Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Στο παρελθόν χιονίζει

Της έκανα πλάκα αναφέροντας ξανά και ξανά τις πρώτες εξορμήσεις μας στα χιόνια. Που είχε έρθει με τα ακατάλληλα παππούτσια και κρύωνε και γλιστρούσε, όπως κι εγώ βέβαια την είχα πάθει την πρώτη φορά, σάμπως ξέραμε απο χιόνια; Αν κι εκείνη ήξερε περισσότερα, όπως απεκαλύφθη σιγά- σιγά, ακόμα και σκι ήξερε. Αργότερα με έμαθε κι εμένα να πατινάρω στον πάγο, της το χρωστώ κι αυτό. Ήταν πολύ πιο εξασκημένη σε διάφορες τέχνες του σώματος, αλλά δεν το εκτιμούσε ή δεν το έδειχνε κι επέμενε να έρχεται με ακατάλληλα ρούχα στα χιόνια, ακόμα κι όταν όλοι οι υπόλοιποι είχαμε καταφέρει να προμηθευτούμε όλα τα σωστά παπλωματέ μπουφάν και μπότες και γάντια. Κάθε φορά τη μάλωνα, και γελούσε.
Η Ελένη με τα παιδιά. Όσες φωτογραφίες έχω δικές της είναι τριγυρισμένη με παιδιά. Τις ορειβασίες που κάναμε οι δυο μας δεν σκεφτήκαμε ούτε μια φορά να τις απαθανατίσουμε. Ούτε εκείνα τα μεγάλα κολύμπια στο Πήλιο, ας πούμε τη βραδινή διαδρομή Χόρτο -Μηλίνα που είχαμε κάνει οι δυο μας.
Εδώ είναι στην Πάρνηθα. Τα χρόνια που μεγαλώναμε τα παιδιά μας, η Ελένη ήταν πάντα έτοιμη να ξεκινήσει για δύσκολες βόλτες σε ωραία μέρη. Χαρήκαμε την Πάρνηθα πριν καεί, καλοκαίρια και χειμώνες. Περπατήσαμε πολλές φορές στο μονοπάτι από το Μον Παρνές στο Μπάφι. Το χειμώνα πηγαίναμε από την άλλη πλευρά που είχε τα πλατώματα, να παίξουν τα παιδιά με χιόνια.
Μου τηλεφωνούσε συχνά τότε τα σαββατιάτικα πρωινά κι έλεγε, "Έχω μια ιδέα!" Είχε πολύ συχνά ιδέες, και με ξεσήκωνε, αλλά εγώ ήμουν μεγαλύτερη, πιο δυσκίνητη, καμιά φορά αντιστεκόμουν, ήθελα να μείνω σπίτι, να ξεκουραστώ, έπρεπε να κάνω δουλειές.
Χτες που την αποχαιρετούσαμε στο νεκροταφείο Αχαρνών, στους πρόποδες της Πάρνηθας, κοίταζα τις πλαγιές του βουνού απο το παράθυρο του εντευκτηρίου, καθώς πίναμε τον καφέ της παρηγοριάς κι ευχόμουν να μην είχα ποτέ αντισταθεί σε κείνες τις ιδέες. Ούτε μια φορά να μην με είχε πιάσει το σοβαρό και να μην είχα θεωρήσει καθήκον να πω, "μα όχι, πρέπει να μείνω σπίτι, να βάλω πλυντήριο, να τελειώσω τη μετάφραση.." και διάφορα τέτοια. Ούτε μια μέρα να μην είχα χάσει από τις ιδέες της Ελένης, τα παιδικά χρόνια των παιδιών, την Πάρνηθα πράσινη ή χιονισμένη.

Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Κούνια που σε κούναγε

Εχω μερικές αφελείς απορίες τις οποίες διατυπώνω κάθε τόσο με τρόπο που προσπαθώ να είναι διαφορετικός, αλλά μπορεί και να μην είναι. Ωστόσο, αφού έχουμε δεύτερο γύρο δημοτικών εκλογών την Κυριακή, θα διατυπώσω πάλι μία απ' αυτές – πού ξέρεις, ίσως η στιγμή να είναι κατάλληλη για απαντήσεις.
 Δεν παρακολούθησα τις προεκλογικές εκστρατείες, αλλά νομίζω πως κανένας υποψήφιος δήμαρχος δεν υποσχέθηκε ότι θα ασχοληθεί με τις στάσεις των λεωφορείων. Δεν ξέρω καν αν οι στάσεις των λεωφορείων ανήκουν στην αρμοδιότητα του δήμου. Ισως δεν το ξέρουν ούτε οι δήμαρχοι. Η τρομερή μπερδεψούρα αρμοδιοτήτων στο ελληνικό κράτος είναι εγγύηση μακροημέρευσης των προβλημάτων και εξοικείωσής μας με αυτά. Συνηθίζουμε αργά και μοιρολατρικά να μη λύνεται κανένα, συνηθίζουμε να μην έχουμε απαιτήσεις, κι όταν κάποια ελπίδα μέσα μας ξυπνάει ότι μπορούμε να αποκτήσουμε, μας έρχεται η πιο απίθανη απαίτηση, η οποία δεν έχει καμία σχέση με καμία αρμοδιότητα, ούτε καν με το κράτος, την αυτοδιοίκηση ή οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με την πολιτική.

Προχτές βρέθηκα σε μια άγνωστη γειτονιά, έψαξα να βρω λεωφορείο να γυρίσω, δεν υπήρχε επιφάνεια χωρίς μουντζούρα στη μικρή πινακίδα με τις στάσεις. Μόνον αυτοί που ξέρουν μπορούν να περιμένουν εκεί. Αυτοκόλλητα ποδοσφαιρικών συλλόγων σκέπαζαν τα πάντα σε πυκνές στρώσεις. Τώρα που οι ιδιοκτήτες ομάδων ποδοσφαίρου γίνονται δήμαρχοι δηλαδή, τι θα γίνει; Θα βάλουν κι άλλες ταμπέλες για να μπορούν να τις γεμίζουν οι οπαδοί τους; Θα τις παραγγείλουν μεγαλύτερες για να ευχαριστιούνται επιφάνειες, να παραγγέλνουν μεγαλύτερα αυτοκόλλητα, να αβγαταίνουν οι δουλειές των κατασκευαστών τους; Ή μήπως θα καθαρίσουν τις ταμπέλες γιατί δεν υπάρχει λόγος να μουντζουρώνεις τα πάντα όταν έχεις γίνει εξουσία, για να πω και μια αισιόδοξη εκδοχή.

Κατά πάσα πιθανότητα τίποτε δεν θα συμβεί, διότι ουδείς ασχολείται με κάτι τόσο ταπεινό όπως είναι οι στάσεις λεωφορείων. Οι πολιτικοί στην Ελλάδα δεν μπαίνουν σε μέσα μαζικής συγκοινωνίας, κι οι πολίτες όταν μπαίνουν αισθάνονται τόσο ξεπεσμένοι που δεν μιλάνε γι' αυτό. Καλύτερα να μη θίγουν το γεγονός ότι αναγκάζονται να τα χρησιμοποιούν, διότι το κύρος τους κινδυνεύει. Το μετρό εξαιρείται. Γι' αυτό κι έχει και πολύ διαφωτιστικές ταμπέλες, μέχρι και τις ονομαστικές γιορτές μαθαίνεις εκεί. Ισως γι' αυτό εξαιρείται, ή ίσως γι' αυτό έχει διαφωτιστικές ταμπέλες. Μέχρι και στους σταθμούς ΗΣΑΠ μπήκαν πίνακες που γράφουν σε πόση ώρα φτάνει ο συρμός. Είναι σαν να βρίσκουμε λίγη ευρωπαϊκή αντιμετώπιση μόλις χωνόμαστε κάτω από τη γη και μας κάνει την επιφάνειά της δυσκολότερη.
 Λέξη λοιπόν από τους υποψηφίους για πεζά θέματα τέτοιου τύπου, γενικά στις προεκλογικές περιόδους τιναζόμαστε ψηλά, σαν επιβάτες λεωφορείων του Καναδά που περιμένουν στη στάση καθισμένοι σε κούνιες. Η φωτογραφία είναι αληθινή, υπάρχουν τέτοιες στάσεις στο Μόντρεαλ, και κυκλοφόρησε στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου. Δυστυχώς δεν ενέπνευσε κανέναν να κλέψει την ιδέα. Η απομάκρυνση από την πραγματικότητα όπως την εφαρμόζουμε εμείς είναι εντελώς άλλου τύπου. Κρίμα, γιατί μια τέτοια κούνια σαν αυτή, σε μια γεμάτη πληροφορίες στάση λεωφορείου, θα ήταν ακριβώς η κούνια που με κούναγε.
http://www.efsyn.gr/?p=199415 

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Δημοκρατία και καπετανάτα

 Η δημοκρατία είναι κουραστική και πολύπλοκη. Η διαφάνεια που απαιτεί γεννά διαρκώς γραφειοκρατία. Νομοθετώντας για την ισότητα, παράγει ανισότητες στο πέρασμα του χρόνου, το ζούμε στην Ελλάδα πολύ έντονα. Χρειάζεται ανανέωση που θα παίρνει ρίσκα, χρειάζεται συμμετοχή, αναθεωρήσεις, ψυχραιμία. Η φιλοσοφική της βάση μπαίνει και ξαναμπαίνει στα σύμβολα, στους θεσμούς, στα έργα τέχνης.

Ακόμα και η φιλοσοφική αυτή βάση είναι περίπλοκη. Γιατί να παραχωρείς μέρος της ελευθερίας σου αν δεν είσαι, ας πούμε, μητέρα (για να αναφέρουμε και τη Γιορτή της) κι είσαι νέος, δυνατός και ανυπόμονος;

Θέλω να πω, μια μητέρα που βγάζει το μωρό της βόλτα με το καροτσάκι, είναι σε θέση εκ των πραγμάτων να καταλάβει πολύ περισσότερο τη λογική (και την ανάγκη) του φαναριού της Τροχαίας από τον νεαρό που βιάζεται να πάει το ντελίβερι.

Ωστόσο, ζούμε σε μια πόλη όπου οι ντελιβεράδες δεν σταματούν στα φανάρια και οι μανάδες μωρών αποφεύγουν να βγουν βόλτα έχοντας γνώση του πράγματος. Η κατάστασή μας, η έλλειψη αναγνώρισης της αξίας των κανόνων, η συκοφάντηση και η απαξίωση της δημοκρατίας, δημιουργεί ατμόσφαιρα που ευνοεί τα καπετανάτα. Τα όρια είναι ρευστά, οι λέξεις απατηλές. Τα όρια δεν είναι τόσο απλά όσο το πέρασμα από τη μια πλατεία στην άλλη ή το ένα χωριό στο άλλο. Πλατείες, εξοχικές τοποθεσίες και χωριά πάντως γίνονται συχνά βάσεις για οιονεί καπετανάτα που καταλύουν τις συμβάσεις της δημοκρατίας στο όνομα της λεβεντιάς, της μαγκιάς, του ανδρισμού, τέτοιων γοητευτικών εννοιών. Υπάρχει διάχυτη νοσταλγία των καπετανάτων, ως σύστημα πιο απλό και κατανοητό, πιο άμεσο. Είναι τοπίο της κρίσης η νοσταλγία αυτή και τα τέρατα που γέννησε.

Οι θαυμαστές μεγάλων ηγετών, αυτοί που τους θεωρούν πιο σημαντικούς από την εκπαίδευση των πολιτών στα δημοκρατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις, φαντάζονται ότι θα ήταν πιο απλά τα αυταρχικά καθεστώτα από την κουραστική δημοκρατία που όλα τα ψειρίζει και πλέκει σαν δαντέλα τους θεσμούς της. Οταν όμως ήμουν έφηβη, τον καιρό εκείνο, μας τρομοκρατούσαν για την απειρία μας στον χειρισμό των καπεταναίων. Ο κόσμος ήταν περίπλοκος, ακριβώς επειδή δεν αναγνώριζε τους νόμους της συνύπαρξης, δεν δεχόταν κοινούς κανόνες δημοκρατικού σεβασμού, έκρυβε αυταρχισμό πίσω από δήθεν διαχείριση συμβόλων. Περνούσαμε χούντα και μαθαίναμε να φυλάμε τα ρούχα μας και τη γνώμη μας.

Οι νέοι σήμερα δεν ψαρώνουν έτσι. Πιστεύω ότι όση γοητεία κι αν ασκεί η ιδέα των καπετανάτων -σε κείνους που είναι σίγουροι ότι θα ήταν καπετάνιοι κυρίως- οι νέοι προτιμούν τους ξεκάθαρους κανόνες. Αν έχω δίκιο, αν είναι έτσι τα πράγματα, σημαίνει ότι είναι πολύ πιο ώριμοι από τους μεγάλους, που κανονικά θα έπρεπε να έχουν ξεπεράσει την ανάγκη για παραβιάσεις των κανόνων ως ψυχραιμότεροι και πιο έμπειροι. Νομίζω ότι οι νέοι σήμερα, ακόμα και με ελλείψεις στην πολιτική αγωγή, διαθέτουν το κεκτημένο του δημοκρατικού νοήματος μέσα τους, επειδή έζησαν από παιδιά σε μη απειλούμενη δημοκρατία.

Μπορεί να κάνω λάθος βέβαια, μπορεί η δημοκρατία τόσο να απαξιώθηκε που η επιστροφή στα πεφιλημένα καπετανάτα να είναι θέμα χρόνου. Θα δείξει.

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Ωραίες πόρτες

Δεν πρόσεξα ποτέ τις παλιές πόρτες των πολυκατοικιών όσο τώρα. Δηλαδή για την ακρίβεια δεν είμαι εγώ που τις προσέχω, αλλά οι φωτογράφοι. Είναι που οι εικόνες μετράνε τη δύναμη τους πλέον σε μεγάλο κοινό μεσω Ιντερνετ και χτίζουν θέματα, πρόσωπα, ζώα και πράγματα ομαδοποιούνται και κατευθύνουν το βλέμμα μας εκεί που πάντα κοίταζε αλλά δεν έβλεπε, δεν παρατηρούσε. Μαθαίνουμε να προσέχουμε τις λεπτομέρειες του περιβάλλοντος, κατηγορώντας και λίγο το αδιάφορο βλέμμα που μέχρι τώρα προσπερνούσε.
Παράδειγμα λοιπόν οι περίτεχνες πόρτες στις παλιές πολυκατοικίες. Αρ νουβώ, κι Αρ ντεκό, και σφυρήλατα σίδερα, και μπρούντζα και μάρμαρα και κολώνες, επιστύλια, καθρέφτες, πράματα και θάματα. Γύρω, πάνω, στους τοίχους ή στα τζάμια μπορεί να διακρίνεις βέβαια και την παρακμή των συνοικιών που ξεκίνησαν με υψηλές φιλοδοξίες, τις ακαλαίσθητες επιγραφές, τη σκόνη και τα γκράφιτι, την απαξίωση και την εγκατάλειψη. Ακόμα κι έτσι το παλιό υλικό, το παλιό ξόδεμα και το σχέδιο του ξεχωρίζει.
Γιατί δεν πρόσεξα ποτέ αυτή την πόρτα τόσο κοντά στις καθημερινές μου διαδρομές, αναρωτιέμαι για παράδειγμα, καθώς τη βλέπω τώρα φωτογραφία σε άλμπουμ και παραδέχομαι πόσο ωραία είναι. Μα γιατί, αν κοιτάξει κάποιος και το πεζοδρόμιο που περνά μπροστά της θα το καταλάβει, δεν υπήρχε δυνατότητα να στρίψω το κεφάλι. Είναι ένα μέτρο πλάτος, ίσως και ογδόντα πόντους, κι όταν περπατάς πρέπει να συγκεντρώνεσαι στα βήματα σου, μη σου ξεφύγει κανένα και βρεθείς κάτω από τις ρόδες του τρόλεϊ που ανεβαίνει το δρόμο, ή σου πάρει κανα χέρι ο βιαστικός μηχανόβιος.

Είχαν όντως οι κατασκευαστές υψηλή αισθητική, ή έστω μεγάλα σχέδια για επιβλητική όψη, έδωσαν λεφτά, έφτιαξαν κάτι όμορφο, αλλά τι να το κάνεις όταν δεν μπορείς να σταθείς ένα δευτερόλεπτο μπροστά του να το κοιτάξεις και να το χαρείς; Για ποιον ήταν, αφού ο περαστικός δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί τα πόδια του εκεί πέρα, δεν είχε χώρο να σταθεί- κι ακόμα δεν έχει;
Υπάρχουν στην πόλη αυτή ένα σωρό λεπτομέρειες ομορφιάς που τις προσπερνάμε χωρίς να τις προσέχουμε. Είναι σπουδαία η δουλειά των φωτογράφων, όμως πώς θα μπορούσαν τα μοντέλα τους, οι ίδιες αυτές οι γωνιές, οι λεπτομέρειες, να μπουν στον καθημερινό ορίζοντα των βλεμμάτων μας; Πώς θα μπορούσαμε να σηκώσουμε τα μάτια και να κοιτάξουμε δίπλα, πάνω, παραπέρα, όταν δεν υπάρχει πρόβλεψη για κάτι τέτοιο; Δεν έχει χώρο να σταθώ, σοκκάκι να περάσω.
Ένα είδος τρομακτικής σεμνοτυφίας υποβόσκει στην έλλειψη του δημόσιου χώρου. Δεν είναι εδώ για χάζεμα και παρατήρηση, άντε προχώρα γρήγορα να πας στο σπίτι, στη δουλειά σου, φωνάζουν τα στενότατα πεζοδρόμια. Η έλλειψη χώρου απαγορεύει και το χρόνο που θα μπορούσες να διαθέσεις να κοιτάς ωραίες λεπτομέρειες, να απολαμβάνεις αυτά που δημιουργήθηκαν για απόλαυση. Κι ύστερα μου λέτε για πουριτανούς βορειοευρωπαίους!
Κι έτσι η μοίρα των ωραιότατων κατασκευών σε οικόπεδα που δεν άφησαν γύρω τους περιθώρια να περνά ο άσχετος, ο γείτονας, ο τουρίστας, να κυκλοφορεί ο πολίτης σαν άνθρωπος, να χρησιμοποιεί τα μάτια του, ήταν προδιαγεγραμμένη. Κάποια στιγμή θα γίνονταν ασφυκτικά, θα εγκαταλείπονταν, θα ερχόταν η παρακμή. Υπήρχε από την αρχή μεγάλη αντίφαση ανάμεσα στο ιδιωτικό καμάρι και στο δημόσιο δικαίωμα. Κι ακόμα δεν την έχουμε καταλάβει, και δεν την παραδεχόμαστε.

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Επιστροφή

Πωλητές λουκουμιών στη λάντζα για τη Σύρο
Επιστρέψαμε απο το νησί με ένα γεμάτο πλοίο, άνετα όμως. Κάθε τραπέζι ήταν πιασμένο, αλλά καρέκλες ευτυχώς περίσσευαν. Έκανα βόλτα, το πλοίο δεν κουνούσε, μεγάλο, πολυτελές. Πολλές φορές έχω ταξιδέψει τα τελευταία χρόνια έτσι, κι ακόμα με ξαφνιάζει η πολυτέλεια. Δεν μπορώ να ξεχάσω τα βρωμερά καταστρώματα της νιότης μου, εκείνα τα εσωτερικά που μύριζαν εμετίλα, τα λίγα και ξεκοιλιασμένα καθίσματα, τις απερίγραπτες μεταλλικές επιφάνειες. Ωστόσο αγαπούσαμε εκείνα τα άθλια πλοία, και θυμάμαι τα ταξίδια στα νησιά σαν τις ωραιότερες εμπειρίες. Είχα έναν υπνόσακκο αγορασμένο στο Μοναστηράκι, μεταχειρισμένο, τον έστρωνα σε μια ακρούλα κι έπεφτα σε ύπνο πανικού, για να γλιτώσω τη ναυτία. Μόλις νότιζε η αλμύρα το χακί του ύφασμα μύριζε κατραμίλα, αλλά εγώ εκεί, ακίνητη. Καμιά φορά άνοιγα μια χαραμάδα να πάρω αέρα, να δω λίγο ουρανό, λίγη θάλασσα, ν' ακούσω τις κιθάρες των τυχερών που δεν ζαλίζονταν. Δεν έτρωγα, δεν έπινα, δεν σάλευα, μέχρι να ακινητοποιηθεί το πλοίο δίπλα στην προβλήτα. Καμιά φορά όμως δεν υπήρχε προβλήτα, κι έπρεπε να τα μαζέψω πριν σταματήσει το κούνημα, να μπούμε στις λάντζες. Πόσο ρεζίλι, να σε περιλαμβάνουν οι θαλασσόλυκοι πελιδνή και τρεκλίζουσα και να σου μιλούν αγγλικά επιπλέον.
Χειρότερα ήταν τα καΐκια, ο εφιάλτης μου όταν ήθελαν οι άλλοι να πάνε βόλτα. Κι όμως γύρισα τη Σκύρο με καΐκι κάποτε, κι έπεσα σε θαλασσοταραχή, βγήκαμε αναγκαστικά σε ξέρα και μας φιλοξένησε ο φαροφύλακας. Ευτυχώς υπήρχαν τότε φάροι. Άλλη λυπητερή ιστορία, η τύχη των φάρων.
Και τώρα άρχισα να φωτογραφίζω καΐκια, δεύτερη αποστολή διάσωσης εικόνων που βάζω στον εαυτό μου. Μετά τα σπίτια που γκρεμίζονταν, τώρα τα καΐκια που καταστρέφονται, ως όρος για άδεια νέων αλιευτικών. Ευρωπαϊκή οδηγία. Και δεν βρέθηκε μια ελληνική ευρωβουλευτική ιδέα να τα σώσει. Τι διάολο κάνουν οι έλληνες ευρωβουλευτές;
Δεν το πιστευα, εν ολίγοις, ότι μπορούσα, όχι μόνο να περπατώ στο καράβι, αλλά και να τρώω, να πίνω, ακόμα και να διαβάζω. Άλλαξαν οι θάλασσες, άλλαξα κι εγώ. Να μην υπήρχε και η υποχρεωτική τηλεόραση θα ήταν τέλεια. Όμως δεν μπορεί να τα έχει όλα κανείς.
Στη Σύρο μπήκε ένας πωλητής λουκουμιών με άσπρο σακκάκι κι άσπρη επένδυση σ' ολόκληρο το καλάθι του και διαλαλούσε την πραμάτεια του. Ακριβώς όπως έμπαιναν και σε κείνα τα αξέχαστα σαπιοκάραβα οι πωλητές λουκουμιών, πάντα με τη λευκή στολή, άψογοι επαγγελματίες.. Κυκλοφορούν στα γυαλιστερά σαλόνια όπως άλλοτε δρασκελούσαν τους ξύλινους πάγκους, με την ίδια πεποίθηση ότι οι κουρασμένοι ταξιδιώτες χρειάζονται μερικά κουτιά λουκούμια και ατομικές χαλβαδόπιττες για να εξαντλήσουν τις δυνατότητες των διακοπών τους. Να γυρίσουν σπίτι τους και να είναι σίγουροι ότι έκαναν τα πάντα, δεν παρέλειψαν τίποτε. Ή ακόμα κι αν δεν πέρασαν τις διακοπές τόσο καλά όσο ήθελαν, τουλάχιστον επέστρεψαν μ' ένα κουτί λουκούμια.
Μαζί τους εισβάλει στο άνετο φωταγωγημένο παρόν το παρελθόν της ταλαιπωρίας. Κι είναι πιο γλυκό κι απο λουκούμι, πιο λιγωτικό από χαλβαδόπιττα. Ανεξήγητο φαινόμενο.

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...