Παρασκευή, 28 Φεβρουαρίου 2014

Παστίλιες για το φόβο του άλλου

Για τον πόνο του άλλου συνενοούμαστε κάπως, το σώμα μας έχει εκπαιδεύσει παιδιόθεν, αναγνωρίζουμε, καταλαβαίνουμε, μπορεί και να συγκινηθούμε, να καταφέρουμε νοερά να βρεθούμε στην ίδια πλευρά, να βάλουμε το χέρι στην τσέπη, να πληρώσουμε λίγες παστίλιες για τον πόνο του άλλου, που και το δικό μας λαιμό θα μαλακώσουν. Το φόβο του άλλου όμως πώς να τον βοηθήσεις να ξεπεραστεί;
Το φόβο του άλλου δεν τον καταλαβαίνεις. Είναι μεταμφιεσμένος, κι όχι μόνο τις Απόκριες. Συνήθως ντύνεται το αντίθετο του, θάρρος, τόλμη, επιθετικότητα. Είναι περίπλοκο πράγμα, κι αν δεν μαντέψεις κάτω απο τη μεταμφίεση την αληθινή του φύση, αρχίζεις να φοβάσαι κι εσύ. Οπότε δεν σε σώζουν ούτε παστίλιες, ούτε ο Χαβιέ Μπαρδέμ αυτοπροσώπως να σε διδάσκει ελεύθερο ουρλιαχτό. Δεν προλαβαίνεις κιόλας. Ενίοτε όπλοφορεί ο φόβος του άλλου, και μέχρι να του εξηγήσεις την ψυχολογική αντιστροφή φόβου- επιθετικότητας, έχει τραβήξει τη σκανδάλη. 
Κι όμως ο φόβος είναι σαν τον πόνο, βοηθάει να επιβιώνουμε ειδοποιώντας για τους κινδύνους, είναι στοιχείο ζωτικό και βαθύ, αναμετριόμαστε μαζί μου συνέχεια, απο παιδιά. Παίζοντας μετράμε δόσεις φόβου σαν καθημερινή βιταμίνη ή διεγερτικό και μεγαλώνοντας ευτυχούμε να ξεπερνάμε έναν- έναν τους παιδικούς  φόβους. Η δεξαμενή βέβαια βρίσκεται πάντα μέσα μας, έτοιμη να προμηθεύσει νέα προϊόντα σε κάθε ευκαιρία, ο ενδιαφέρων διάλογος του φοβισμένου παιδιού με τον ψύχραιμο ενήλικα μπορεί να συνεχίζεται δια βίου. Είναι ο τρόπος να μένεις παιδί χωρίς να παλιμπαιδίζεις, να εξοικονομείς δυνάμεις έναντι των  πάσης φύσεως υποψήφιων  διαχειριστών -ή και υποψήφιων δημιουργών- του φόβου χωρίς να παριστάνεις ότι τον νίκησες για πάντα. Δεν γίνεται να νικηθεί, κι ας έλεγε ο Καζαντζάκης πως τα είχε καταφέρει.
Ως παράγων ερμηνείας πολιτικών συμπεριφορών, ο φόβος του άλλου θέλει πολλές παστίλιες για να τον καταλάβουμε. Φοβούνται οι άνθρωποι που δεν έχουν λόγο να φοβηθούν, κι εκείνοι που θα έπρεπε να προσέχουν μοιάζει να έχουν άγνοια κινδύνου. Φοβούνται οι ασφαλείς συχνά πολύ περισσότερο από τους εκτεθειμένους σε χίλιους κινδύνους, κι αυτό εκδηλώνεται πολιτικά χωρίς καμία λογική. Σπάμε το κεφάλι μας να καταλάβουμε πώς καταφέρνουν διάφοροι πολιτικάντες να αποκτούν κοινό και εξουσία ψάχνοντας λογικές εξηγήσεις, γιατί δεν ξέρουμε τι μπορεί να φοβούνται οι άλλοι. Κι ας έχουμε κάθε πρωί να αντιμετωπίσουμε  πρωτοσέλιδα φόβητρα κρεμασμένα στα περίπτερα, κι ακόμα πιο υποβλητικά στα ραδιόφωνα, και οικεία στην τηλεόραση τα βράδια. Ζούμε μαζί τους, τα συνηθίσαμε, παίρνουμε μεγάλα σκυλιά στα μικρά διαμερίσματα να μας φυλάνε, επεξεργαζόμαστε λεξιλόγιο μίσους και πορευόμαστε. 
 Οι Γαλάτες φοβόντουσαν μήπως τους πέσει ο ουρανός στο κεφάλι, αλλά έχασαν αυτή την ωραία πίστη όταν ηρθαν οι Ρωμαίοι απο ξηράς. Εμείς εδώ φοβόμαστε τους γείτονες,  κάποιος που δεν μας ξέρει δύσκολα θα καταλάβαινε τι μας συμβαίνει με τους εξοπλισμούς, ας πούμε, και τα σκάνδαλα δισεκατομμυρίων, τους ένστολους και τα επιδόματα, όλο το πακέτο. 
Μυστήριο πράγμα ο φόβος του άλλου. Από διακριτικότητα και σεβασμό δυσκολευόμαστε να τον καταλάβουμε, κι ας είναι κραυγαλέος σα μικρού παιδιού. Κάποτε θα βρεθούν θεραπευτικές παστίλιες, θα θυμίζουν καθώς τις πιπιλάς πόσο παράλογοι είναι οι δικοί σου φόβοι. Κάποιος πιο τολμηρός και πιο ωραίος κι απ' τον Χαβιέ Μπαρδέμ θα τις πλασάρει, και τότε θα καταλάβουμε την υπέρβαση κι ίσως ξεπεράσουμε, κι εμείς κι οι άλλοι, ακόμα έναν φόβο.


Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Δίαιτα του αιθιοπικού μπαχαρικού

Κατεβαίνουμε στα στενά κάτω απο την Πατησίων εις αναζήτηση κάποιου σπάνιου μπαχαρικού. Ακολουθώ ως μαθήτρια μια νεαρή που θα με διδάξει τα μυστικά της αιθιοπικής κουζίνας σε αντάλλαγμα για τη διδασκαλίας ελληνικής γλώσσας που προσφέρω εγώ. Έγινα δασκάλα στα γεράματα και μ'αρέσει, οι δεδομένου ρόλοι σου προσφέρουν απίστευτη ελευθερία, αλλά πού να το καταλάβουμε τότε που ταλαιπωρούσαμε  τους καθηγητές μας με εμφισβητήσεις; Τάντεμ λέγεται η μέθοδος, διδάσκεις σε κάποιον αυτό που ξέρεις κι εκείνος σε διδάσκει αυτό που ξέρει εκείνος. Η τέχνη μου-γράψιμο μικρών κειμένων, διάβασμα και κατανόηση μεγαλύτερων- έχει πολλούς θεράποντες, κι αν δεν ήταν οι φιλομαθείς Αιθίοπες της γειτονιάς δεν θα έβρισκα πολλούς προθύμους να ανταλλάξουν γνώσεις μαζί μου. Υπήρξα τυχερή χωρίς να το περιμένω στη φάση αυτή της ανασφάλειας και της ασυναρτησίας.
Περνάμε την Αριστοτέλους, την Αχαρνών, την Αλκαμένους. Πού πάμε ακριβώς; Σ' ένα μαγαζάκι μια πιτσιρίκα μασάει το κοτσιδάκι της καθώς χαζεύει τηλεόραση, με το αναγνωστικό της ελληνικής γλώσσας ανοιγμένο μπροστά της. Αυτήν δεν θα την έχω πελάτισα όταν μεγαλώσει, ότι επωφεληθώ απο τους ενήλικες. Ο μπαμπάς της μιλάει μια ώρα με τη δασκάλα μου σε άγνωστη γλώσσα. Της δίνει ένα σακουλάκι με κόκκινη σκόνη μετά από διαπραγματεύσεις, ύστερα άλλο ένα με κίτρινο πολτό. Δεν έχω ιδέα τι είναι όλ' αυτά, και ξεχνάω τα ονόματα μόλις τ' ακούσω. Φοβάμαι πως είμαι πολύ κακή μαθήτρια.
Ύστερα ταξιδεύουμε στη βόρεια πλευρά της συνοικίας για την ειδική πίτα που συνοδεύει το φαγητό. Μόνο μια γυναίκα φτιάχνει τέτοια σε όλη την Αθήνα. Είναι υγρή, λεπτή και βαριά, με ξινούτσικη γεύση. Τυλίγεις το μαγειρεμένο κρέας με λίγη σάλτσα και το τρως με το χέρι. Στην αρχή ανάβεις απ' το πιπέρι, κοκκινίζεις ξεφυσάς, τινάζεσαι πάνω, γουρλώνεις τα μάτια. Ύστερ' από λίγο καταλαβαίνεις τη νοστιμιά του συνδυασμού. Θέλεις κι άλλο, σύντομα όμως, πριν τελειώσεις τη μερίδα, αισθάνεσαι πως έχεις σκάσει.
Το αληθινό μυστικό  δεν είναι η γεύση αλλά το αίσθημα κορεσμού που φέρνει το δυνατό μπαχαρικό. Διότι στην Αιθιοπία η τροφή δεν περισσεύει. Με μια λιτή μερίδα χορταίνεις για όλη την ημέρα, κι έχεις ένα ευχάριστο αίσθημα πληρότητας στο σώμα. Μετά απο λίγο είναι σα να ανασαίνεις μέντα. Την επόμενη μοιάζεις τρία κιλά ελαφρύτερος. 
Έλα όμως που είμαι ανεπίδεκτη. Τόσο ωραία μου έδειξε το κορίτσι τις διευθύνσεις και την παρασκευή του φαγητού, κι εγώ τα ξέχασα αμέσως. Φαίνεται έπαθα σοκ με την ανάμιξη των υλικών, ή με την ανάδειξη, τι να πω πια; Το κρέας ως υγρόν πυρ και τη ντομάτα ως φυτίλι. Άσε πια το απολύτως μοναδικό συνοδευτικό που ονομάσαμε συμβατικά πίτα, με τη σπογγώδη όψη.
Δεν ξέρουν την αξία τους οι Αιθίοπες και δεν την φαντάζονται οι Ευρωπαίοι. Σοφία και διατροφικές συνήθειες αιώνων που τους κρατούν ωραίους και χορτάτους, χάνονται άμα τη αφίξει τους στην παχύσαρκη ήπειρο. Πώς θα πείσω τώρα τη δασκάλα μου να επαναλάβει το μάθημα; Πρέπει να το ανταλλάξω με κάτι βαρύ, τα πέντε ι, τα δυο ο, τα δυο ε δεν ξέρω αν επαρκούν για την περίπτωση μας.

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Οι Ελβετοί δεν μας θέλουν


Πάντα ονειρευόμουν ότι η Ευρώπη κάποια στιγμή θα ενσωματωθεί στην Ελβετία.  Φαινόταν νά χει μια τάση για τους  θεσμούς και τις συνήθειες που πρέπει να είναι οι πιο επεξεργασμένοι στον κόσμο με βάση τη συνύπαρξη και τον αλληλοσεβασμό. Στην Ελβετία εδώ και πολύν καιρό καταφέρνουν και ζουν σε ένα κράτος ανθρωποι που μιλούν τέσσερεις διαφορετικές γλώσσες. Γερμανικά, γαλλικά, ιταλικά και ρομανικά θεωρούνται ισότιμες γλώσσες χωρίς να είναι. Τα παιδιά στα σχολεία μαθαίνουν τουλάχιστον δυο ακόμα εκτός απο τη μητρική τους, με αποτέλεσμα να γίνονται πολύγλωσσα και να αποκτούν ευκολία εν γένει στις ξένες γλώσσες. Θα ήταν σα να είχαμε επίσημες γλώσσες στην Ελλάδα τα βλάχικα, τα αρβανίτικα, και δεν ξέρω τι άλλο, ή μάλλον προτιμώ να μην πω καν τι άλλο, για να μην πιάσουμε καυγάδες από την πρώτη παράγραφο και  χάσουμε το νήμα της συζήτησης.
Η κατάσταση αυτή δεν δημιουργεί κανένα πρόβλημα στους Ελβετούς, οι οποίοι έχουν να πολεμήσουν για οτιδήποτε μερικούς αιώνες. Αφότου αποφάσισαν ότι δεν τους αρέσει ο πόλεμος και προτιμούν να ζήσουν συσσωρεύοντας πλεόνασμα, πρωτογενές, δευτερογενές, και τριτογενές, ψάχνουν και βρίσκουν τρόπους να συμβιώνουν με τους διαφορετικούς, πολλών ειδών ανθρώπους, με άλλες γλώσσες, θρησκείες, συνήθειες, κλπ. Πρωτοπορεία σε θέματα δικαιωμάτων και συνδυασμών τους, δεν είναι τυχαίο που ο Ζαν Ζακ Ρουσώ ήταν απο την πόλη της Γενεύης, όπως ο ίδιος τόνιζε "την ελεύθερη πόλη της Γενεύης", γιος ρολογά. Ακόμα και τώρα οι Ελβετοί συμμετέχουν σε τακτικές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις που αφορούν τοπικές υποθέσεις, με διαδικασίες που θυμίζουν Εκκλησία του Δήμου. Όλ' αυτά είναι θαυμάσιες εφαρμογές για λάτρεις της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων κι αφού η Ελβετία δεν σκόπευε να μπει στην Ευρώπη, με το δίκιο της δηλαδή, θα ήταν σα να ζητούσε η Ευρώπη να μπει στην Ασία, το λογικό θα ήταν να μπει η Ευρώπη στην Ελβετία, με κάποιο ευφάνταστο τρόπο τέλος πάντων, ήρεμα, πολιτισμένα και χωρίς φασαρίες.
Κι εκεί που θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε τη διάταση των ελβετικών συνόρων σε όλη την ήπειρο με διάφορα ονόματα και τερτίπια που οικογένειες δεν θα έθιγαν και σπίτια δεν θα έκλειναν, νά' σου η Ελβετία που αποφασίζει ότι μπούχτισε κάπως από ανυπόμονους ευρωπαίους μετανάστες, νέους που δεν αντέχουν να περιμένουν την επέκταση της ελβετικής νοοτροπίας στην υπόλοιπη ήπειρο και πάνε να τη ζήσουν επί τόπου. Περιορισμό στον αριθμό μεταναστών από ευρωπαϊκές χώρες αποφάσισαν οι Ελβετοί, και είναι κάπως σα να σήκωσαν το χέρι να σταματήσουν τα ρολόγια τους. Ομολογώ πως δεν ήξερα καν ότι δέχονται ευρωπαίους απεριόριστα. Αλλά για δες, οι κάτοικοι της ζηλευτής αυτής ηπείρου, που έχει κάνει επιστήμη -και τέχνη βεβαίως, τον αποκλεισμό των άλλων, της υπόλοιπης γης κατοίκων, ξαφνικά να βρίσκονται ανεπιθύμητοι από μια τόση δα κουτσουλιά στο χάρτη, που θα έπρεπε να έχει δημογραφικό πρόβλημα και να τους παρακαλάει... Κάπως ακούγεται αυτό, κάπως προσλαμβάνεται. Σε προσβολή φέρνει, σε υποτίμηση, τέτοια πράγματα.
Είναι στιγμές που όλα φαίνονται πολύ μίζερα, η Ελβετία δεν μπαίνει στην Ευρώπη, αλλά ούτε και βγαίνει, ακόμα χειρότερα η Ευρώπη δεν μπαίνει στην Ελβετία, κανένας δεν αναγνωρίζει κανέναν, και τα πολύγλωσσα παιδιά παθαίνουν γλωσσοδέτη και βλέπουν εφιάλτες στον ύπνο τους.

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

O μπαμπάς καθαρίζει...

-Θέλω να κάνω μήνυση, μπήκε φωνάζοντας στα γραφεία του ΟΑΣΑ ένας πολύ καλοβαλμένος μεσήλιξ. Περίμεναν να πληρώσουν πρόστιμο καμιά εικοσαριά νεαροί και νεαρές, κεφάτοι, συζητούσαν μεταξύ τους στην ουρά, μερικοί τον κοίταξαν με την προσδοκία ίσως ενός μικρού συμβάντος που θα τους διασκέδαζε. Τον είδαν να προχωρά ορμητικά προς ένα γραφείο, λέγοντας δυνατά τον πόνο του να τον ακούσουμε όλοι.
-Πήρε το παιδί μου το λεωφορείο στην Κηφισίας για δυο στάσεις, για να πάει στο Κολλέγιο, και του βάζει ο ελεγκτής πρόστιμο! Ε, όχι, δεν υποφέρεστε!
Θα κάνω μήνυση! Πείτε μου πού να κάνω τη μήνυση!
-Εδώ μόνο παράπονα δεχόμαστε, του είπε μια υπάλληλος που σηκώθηκε να τον υποδεχτεί και να σταματήσει την εισβολή του. 
-Όχι, όχι, το παράπονο δεν αρκεί, θα κάνω μήνυση!
Περίμενα να πάρω την κάρτα μου σε μια ουρά πολύ πιο μικρή από των προστίμων, και σκέφτηκα ότι τον καταλαβαίνω τον τύπο, να πρέπει να εξηγήσει στο παιδί του ότι χρειάζεσαι εισιτήριο για να μπεις σε λεωφορείο. Είναι η στιγμή που του αποκαλύπτει το μυστικό ότι οι κοινωνία είναι σκληρή, ή τέλος πάντων έχει κάποιους κανόνες που θα τον καταπιέζουν μια ζωή. Προτιμούσε να αγανακτήσει, να το διαβεβαιώσει ότι εκείνος, ο πατέρας, ο προστάτης, ο ψημμένος στην καθημερινότητα, θα τον απάλλασσε απο τέτοιους ενοχλητικούς σωφρονισμούς. Θα καθάριζε για πάρτη του, θα φόβιζε τους υπαλλήλους του ΟΑΣΑ, θα απάλλασε το παιδί του απο πρόωρους προβληματισμούς περί νομιμότητας.
Νόμιζα θα άκουγα από την υπάλληλο κάτι αυτονόητο, πως οι επιβάτες πρέπει να πληρώνουν εισιτήριο όσο κοντά κι αν πηγαίνουν, πως το μαθητικό είναι πολύ φτηνό, κάτι τέτοιο. Όμως αυτή άρχισε να του λέει κάτι άσχετα, να περιμένει λίγο, να περάσει μέσα, να μιλήσει με τον προϊστάμενο. Μπήκε, βγήκε, οι νεαροί κι οι νεαρές στην ουρά έπαψαν να τον προσέχουν, ένας είπε το μόνο λογικό πράγμα που θα μπορούσε να πει κανείς, "Η αλήθεια είναι ότι δύσκολα βρίσκεις ν' αγοράσεις εισιτήριο όταν το χρειάζεσαι".
-Θέλω να βρεθούμε οι δυο μας να μιλήσουμε, είπε ο μεσήλιξ στην υπάλληλο όταν ξαναβγήκε απο το γραφείο της. Η δαιδαλώδης γραφειοκρατική κατάσταση του είχε κόψει λίγο την ορμή.
-Α, δύσκολα πράγματα ζητάτε, απάντησε εκείνη.
Ήρθε η σειρά μου να πάρω την κάρτα και μπήκα στο γραφείο. Δεν ξέρω τι απέγινε ο έξαλλος πατέρας, αν θα την κάνει τελικά τη μήνυση, και τι έγκλημα θα επικαλεστεί; Τον λυπόμουν λίγο, κανείς να μην έχει διάθεση να του εξηγήσει τα πιο απλά πράγματα του κόσμου, να τον αφήνουν έτσι να βολοδέρνει με τις έννοιες του δικαίου. Και το παιδί του λυπόμουν, όλα τα παιδιά που τόσο μπερδεύονται με το τι δικαιούνται και τι όχι, επειδή κάποτε οι γονείς υπήρξαν τόσο υπερβολικά αυστηροί και τα παιδιά τους μεγαλώνοντας, όταν έγιναν αυτά γονείς, έχασαν το μπούσουλα. Ώρες -ώρες νομίζω ότι αυτό το μπέρδεμα που βγήκε στην επιφάνεια με την κρίση, το τι δικαιούμαστε, το τι θέλουμε, πώς το απαιτούμε, είναι χειρότερο κι απο το χρέος.

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...