώνα. Όπως μαρτυρούν τα λαμπρά πέτρινα σπίτια, είχε υπάρξει κάποια άλλη εποχή έδρα εμπόρων με οικονομικές διασυνδέσεις μέχρι και τη Βενετία, μέχρι και την Τεργέστη, καθώς έδρα τεχνιτών. «Ραφτάδες» ονομάζονταν συλλήβδην όλοι αυτοί οι αστοί, ας τους πούμε αστούς, οι οποίοι συνεργάζονταν, αλλά και συγκρούονταν διαρκώς με τους κτηνοτρόφους. Για την εξυπηρέτηση των δραστηριοτήτων τους υπήρχε το πλούσιο δίκτυο μουλαρόδρομων και βοηθητικών μονοπατιών τα απομεινάρια του οποίου σήμερα επισκέπτονται  τουρίστες από όλο τον κόσμο για να γνωρίσουν τις ομορφιές του βουνού. Τα ταξίδια των εμπόρων που έχει περιγράψει ο Νίκος Θέμελης στο βιβλίο του Η Αναζήτηση, με τα καραβάνια μουλαριών που περνούν από τα βουνά για να ταξιδέψουν σε πόλεις της Ρωσίας και της Ευρώπης, θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί και για το Συρράκο. Ωστόσο οι «ραφτάδες» εγκατέλειψαν το χωριό σταδιακά, για να εγκατασταθούν σε μέρη πιο πρόσφορα για τις δουλειές τους και τον τρόπο ζωής τους, ειδικά μετά την απελευθέρωση.
Το Συρράκο υπήρξε δηλαδή λόγιο χωριό από την εποχή της Επανάστασης.  
Από τους τρεις διάσημους άνδρες του περισσότερη φήμη του έδωσε, πιστεύω, ο ανίσχυρος πολιτικά Κώστας Κρυστάλλης, ο οποίος πρόλαβε να γράψει πολλά βουκολικά δημοτικοφανή ποιήματα μέχρι τα 26 του χρόνια, που πέθανε, ώστε να το αναδείξει σε ένα είδος νέας Αρκαδίας. Η ζωή του κτηνοτρόφου τραγουδήθηκε πιο ρομαντικά από ποτέ, σε μια εποχή που οι Έλληνες βιάζονταν υπερβολικά να ξεχάσουν τα χωριά τους.
In Arcadia ego
Το καμπαναριό στην εκκλησία της πλατείας
Ο ποιητής αυτός, που έχει σήμερα μάλλον ξεχαστεί, είχε μεγάλη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό, τουλάχιστον για τις γενιές μέχρι τον πόλεμο. Στο Συρράκο θα βρείτε το σπίτι του συντηρημένο και ανοιχτό σαν Λαογραφικό Μουσείο, προτομή και ανδριάντα του, και μια αίθουσα συγκεντρώσεων με το όνομα του, στην οποία γινόταν και το συνέδριο για  τα 100 χρόνια ελεύθερου βίου των περιοχών του Δήμου Δυτικά των Χρούσια - Καλαρρύτικου – Αράχθου.
 Οι ερευνητές του ΕΚΚΕ βρήκαν το χωριό αλλαγμένο με πολλούς τρόπους. Το σχολείο του, ένα επιβλητικό τριώροφο που δεσπόζει στα άλλα σπίτια, έχει γίνει ξενώνας. Οι οικογένειες δεν μένουν εδώ και πολύν καιρό πια στο Συρράκο, έχουν όλες εγκατασταθεί στα παλιά χειμαδιά τους, σε πεδινές πόλεις, κι έρχονται μόνο για διακοπές. Το παλιό Οικοτροφείο, στο οποίο οι ίδιοι ερευνητές είχαν μείνει  στη δεκαετία του 80, χωρίς τρεχούμενο νερό και άλλες ανέσεις, έγινε ξενώνας κι αυτό. Τα σπίτια είναι ανακαινισμένα, τα καλντερίμια και οι δημόσιοι χώροι επίσης. Είναι πολύ εντυπωσιακά διατηρημένο, για ένα χωριό που δεν έχει στην ουσία μόνιμους κατοίκους. Πολύ λίγα κάποτε όμορφα ορεινά χωριά είναι σε τόσο καλή κατάσταση, και μάλιστα χωρίς αρκετό τουρισμό.
Καινούργιες πέτρες έχουν μπει σε βρύσες και σε τοιχία στήριξης. Και το γύρω κατάξερο τοπίο έχει πάρει να πρασινίζει. Είναι φυσικό. Δεν υπάρχουν πια πολλοί κτηνοτρόφοι με πρόβατα και γίδια να τρώνε ότι πράσινο βλαστάρι βρουν. Μόνο ένας έχει απομείνει με τέτοια κοπάδια. Καναδυό πήραν γελάδες, οι περισσότεροι νοικιάζουν τους βοσκότοπους. Το χωριό μεγάλωσε, νέα σπίτια έχουν κτιστεί, όλα με πέτρα, ίσως όχι με άψογα παραδοσιακά σχέδια, πέτρινα πάντως.  Στην ανακαινισμένη πλατεία όμως μαζεύεται λιγότερος κόσμος. Κι αυτός ο κόσμος ανεβαίνει στο χωριό μόνο για λίγες μέρες το καλοκαίρι, κάθε χρόνο και λιγότερες. Σπάνια πια θα πετύχεις παρέες γέρων να μιλάνε βλάχικα μεταξύ τους, η γλώσσα ξεχνιέται σιγά- σιγά.
Το χειμώνα πάλι το χωριό αδειάζει, κι ακόμα μένει εκεί ένας φύλακας. Του κρατά τώρα συντροφιά και η ταβερνιάρισα και ξενοδόχος του «Σταυραετού», που κρατάει ανοιχτά ξενώνα και μαγαζί όλο το χρόνο. Υπάρχει τουρισμός, αλλά όχι τόσος που θα μπορούσε να κρατήσει περισσότερο κόσμο στο χωριό. Ίσως το μέλλον να βρίσκεται στον τουρισμό, στον παραθερισμό, κάποια λύση να βρεθεί για να μην εγκαταλειφθούν ξανά αυτά τα ανακαινισμένα σπίτια, να μην πάει χαμένη όλη αυτή η προσπάθεια αναβίωσης. Η ίδια η ιστορία του χωριού, το υπόδειγμα ενός μικρόκοσμου που προσφέρει, θα μπορούσε, ιδανικά, να συνεχίσει να είναι αντικείμενο μελέτης, να διατηρηθεί ως αντικείμενο μελέτης.

Σαλόνι ενός απο τα σπίτια των ραφτάδων που έχει γίνει μουσείο
(Μουσείο Ερμηνείας Φωτιάδου)
Δυσκολίες προσαρμογής
Έρημο λοιπόν το χωριό το χειμώνα, δύσκολα θα κατοικηθεί ξανά, δύσκολα θα ζωντανέψει. Όπως σε όλη την Ευρώπη, οι νομάδες σταμάτησαν την περιοδική κίνηση, εγκαταστάθηκαν κατά προτίμηση στα πιο εύκολα μέρη, στους κάμπους. Καθώς το συνέδριο με θέμα το Συρράκο πλησίαζε στο τέλος του, κι ενώ είχε ολοκληρωθεί πολύ ζωντανά και λεπτομερειακά η εικόνα του παρελθόντος, κι είχαμε απογειωθεί στα φτερά του τραγουδισμένου σταυραετού,  η προτελευταία ομιλήτρια, η Ελευθερία Γκαρτζονίκα, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών- Σχολική Σύμβουλος Φυσικής Αγωγής),ανέλαβε να μας προσγειώσει αφήνοντας τις κορφές και τις αετοφωλιές που στα σημερινά μάτια είναι αδύνατον να απεκδυθούν του ποιητικού ρομαντισμού τους. Μας κατέβασε στον κάμπο, στα χειμαδιά που δεν είναι πια απλώς χειμαδιά αλλά μόνιμες κατοικίες, στην περίοδο προσαρμογής όπως τη βίωσαν οι σύγχρονοι μας. Η εγκατάσταση έγινε στο περιθώριο των πόλεων, σε γειτονιές που τις περιέγραψε γλαφυρά, σε καλύβες στην αρχή, τις παλιές κτηνοτροφικές καλύβες, χειροποίητα σπίτια στη συνέχεια, πέρα κι από τους γυφτομαχαλάδες ενίοτε. Εκεί τις πρώτες δεκαετίες της σταδιακής  μετανάστευσης οι Βλάχοι του Συρράκου αντιμετώπισαν την εχθρότητα και το ρατσισμό των σταθερών κατοίκων σε κάθε έκφανση της ζωής τους. Πιο σκληρά ήταν τα παιδιά για τα παιδιά, η ζωή στο σχολείο ήταν για καιρό πολύ δύσκολη και τραυματική, αλλά και οι μεγάλοι των μικρών πόλεων γύρω από τον Αμβρακικό αντιστάθηκαν σθεναρά στην προσπάθεια των Βλάχων για ενσωμάτωση. Η οποία γινόταν παράλληλα με την παράλληλη προσπάθεια τους να μην αλλοιωθεί εντελώς η πολιτιστική τους κληρονομιά, να διατηρηθούν κάποιες γιορτές, κάποια έθιμα, κάποια στοιχεία προέλευσης.

Το Συρράκο όπως φαίνεται απο το δρόμο
O θάνατος της γλώσσας
Τελευταία ομιλήτρια στο συνέδριο ήταν η νεαρότερη, η Μαρία Μαγκλάρα, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιογλωσσολογίας. Το θέμα της ήταν μια έρευνα που είχε κάνει σε βλαχόφωνους πληθυσμούς στην περιοχή της Φιλιππιάδας και του Κάμπου για το επίπεδο γνώσεων τους στη βλάχικη γλώσσα. Είχε χωρίσει τους 24 ομιλητές που πήραν μέρος στην έρευνα της σε τρεις ηλικιακές ομάδες, με τη μεγαλύτερη, ηλικίας 50 και άνω, φυσικά να διαθέτει τους πιο επαρκείς ομιλητές της βλάχικης, την μεσαία, των ηλικιών 30-50, με πολύ μικρότερες ικανότητες, και τη νεώτερη, την κάτω των 30, με ανθρώπους που γνωρίζουν μόνο κάποιες λέξης, αλλά δεν καταλαβαίνουν ούτε μια απλή συζήτηση στα βλάχικα. Δεν είχε μπορέσει να βρει νέους κάτω των 30 χρονών που να μπορούν να επικοινωνήσουν στοιχειωδώς στη γλώσσα.  Η έρευνα της επικεντρώθηκε στη παραγωγική μορφολογία, δηλαδή το γλωσσικό μηχανισμό που ελέγχει την παραγωγή  λέξεων, και βέβαια τα συμπεράσματα της ήταν ότι η γλώσσα χάνει τους παραγωγικούς της μηχανισμούς και συρρικνώνεται.
Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν κάτι που το ακροατήριο γνώριζε εκ πείρας: οι ομιλητές των βλάχικων λιγοστεύουν, οι μεγάλοι δεν μαθαίνουν τη γλώσσα στα παιδιά τους, ακόμα και οι ίδιοι την ξεχνούν σιγά- σιγά. Πιο πολύ ενδιαφέρον είχε η παράθεση των επιχειρημάτων υπέρ της προσπάθειας να μην αφήνονται οι γλώσσες να χάνονται. Μετά από αρκετές γενιές που προσπάθησαν συστηματικά να ξεχάσουν τη γλώσσα που μιλούσαν στο σπίτι, αν ήταν διαφορετική από την επίσημη, που διδάχτηκαν στο σχολείο ότι έτσι έπρεπε να κάνουν, κι αφού τέλος πάντων η προσπάθεια απέφερε καρπούς, και τα σημερινά παιδιά δεν καταλαβαίνουν γρυ βλάχικα, κι ούτε έχουν ευκαιρίες να τ’ ακούσουν κάπου δημόσια, ήταν μια στιγμή ανατροπής να ακούγεται στο βήμα της αίθουσας «Κώστας Κρυστάλλης», από  μια νεαρή επιστήμονα η τόσο θετική άποψη για τη γλώσσα αυτή «του σπιτιού» που τελούσε υπό περιφρόνηση αν όχι υπό δίωξη.  
Τα πράγματα έχουν αλλάξει από την εποχή που τα ευρωπαϊκά κράτη επεδίωκαν να εξαφανίσουν τις τοπικές γλώσσες και η ύπαρξη τους ήταν απειλή ύπαρξης μειονότητας που θα μπορούσε να προκαλέσει πολέμους. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει συστάσεις για τη διατήρηση των περιφερειακών και λιγότερο ομιλούμενων γλωσσών τις οποίες θεωρεί «άυλη πολιτιστική κληρονομιά». Όπως είπε και η Μ. Μαγκλάρα, πολλές  κοινωνιογλωσσικές και ανθρωπολογικές μελέτες σε διάφορες γλώσσες στον κόσμο έχουν δείξει ότι η κάθε γλώσσα διατέμνει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο. «Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο σε μεγάλο βαθμό μέσα από τη γλώσσα που μιλάμε. Κάθε γλώσσα είναι ένας πολιτισμικός πλούτος που αποτυπώνει και δείχνει και διαφορετική οπτική του κόσμου και η απώλειά της είναι απώλεια πολιτισμική»
Το πιο βιωματικό επιχείρημα της ήταν η δική της σχέση με τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Τα βλάχικα είναι γλώσσα λατινογενής, οπότε όποιος τα μιλάει μπορεί να μάθει εύκολα όλες τις λατινογενείς γλώσσες. Η ίδια έμαθε με ευκολία γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά χάρις στη μητρική της γλώσσα. Πέρα από αυτό το χρησιμοθηρικό επιχείρημα, κατέθεσε τις απόψεις της ψυχογλωσσολογίας που υποστηρίζουν ότι η διγλωσσία βοηθάει την ανάπτυξη της γλωσσικής δημιουργικής ικανότητας, και τα συμπεράσματα μελετητών που παρατήρησαν ότι  τα δίγλωσσα παιδιά έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να αναλύσουν τις γλωσσικές πληροφορίες και μπορούν να αντιληφθούν καλύτερα κάποιες πτυχές της διαπροσωπικής επικοινωνίας. Ενώ οι παλιότερες αντιλήψεις θεωρούσαν πως η διγλωσσία από μικρή ηλικία ήταν παράγοντας κακών σχολικών επιδόσεων και κοινωνικής στασιμότητας, (χρησιμοποιούνταν μάλιστα οι όροι ‘mental confusion’και  ‘language handicap’, δηλαδή διανοητική σύγχυση και γλωσσική υστέρηση) υπάρχουν συμπεράσματα  προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: στα παιδιά που μαθαίνουν καλά δύο ή περισσότερες γλώσσες φαίνεται να ενεργοποιούνται πτυχές στον εγκέφαλο που στην περίπτωση  της μονογλωσσίας παραμένουν μη ενεργοποιημένες.
.
Προσωπικά αναρωτιόμουν κατά πόσον οι σημερινές έρευνες σε δίγλωσσα παιδιά αντιμετωπίζουν και νοοτροπίες διαφορετικές από τις παλιότερες, τότε που το να μιλάς διαλέκτους ή γλώσσες διαφορετικές από την κυρίαρχη επέφερε κοινωνική περιφρόνηση και απομόνωση, πράγματα που από μόνα τους δημιουργούν και γλωσσική υστέρηση και διανοητική σύγχυση.
Δεν ξέρω αν στο ακροατήριο υπήρχαν νεαρές μητέρες που πείστηκαν να χρησιμοποιήσουν με τα παιδιά τους τη βλάχικη γλώσσα την οποία ίσως είχαν μάθει στο σπίτι τους. Ίσως να είναι πολύ αργά για τις δυνατότητες της γλώσσας να επιβιώσει.  Άλλες ανησυχίες εκδηλώθηκαν στο ακροατήριο. «Είναι τα βλάχικα ίδια γλώσσα με τα ρουμάνικα» θέλησε να μάθει κάποιος από το κοινό, ίσως για να μπορέσει να εκτιμήσει ελεύθερα, χωρίς το φόβο ότι θα γινόταν αντικείμενο ρουμάνικης προπαγάνδας όπως είχαν γίνει οι Βλάχοι πριν 100 περίπου χρόνια,  την πολυγλωσσία του. Η Μ. Μαγκλάρα τον βεβαίωσε πως δεν είναι ίδιες οι δυο γλώσσες, τα βλάχικα έχουν πολύ περισσότερες λέξεις που προέρχονται από τα ελληνικά και τα ρουμάνικα λέξεις από τις σλαβικές γλώσσες.  Δεν ξέρω αν τον καθησύχασε. Θαύμασα τη σταθερότητα που έχει η ίδια κερδίσει χάρις στη γνώση και τις αναζητήσεις της, την κατάληξη της εισήγησης της, που ακόμα κι αν δεν άλλαξε τις νοοτροπίες σίγουρα φώτισε διαφορετικά την ίδια την ιστορία των ανθρώπων που την άκουγαν.
«Η γλώσσα φέρνει μέσα από τους αιώνες τη λαϊκή σοφία, τον τρόπο αντίληψης του κόσμου, τον τρόπο ζωής των προηγούμενων γενεών, την πορεία τους μέσα στο χρόνο, κατέληξε.  Δεν μπορώ λοιπόν να φανταστώ πώς θα μπορούσα να μην γνωρίζω τη γλώσσα ή μια από τη γλώσσες που μιλούσαν οι προγονοί μου και που μεταφέρθηκε μέσα από τα στόματα των γονιών μου, του Γιώργου και της Λαμπρινής, σε εμένα.  Θα  ήταν σα να σπάει ένας συνδετικός κρίκος της αντίληψης και της  παρουσίας μου στον κόσμο.»
Η Μαρία Μαγκλάρα με τους γονείς της στην πλατεία 
Γνώρισα τους γονείς της Μαρίας, το Γιώργο και τη Λαμπρινή, μόλις το συνέδριο τέλειωσε και βγήκαμε στην πλατεία. Μου είπαν ότι μιλούν βλάχικα μεταξύ τους, αφού κι οι δύο ήταν Συρρακιώτες, έτσι και η κόρη τους μεγάλωσε με τη γλώσσα αυτή. Ο πατέρας ξυλουργός, με δάχτυλα να λείπουν από το δεξί χέρι, η μητέρα μια λιπόσαρκη γυναίκα που είπε χαμογελώντας: «Είχα κάτι να πω κι εγώ μετά την ομιλία, αλλά φοβήθηκα ότι δεν θα το έλεγα σωστά..»
-Έπρεπε να το πεις στα βλάχικα, της είπε η κόρη της. Οι πιο πολλοί καταλάβαιναν εκεί μέσα, κι εγώ θα το μετέφραζα για τους υπόλοιπους!
Χαμήλωσε τα μάτια γελαστά η κυρία Λαμπρινή, χωρίς να πιστεύει ακόμα ότι οι γνώσεις της κόρης της έχουν ανοίξει τέτοιους ορίζοντες δικαίωσης και αξιοπρέπειας. Την επόμενη φορά ίσως.
Όταν βγήκε το φεγγάρι (κουντου λούνα βίνι)
Το ίδιο βράδυ πήγαμε επίσκεψη σε μια παλιά γνωριμία των κοινωνιολόγων, στο σπίτι που έχτισε σχεδόν μόνος του πάνω στα ερείπια του πατρικού του, ένας συνταξιούχος καθηγητής σε ΤΕΙ. Η ηλικία του είναι κοντά στα εξήντα, είχε προλάβει τη λειτουργία του σχολείου και του Οικοτροφείου. Καθίσαμε στη φεγγαράδα της αυλής του κι ακούγαμε τον ήχο του Καλαρρύτικου που έτρεχε στο βάθος της χαράδρας.. Μιλώντας έπιασε να μας περιγράφει αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια.
«Εμείς μέναμε στο Οικοτροφείο από τον Οκτώβρη που κατέβαιναν οι γονείς με τα ζώα στην Πρέβεζα, μέχρι τα Χριστούγεννα που κατεβαίναμε κι εμείς να τους βρούμε. Να σας πω πώς έφευγα από το σπίτι. Έφτιαχνε η μάνα μου ένα στρώμα με φύλλα. Μάζευε τα φύλλα, το έραβε, και γινόταν το στρώμα. Το τίναζε, το δίπλωνε, ετοίμαζε κι ένα κασελάκι με τα πράγματά μου. Το Οικοτροφείο ήταν μικρό, τα στρώματα μπαίνανε στη σειρά, το ένα δίπλα στ’ άλλο, δεν είχε χώρο για τίποτε άλλο. Ένα –ένα έρχονταν τα παιδιά. Έφευγαν μία- μία οι οικογένειες, μεγάλωνε η σειρά με τα στρώματα. Το καλοκαίρι, που γυρνούσαν μία- μία οι οικογένειες, μίκραινε σιγά-σιγά η σειρά.
Το σχολείο ήταν αυστηρό, οι τιμωρίες έπεφταν βροχή. Ο δάσκαλος είχε μια βίτσα κι έδινε μια βιτσιά για κάθε λάθος που έκανες. Κατέγραφε τα λάθη της ημέρας και τις έδινε στο τέλος μαζεμένες τις βιτσιές. Εγώ ήμουν καλός μαθητής, δεν έτρωγα πολύ ξύλο. Οι πιο πολλές που έφαγα ποτέ ήταν δώδεκα, επειδή είχα κλίνει λάθος τη λέξη «πλημμύρα». Η πλημμύρα, της πλημμύρης είχα πει, το είχα μπερδέψει με τη θάλασσα. Η θάλασσα της θαλάσσης. Δεν ξέραμε και καλά ελληνικά βλέπεις. Α, βλάχικα απαγορευόταν να μιλάς, αν σε άκουγαν έστω και στο διάλειμμα, έτρωγες χαστούκι. Μερικά παιδιά έκαναν τόσα λάθη κι έτρωγαν τόσες βιτσιές που τα χέρια τους αναισθητοποιούνταν πια, δεν καταλάβαιναν πόνο…
Θυμάμαι τη χαρά όταν γύριζαν οι δικοί μας από τον κάμπο, το καλοκαίρι πια. Καθόμασταν στην τάξη και το μυαλό στο παράθυρο, ποιος φάνηκε πέρα στο δρόμο, και τίνος η οικογένεια είναι… Ο δάσκαλος βουρλιζόταν, δεν είχαμε μυαλό για μάθημα.
Στον κάμπο εμάς μας κατέβαζαν με φορτηγά. Ταξιδεύαμε στην καρότσα. Έκανε διανομή το φορτηγό στα χωριά που ήταν οι γονείς μας. Φορούσαμε κάτι κοντές κάπες, όχι τις μεγάλες τις μακριές τις διάσημες. Κάτι μικρούλες. Τα πόδια μας από κάτω κρύωναν. Όταν φτάναμε και κατεβαίναμε από το φορτηγό, μαζεύονταν οι ντόπιοι και κορόιδευαν, κοίτα τους βλάχους, έλεγαν και γελούσε ο κόσμος μαζί μας…
Τα βλάχικα πεθαίνουν, ναι, βέβαια, τι να κάνουμε; Ε, δεν χάλασε κι ο κόσμος αν τα ξεχάσουμε πια. Την άκουσα τη Μαρία, αλλά εντάξει, πάνε αυτά τώρα. Δεν θα κλάψω και για τα βλάχικα…»
Ο συνομιλητής μας ήταν ένας άνθρωπος που είχε καταφέρει να μορφωθεί με μεγάλες δυσκολίες, να γίνει καθηγητής, όπως και η Μαρία Μαγκλάρα. Τους χωρίζει μια γενιά, εξού και οι διαφορές στις εμπειρίες και τις αντιλήψεις. Κρίσιμη γενιά της αυτογνωσίας. Τώρα που οι δάσκαλοι δεν έχουν βίτσες, τώρα που απαγορεύονται τα χαστούκια, τα παιδιά δε μιλάνε πια βλάχικα. Άλλες γλώσσες ίσως, και τα προβλήματα αναπαράγονται με νέα όψη. 
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Book's journal Οκτωβρίου 2012

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...