Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Κάτι φτιάξανε κι οι σοσιαλδημοκράτες

Για να πάμε βόλτα στο βουνό κοντά στη Βιέννη, πήραμε το μετρό 4 όπως συμβούλευε ο τουριστικός οδηγός και κατεβήκαμε στο τέρμα. Απέναντι, σημείωνε ο οδηγός σε δυο σειρές, υπάρχει το ιστορικό συγκρότημα κατοικιών Karl Marx Hof, μνημείο του 20ου αιώνα, όπου δόθηκε μάχη το 1934 μεταξύ αριστερών και ναζί.
Το όνομα είναι γραμμένο ψηλά στον τοίχο με κόκκινα γράμματα και η χρονολογία ανέγερσης δίπλα. 1927- 1930. Συνηθίσαμε πια να βλέπουμε σε κτίρια της Βιέννης αυτά τα γράμματα, την ίδια επιγραφή, μια λέξη που σημαίνει δημοτικές κατοικίες, τις χρονολογίες ανέγερσης. Από το 1918 που διαλύθηκε η αυτοκρατορία, στη Βιέννη κυριαρχούν οι σοσιαλδημοκράτες στο Δήμο της πόλης, εκτός από το θλιβερό διάλειμμα του εθνικοσοσιαλισμού και του πολέμου. Χτίζουν σπίτια ανελλιπώς, όχι απρόσωπες πολυκατοικίες εξορισμένες σε ομοιόμορφα προάστια όπως στο Παρίσι, αλλά συγκροτήματα με αρχιτεκτονική προσωπικότητα, με προτάσεις διαβίωσης και συμβίωσης, με τοιχογραφίες και γλυπτά στους τοίχους, με κοινές αίθουσες, παιδικές χαρές, παιδότοπους, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Είδαμε ήδη πολλά τέτοια στην πόλη, αλλά κανένα σαν αυτό που έχει το όνομα του Μαρξ. Είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό, και μόνο με τον όγκο του και το χώρο που διαθέτει. Και μόνο με τη λέξη Karl Marx γραμμένη εκεί σε μια εποχή που στην Ελλάδα ίσως ακόμα δεν ακουγόταν.
Κάνουμε το γύρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, έχει μήκος ένα χιλιόμετρο και δυο μεγάλες εσωτερικές αυλές. Παίρνει τη θέση της βόλτας στο βουνό. Στοά στο κτίριο μας οδηγεί στην πλατεία, έχει το μπρούτζινο άγαλμα ενός σπορέα- νομίζω είναι σπορέας- το ύφος του θυμίζει τον Δαβίδ του Μικελάντζελο. Στους τοίχους άλλα αγάλματα, λεπτά, εύθραυστα σώματα που όμως μοιάζουν να στηρίζουν τον φέροντα σκελετό αυτού του κολοσσού, θυμίζουν Κλιμτ και Αρ νουβώ.
Μπαίνουμε στις αυλές, χαζεύουμε παιδικές χαρές και παγκάκια, διαβάζουμε επιγραφές με τα ονόματα των αρχιτεκτόνων, άλλες με τα ονόματα των θυμάτων του πολέμου και της εξόντωσης των Εβραίων, ξαναβγαίνουμε, προχωρούμε κάτω από τη σκιά μιας δεντροστοιχίας ως το τέλος που στρογγυλεύει το κτίριο μετά από μια σειρά μαγαζιά. Βγάζω φωτογραφίες συνέχεια. Ανακαλύπτω την Αμερική, βεβαίως, διότι θα έπρεπε να ξέρω την ύπαρξη του συγκροτήματος αυτού, τόσα χρόνια στην αριστερή κουλτούρα έζησα, υποτίθεται, στην Αυγή εργάστηκα μια εικοσαετία. Κι είχα περάσει την Πρωτομαγιά στη Βιέννη το 1967, τότε που ένα εκατομμύριο κόσμος στους δρόμους, με τα ρούχα της δουλειάς, συντεταγμένος, φώναζε και ζητούσε ελευθερία στην Ελλάδα.
Ναι, η Βιέννη από το 1918, από τη διάλυση της αυτοκρατορίας κι ύστερα, είχε πάντα σοσιαλιστές δημάρχους, με εξαίρεση την περίοδο 34-45. Συχνά διέθεταν απόλυτη πλειοψηφία στο Δημοτικό συμβούλιο και προβληματίζονταν τι να φτιάξουν, πώς να παρέμβουν στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ήταν ιδιαίτερα δύσκολη σε πολλές περιόδους. Κι αυτό που αποφάσισαν από τότε και το συνεχίζουν μέχρι σήμερα μεταξύ άλλων, ήταν να χτίζουν συγκροτήματα στέγασης, με πρώτο και πιο ξακουστό αυτό που φέρει το όνομα του Μαρξ. Φυσικά είχε αλλάξει την εποχή του Άνσλους, αλλά το ξαναπήρε το 1950 και επισκευάστηκαν οι ζημιές των εμφύλιων συγκρούσεων.
Αυτά όλα δεν τα έμαθα επί τόπου, στο μουσειάκι του κτιρίου, στην έκθεση «Κόκκινη Βιέννη» που στεγάζεται στα παλιά κοινά πλυσταριά (ή πλυντήρια), γιατί παρόλη την εξερεύνηση δεν το ανακαλύψαμε. Το βράδυ, στο σπίτι με την Google, κάλυψα το κενό των γνώσεων. Έμαθα επιπλέον ότι το 1934, στον εμφύλιο εκεί και σε μερικά ακόμα μέρη, μεταξύ σοσιαλιστών και δεξιών εθνικιστών είχε βομβαρδιστεί το κτίριο.
Για τους σοσιαλιστές αυτούς, τους σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας η εικόνα που έχω από την αριστερή μου διαφώτιση είναι αρνητική. Η απόρριψη της λενινιστικής πλευράς είχε περάσει και στην ανανεωτική πτέρυγα όπου ανήκα, και δεν την είχα ποτέ αρκετά αποκαταστήσει στο μυαλό μου. Χρειάστηκε να πέσω πάνω στο εντυπωσιακό αυτό κτίριο, που φέρει με περηφάνια το όνομά του, τυχαία κιόλας, για να ξανακοιτάξω αυτή την περίοδο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δένονται τώρα οι αναμνήσεις της Πρωτομαγιάς των δεκατεσσάρων μου χρόνων με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε, πόσα δεν καταλαβαίνουμε από την ευρωπαϊκή Ιστορία, πόσο ακόμα οι παπαγαλίες κάθε είδους μας θολώνουν το μυαλό.
Κάτι φτιάξανε κι εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες στην πόλη των αυτοκρατόρων. Κι αν δεν μαζεύονται στο Karl Marx Hof τουρίστες, ίσως κάποιος τους λέει ότι το καταπληκτικό συγκρότημα Χουντερβάσερ, αυτό με τα τολμηρά χρώματα και σχέδια όπου στριμώχνονται τα γκρουπ και φωτογραφίζουν μανιωδώς την ονειρεμένη οικιστική πρόταση, είναι επίσης δημοτικές κατοικίες, του 1989 αυτές.
To βράδυ στο προαύλιο του Δημαρχείου, έναν τεράστιο χώρο με πράσινο όπου έχουν στηθεί περίπτερα για πρόχειρο φαγητό όλων των ειδών, καρέκλες, τραπεζάκια, μέχρι και σάκοι πουφ για κουρασμένους (όπως είμαστε του λόγου μας) τρώμε σνίτσελ και βλέπουμε στη γιγαντοοθόνη παράσταση του Ντον Τζοβάνι. Ο Δήμος δεν αρκείται στην παροχή αγαθών πρώτης ανάγκης, φροντίζει και της δεύτερης, και της τρίτης. Είναι η πολιτική φύση των σοσιαλδημοκρατών ή το πολιτιστικό επίπεδο των Βιεννέζων, αναρωτιέμαι καθώς ο Ντον Τζοβάνι αρνείται γενναία να υποχωρήσει στην απειλή της κόλασης για την ακολασία του. 

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36075 

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Χορταριασμένοι τάφοι

Πήγαμε στο νεκροταφείο της Βιέννης, παρασυρμένοι από τις φωτογραφίες της εκκλησίας του, από την ιστορία για τον τάφο του Μότσαρτ, που δεν υπάρχει πουθενά, κι ίσως από το εβραϊκό νεκροταφείο της Πράγας που είχαμε επισκεφτεί πέρσι. Αυτό το τελευταίο είναι πραγματικά μοναδικό, ένα κομμάτι αρχαιολογίας μέσα στην καρδιά της πόλης, που δεν χρειάζεται ανασκαφή, και το επισκέπτονται οι τουρίστες μαζί με όλη την παλιά εβραϊκή συνοικία και τις παλιές συναγωγές, βρίσκοντας τα πάντα όπως τα περιμένει κανείς σε ένα γκέτο: στριμωγμένα. Οι ταφόπλακες μάλιστα είναι σχεδόν στοιβαγμένες η μια στην άλλη, και δεν μπορείς παρά να απορείς σε όλη τη διάρκεια της επίσκεψης για το πώς γίνονταν οι ταφές, πώς έμπαιναν τα σώματα εκεί;
Γενικά επισκεπτόμαστε τα νεκροταφεία όταν ταξιδεύουμε. Πολύ συχνά είναι σαν αρχαιολογικοί χώροι, με παμπάλαιες επιτύμβιες στήλες και συχνά συναντάς επάνω τους ονόματα γνωστά και σπουδαία. Όμως της Βιέννης μας απογοήτευσε λίγο, είναι τελικά πολύ καινούργιο, ή έτσι μοιάζει. Οι τάφοι είναι από μαύρο γρανίτη, γυαλιστερό κι αναλλοίωτο, καμία σχέση με το υποβλητικό μάρμαρο ή την πέτρα που μαυρίζουν από το χρόνο. Η εκκλησία βέβαια είναι εξαιρετική, σε γιούγκενστιλ, αλλά γενικά η ατμόσφαιρα δεν ήταν υποβλητική όπως περιμέναμε.
Πήγαμε πρώτα στο ελληνορθόδοξο κομμάτι, ύστερα στους μουσικούς. Μπετόβεν και Σούμπερτ πλαισιώνουν το μνημείο για τον Μότσαρτ. Κάπου εδώ κοντά θα είναι κι αυτός, βεβαιώνει η ιστορία. Και για τον Γκλουκ υπάρχει μνημείο, άρα μάλλον κι αυτόν τον έχουν χάσει. Μπραμς, Στράους, κι άλλοι σπουδαίοι τριγύρω. Παραπέρα φωτογραφίζουμε τον τάφο του Θεόφιλου Χάνσεν που παριστάνεται στην επιτύμβια στήλη του ντυμένος αρχαιοπρεπώς. Είναι ο αρχιτέκτονας που μετά την αθηναϊκή Ακαδημία, τη Βιβλιοθήκη, το Ζάππειο και διάφορα άλλα αθηναϊκά κτίρια, σχεδίασε το αυστριακό Κοινοβούλιο σε άψογο νεοκλασικό ρυθμό. Η προτομή του υπάρχει στην πρόσοψη του μεγαλοπρεπούς και αρχαιοπρεπούς αυτού κτιρίου. Συναντήσαμε το όνομά του τις μέρες αυτές σε
διάφορα νεοκλασικά κτίρια της Βιέννης. Είναι ο δικός μας άνθρωπος σ’ αυτό το νεκροταφείο.
Το οποίο είναι τεράστιο, δεν περπατιέται, γι αυτό έχει λεωφορείο που κάνει το γύρο κάθε μισή ώρα. Αλλά δεν το περιμένουμε, προχωράμε μόνοι μας προς το παλιό εβραϊκό κομμάτι, το προπολεμικό. Περνάμε το κομμάτι των Βουδιστών, είναι μάλλον άδειο, αλλά σίγουρα έχει μέλλον. Το μουσουλμανικό κομμάτι δεν το συναντήσαμε. Μέχρι και τμήμα Μορμόνων έχει αυτό το πολυεθνικό και πολυθρησκευτικό νεκροταφείο.
Το παλιό εβραϊκό καταλαμβάνει μεγάλο χώρο. Δεν είναι οι τάφοι στριμωγμένοι εδώ όπως στην Πράγα. Οι άνθρωποι εδώ ζούσαν κανονικά μέχρι να ξεκινήσει να συμβαίνει το αδιανόητο. Δεν υπήρχε γκέτο και τέτοια. Εκατοντάδες χιλιάδες εβραίοι ζούσαν στη Βιέννη πριν τον πόλεμο. Το μόνο που ξεχωρίζει το κομμάτι αυτό από τα άλλα είναι η εγκατάλειψη. Οι τάφοι έχουν χορταριάσει, σε πολλούς ο κισσός έχεις ανέβει στην πέτρα, μερικούς τους τύλιξε τελείως, άλλοι ξεχωρίζουν λίγο, ελάχιστοι είναι περιποιημένοι κανονικά. Από τις διακόσιες χιλιάδες των Εβραίων της Βιέννης, αναγκάστηκαν -και μπόρεσαν- να φύγουν πολλοί, από όσους έμειναν οι περισσότεροι εξοντώθηκαν.
Ποιος να προλάβει να φροντίσει αυτό το απέραντο νεκροταφείο;
Περπατάμε για ώρα πάνω σε σωριασμένα χόρτα στα μονοπάτια ανάμεσα στις ταφόπλακες, και πού και πού ξεχωρίζουμε ένα όνομα γραμμένο, ένα επίθετο, μια ιδιότητα, μια φράση αγάπης. Χάνονται στο βάθος οι στήλες, τόσα ονόματα, τόσοι άνθρωποι. Παιδευόμαστε να φτάσουμε στην ακριανή είσοδο. Είναι σα να μπήκαμε σε κείνη τη ζούγκλα με τα τυλιγμένα στον κισό αρχαία ιερά, κάπου στη Βιρμανία βρίσκεται; Εδώ δεν είναι ιερά, είναι οι μνήμες των ανθρώπων που δεν έχουν απογόνους να τους φροντίσουν, δεν έχουν αρκετούς αρχαιολόγους να τους συντηρήσουν, να τους ερευνήσουν. Ίσως κάποτε να γίνουν έρευνες εδώ από ακούραστους νεαρούς κοινωνιολόγους, ή ιστοριοδίφες, ποιος ξέρει; Τίποτε δεν δείχνει όσο το χορταριασμένο αυτό κομμάτι του νεκροταφείου πόσο έχει αδειάσει η Βιέννη από τους εβραίους της.
Φτωχό νεκροταφείο τελικά, παρά την πολυτελέστατη εκκλησία. Δεν λείπει μόνο ο Μότσαρτ απο εδώ, λείπει ο Φρόιντ, ο Γιόζεφ Ροτ, ο Στέφαν Τσβάιχ, ο Μούζιλ, λείπουν οι χιλιάδες ανήσυχοι διανοούμενοι και καλλιτέχνες που έκαναν την πόλη αυτό που ήταν. Καημένη Βιέννη, ποτέ δεν συνήλθε από τη χιτλερική λαίλαπα. Πανέμορφη πάντα, αλλά το φάρμακο δεν το έχει βρει να ξαναγίνει εκείνη η ευαίσθητη ψυχή της Ευρώπης που υπήρξε.

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Διακοπές στην πόλη

Παρκάκι στην Καρλπλατς
Τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι κάνουμε λίγες μέρες διακοπές στην πόλη. Όχι στη δική μας, σε άλλες πόλεις, ευρωπαϊκές. Πηγαίνουμε σε σπίτια οικογενειών που θέλουν να έρθουν στην Ελλάδα, εκείνοι μένουν στο οικογενειακό εξοχικό μας στο Πήλιο κι εμείς στο κανονικό τους σπίτι στην πόλη.
Εκείνοι κάνουν μπάνια στη θάλασσα και ίσως βόλτες στο βουνό, εμείς παίρνουμε λεωφορεία, τραμ, μετρό, πηγαίνουμε σε μουσεία, σε πάρκα, σε άλλες πόλεις με το τρένο, σε μαγαζιά. Κι εγώ βέβαια χάνομαι διαρκώς και κοιτάζω τους χάρτες στις πλατείες.
Με το που φτάνουμε, πρώτη δουλειά να αγοράσουμε εισιτήρια απεριορίστων διαδρομών για τα μέσα συγκοινωνίας. Πότε εβδομαδιαία, πότε ημερήσια, πότε μηνιαία, ανάλογα με το τι προσφέρεται. Περνάμε ώρες μέσα σε τραμ, μετρό, λεωφορεία, τρόλεϊ. Μάλλον περισσότερες απ’ όσες περνούν στη θάλασσα όσοι ανταλλάσσουν το σπίτι τους με το δικό μας.
Ο κάθε άνθρωπος αναπτύσσει παράξενα γούστα στη διάρκεια της ζωής του. Να μην πω βίτσια δηλαδή. Δεν φανταζόμουν ότι θα γινόμουν κάτι σαν τζάνκι των λεωφορείων, των τρένων, των διαβάσεων για πεζούς. Κι όμως εκεί κατάντησα. Δεν μου φτάνει να υποφέρω όλο το χειμώνα στην Αθήνα με τα λεωφορεία καθημερινά, πηγαίνω σε ξένες πόλεις τα καλοκαίρια και τα απολαμβάνω. Λεωφορεία που τσουλάνε απαλά, δεν τραντάζονται, με ευγενικούς οδηγούς, με νεαρούς που σηκώνονται να καθήσουν οι ηλικιωμένοι, με σκυλάκια να μπορούν να μπαίνουν μαζί με τ’ αφεντικά. Στις στάσεις διαβάζω τους χάρτες ξανά και ξανά. Απομνημονεύω τα ονόματά τους, τις ώρες που περνούν, μαθαίνω ποια έχουν θέσεις για αναπηρικά καροτσάκια και με πόση συχνότητα εμφανίζονται. Την πρώτη φορά που είδα τον οδηγό να κατεβαίνει για να διευκολύνει το αναπηρικό καροτσάκι χωρίς βιασύνη, χωρίς να δείχνει κανένας επιβάτης ανυπόμονος, έπαθα πολιτιστικό σοκ. Και να είναι ο οδηγός κατάξανθος ντόπιος, κι ο ανάπηρος μετανάστης με γυναίκα μαντηλοφορούσα, και να μην εισπράξει ούτε βαρυγκόμια, παρά μόνο ένα φιλικό χαμόγελο, πόσο ν’ αντέξω; Με πήραν τα ζουμιά, και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να υπάρχουν χαρτομάντηλα δωρεάν στα μέσα συγκοινωνίας, πράγμα που ακόμα δεν έχουν σκεφτεί αυτοί οι άκαρδοι δυτικοί υπουργοί συγκοινωνιών.
Περπατώ πολύ και στους δρόμους, μ’ αρέσουν τα πλατιά πεζοδρόμια με το υλικό που δεν χρησιμοποιούμε πουθενά εδώ εμείς, οι οπαδοί της πλακόστρωσης. Περνώ απέναντι σε διαβάσεις με διαγράμμιση χωρίς φανάρι. Εκεί που τα αυτοκίνητα σταματούν μόλις σε δουν να στέκεσαι μπροστά τους, πριν κάνεις βήμα στο δρόμο. Μπαίνω διακριτικά στις εσωτερικές αυλές των μεγάρων, όταν δεν έχουν αμπαρώσει τις πόρτες, πράγμα που δυστυχώς κάνουν όλο και πιο συχνά. Στο Παρίσι πριν τριάντα χρόνια μπορούσες να δεις όλες τις εσωτερικές αυλές, τώρα ελάχιστες. Φέτος στη Βιέννη ανακάλυψα ότι οι περισσότερες είναι ανοιχτές, μερικές έχουν μέσα ταβερνάκια, οπότε δεν θα κλείσουν ποτέ.
Πηγαίνω και στα μουσεία, και στ’ αξιοθέατα, κυρίως επειδή χρειάζεται να πάρεις λεωφορείο για να πας. Κι επειδή είναι στο κέντρο, έχουν γύρω πεζόδρομους, και μπορεί μετά να πετύχεις κάποιο υπαίθριο δωρεάν φεστιβάλ, σαν αυτό που φέτος απόλαυσα κάθε βράδυ μπροστά στο βιεννέζικο δημαρχείο. Ένα πανηγύρι με κλασσική μουσική σε γιγαντοοθόνη. Τελείωνε αργά κι έπρεπε να παίρνουμε το νυχτερινό λεωφορείο για το σπίτι. Άλλες χαρές εκεί.
Δυστυχώς οι διακοπές τελείωσαν, εμείς ξαναγυρίσαμε στην Ελλάδα, και οι Βιεννέζοι στο σπίτι τους, ν’ αρχίσουν τις διακοπές τους για ολόκληρο το χρόνο.


Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Tα πράσινα κύματα του Δουνάβεως

Συγγνώμη για την καθαρεύουσα. Μοιάζει λίγο με κύμα αυτή η κατάληξη -εως και μου έχει μείνει απο παλιά. Από τότε που πρωτοακούσαμε τα βαλς του Στράους στο ραδιόφωνο. Ακούμε χρόνια εξάλλου την ειρωνία σχετικά με το Δούναβη, που δεν είναι γαλάζιος αλλά καφέ ή πράσινος, όπως διαπίστωσα επιτέλους κι εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. Και κύματα δεν έχει, αφού είναι ποτάμι, τουλάχιστον όσο τον είδα, δηλαδή ανάμεσα στις πόλεις Μελκ και Κρεμς της Αυστρίας, κοντά στη Βιέννη, όπου δεν είναι ακόμα πολύ φαρδύς.
Εκείνο που δεν είχα ακούσει και δεν είχα φανταστεί είναι οι πεζούλες με αμπέλια στις όχθες του, αυτά τα πράσινα κύματα άλλου είδους. Είχα ακούσει για κρασιά του Ρήνου, για κρασιά του Δούναβη όμως ποτέ. Και μάλιστα από κλήματα καλλιεργημένα έτσι, σε αναβαθμίδες, σε αιμασιές, όπως τις λένε σε μερικά ελληνικά νησιά. Κι όποια άλλο ονομασία τους ξέρετε, τη γράφετε παρακαλώ στα σχόλια, διότι ήξερα κάποιες ακόμα κι εγώ, τις οποίες έχω ξεχάσει.
Ολόκληρη αυτή η περιοχή έχει κηρυχθεί από την Unesco παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Οι πεζούλες καλλιεργούνται κανονικά, και στα χωριά στις όχθες του Δούναβη (εδώ δεν χρειάζεται η καθαρεύουσα) υπάρχουν ταβέρνες που μπορείς να δοκιμάσεις το κρασί του παραγωγού. Δεν είναι ακριβώς ταβέρνες αλλά ένα είδος δοκιμαστηρίων του κρασιού. Μικρά πρατήρια, ας πούμε, των παραγωγών. Σιγά -σιγά βέβαια έχουν εξελιχτεί σε ταβέρνες.
Δεν κατάλαβα αν η προστασία της Unesco περιλαμβάνει μισθούς εργατών για τη δύσκολη περιποίηση των αμπελιών πάνω στις βαθμίδες. Αμφιβάλλω. Αλλά θα βλέπω με άλλο μάτι στο εξής τις πεζούλες στα νησιά που περιζώνουν λόφους και ρεματιές, τις περισσότερες φορές παρατημένες, και θα αναρωτιέμαι πλέον αν η Unesco μπορεί να τις συμπεριλάβει στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και πώς θα μπορούσαν να οργανωθούν κρουαζιέρες ή βόλτες μόνο και μόνο για να τις θαυμάζουν και να τις εκτιμούν περισσότερο επισκέπτες και ντόπιοι. Ή πώς θα μπορούσαν να στηθούν πρατήρια- ταβέρνες μόνο για να δοκιμάζουν τα προϊόντα τους και να γίνουν σιγά -σιγά κανονικές ταβέρνες. Και τι ωραία που θα ήταν, να φτάνεις ως εκεί όχι με ποταμόπλοια αλλά με καΐκια, να ανεβαίνεις τα μονοπάτια ανάμεσα στις ξερολιθιές, να δοκιμάζεις κρασιά σε προ- ταβέρνες, και να μη χρειάζεσαι τραίνο για να πας στην πρωτεύουσα του νησιού αλλά κάτι σαν γαϊδουράκι ας πούμε, άλλη παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά αυτό. 
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=35915  

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2014

Eπιστροφή στις ρίζες

Αχ η απλότητα της φύσης στην Ελλάδα, τι ωραία καλοκαιρινή πολυτέλεια! Μπορείς να τη βγάζεις μ’ ένα καρπούζι κι ένα σλίπινγκ μπαγκ, ίσως γι' αυτό τα περιττά γεμίζουν τις παραλίες άμα τη αναχωρήσει σου, δεν φανταζόσουν ότι θα ήταν τόσο πολλά, τόσο άχρηστα. Κι οι συνηθισμένες στη λιτότητα δημοτικές αρχές δεν προκάνουν να μαζέψουν, και πώς να φτάσουν στους εγκρεμούς και στις πλαζ τις απόμακρες; Με γαϊδουράκια; Πάνε αυτά, τα πήραν οι Εγγλέζοι τα τελευταία, να τα αναπαραγάγουν στα πάρκα των πύργων τους, εκεί κατέληξα. Τελευταία φορά που είδα γαϊδουράκι ήταν σε τέτοιο πάρκο, πλήρωνες μάλιστα και εισιτήριο. Δεν τα λένε Ελγίνεια, να τα ζητήσουμε πίσω, κρίμα. Τα φώναξα, «ε, Παλικάρι», όπως ονομάζονταν κάποτε διεθνώς τα γαϊδουράκια εξ Ελλάδος, ξέρουν όσοι διάβασαν σε νεαρή ηλικία το μπεστ σέλερ του Εκτορος Μαλό «Με οικογένεια». Κι εκείνα έκαναν ότι δεν αναγνώριζαν το όνομα, τη γλώσσα, την προφορά, μου γύρισαν την πλάτη. Πολύ περιποιημένη, γυαλιστερή, ξεκούραστη, ήταν η πλάτη τους. Εκεί καταντήσαμε.

Αχ η ομορφιά της φύσης στην Ελλάδα, προσηλωνόμαστε σ’ αυτήν κάθε Αύγουστο, μη σου πω ότι αρχίζουμε από Ιούλιο, πολλοί μάλιστα νωρίτερα αφού δεν έχουν τι άλλο να κάνουν, μας τρελαίνει η αδράνεια, το κενό, παίρνουμε τα βουνά, τις θάλασσες, μικροί εξερευνητές της τραγουδισμένης πατρίδας. Εχει ομορφιές πράγματι, να ήταν και η βενζίνη πιο φτηνή, τα διόδια λιγότερα, θα είχαμε ξαναγίνει νομάδες… Θ’ ανοίξουμε μονοπάτια με τις αναζητήσεις μας. Επιστρέφουμε στις ρίζες, στα πατρικά, στα μητρικά, στα γιαγιαδικά. Στο μεταξύ στην Αθήνα και σε άλλες έδρες ειρηνοδικείων και λοιπών αρχών, ακούραστοι οι νομοθέτες, κυβερνήτες, συντάκτες κ.λπ. εργάζονται για ακόμα βαθύτερη επιστροφή στις ρίζες. Διάφοροι καλοί άνθρωποι, δημιουργικοί επιχειρηματίες, απλοί υπερασπιστές της ελληνικής λεβεντιάς (ή και παλικαριάς) που κατηγορήθηκαν για εγκλήματα εν τη ρύμη μιας ελπίδας που συνόδευσε την έλλειψη πλεονάσματος, αθωώνονται πανηγυρικά, εξάλλου έχουμε τώρα πολύ πλεόνασμα, και μάλιστα πρωτογενές. Οπότε αποκαταστάθηκαν οι μισθοί των ενστόλων, γιατί χωρίς αυτό το βαθιά ελληνικό και ριζωμένο χαρακτηριστικό πώς θα επιστρέφαμε; Θα μέναμε με το φτυάρι στο χέρι, θα ανοίγαμε λάκκους να πέσουμε οι ίδιοι μέσα. Οι ισχυρισμοί των ξένων εργατών, που έδειξαν διάφορες πληγές από το ξύλο ή νοσηλεύτηκαν στα πέριξ, θα ήταν μάλλον πολιτιστικές διαφορές που θέλουν να επιβάλουν στα αγνά μας ήθη ή κακώς πληροφορήθηκαν ότι στην Ελλάδα όταν δουλεύεις, παίρνεις και μεροκάματα. Μήπως περίμεναν και ΙΚΑ; Ολα να τα περιμένει κανείς από το παγκοσμιοποιημένο σύστημα πληροφόρησης.

Γενικά οι ρίζες θριαμβεύουν, αθωώνονται και οι Βατοπεδινοί. Αυτό έλειπε, να κατηγορούνται άγιοι πατέρες που προσπάθησαν να αξιοποιήσουν ολυμπιακά ακίνητα. Ευγνωμοσύνη να τρέφουμε, ήταν οι μόνοι που τα σκέφτηκαν στις δύσκολες ώρες των όρθρων και άλλων ασκητικών συνηθειών. Επιστρέφουμε μανιωδώς στις ρίζες, άλλοι φυτεύουν ντομάτες, άλλοι ζυμώνουν ψωμί, άλλοι ψαρεύουν, άλλοι καταργούν διάφορους δήθεν προοδευτικούς νόμους που είχαν περάσει εν τη ρύμη κ.λπ. Ολ’ αυτά θα φέρουν παραπάνω τουρισμό, έστω κι αν μερικοί Αγγλοι θα πρέπει να κουβαλάνε και τα δικά τους γαϊδούρια για ν’ ανεβαίνουν τους γκρεμούς, διότι δεν θα έχει μείνει κανένα στην ύπαιθρο εξαιτίας τους.

Αυτοί φταίνε για όλα, απορώ γιατί τα βάζουμε με τους Γερμανούς.


Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...