Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Κάλαντα

Χτύπησαν το κουδούνι όταν πια είχα απελπιστεί να περιμένω τα κάλαντα. Άδικα είχα μαζέψει πεντάευρα και δίευρα, κανένα παιδί δεν ερχόταν. Άλλες χρονιές δεν προλάβαινα ν' ανοίγω, άκουγες λαχάνιασμα στη σκάλα ενώ στο κατώφλι ακόμα τραγουδούσαν. Δεν έφταναν τα νομίσματα, σκαλίζαμε τις τσέπες. Φέτος τι περονόσπορος ήταν αυτός;
Θα μου πήγαινε στραβά η μέρα αν δεν έρχονταν ούτε αυτά τα δυο αδέρφια. Τα ξέρω από μωρά, τότε που η οικογένεια νοίκιαζε ένα υπόγειο στην πολυκατοικία, ένα παντελώς ακατάλληλο διαμέρισμα για διαβίωση. Οκτώ τέτοια είχε φτιάξει ο κατασκευαστής και είχε πάρει την πολεοδομική άδεια ονομάζοντας τα αποθήκες, αφού από το 1955 ο νομοθέτης είχε απαγορεύσει να κατοικούν άνθρωποι σε υπόγεια. Πρωτοπόρος ο νομοθέτης, αλλά μέχρι να προσαρμοστεί ο πληθυσμός χρειάζεται χρόνος και προσπάθεια. Για καιρό τα παράνομα σπίτια νοικιάζονταν, κι όταν βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής στην Ελλάδα έμειναν άδεια και ξανανοικιάστηκαν σε μετανάστες τη δεκαετία του '90.
Εκεί λοιπόν τα είχα πρωτογνωρίσει τα μικρά, το κοριτσάκι να μπουσουλάει σ' ένα βρεγμένο πάτωμα μια μέρα που οι γονείς τους ζητούσαν βοήθεια για ν' αντιμετωπίσουν τη σχεδόν καθημερινή κατάσταση πλημμύρας. Έμαθα πολλά για την υπόγεια Αθήνα ψάχνοντας να βρω άκρη. Ένιωθα κάπως υπεύθυνη, σα να είχα αποφασίσει εγώ να χτιστούν υπόγεια στις κατά τα άλλα ευάερες και ευήλιες πολυκατοικίες, αλλά δεν κατάφερα παρά να τους πείσω να μετακομίσουν. Τότε ήταν που μου είχαν πρωτοπεί τα κάλαντα, τραυλίζοντας, μισή στροφή μονάχα. Τα είχα ενθαρρύνει, ξανάρθαν, καθιερώθηκε η εμφάνιση τους κάθε χρόνο. Άλλαξαν σπίτι, έχουμε τώρα και μπαλκόνι, με είχαν πληροφορήσει χαρούμενοι.
Χάρις στα κάλαντα συνέχισα να παρακολουθώ πόσο ψηλώνουν κάθε χρόνο, κι αυτά και άλλα γειτονόπουλα που δεν εμφανίστηκαν φέτος. Τι απέγιναν όλ' αυτά τα παιδιά; Δεν θέλω να σκέφτομαι την πιθανότητα να επέστρεψαν στις πατρίδες των γονιών τους. Καθόλου ελπιδοφόρο μήνυμα για τον καινούργιο χρόνο. Τα ακατάλληλα υπόγεια πάντως έχουν αδειάσει πάλι.
Φέτος το αγόρι έχει ρίξει απότομα μπόι, κι έχει ακμή στο πρόσωπο, πάει Α' Λυκείου. Μου είπαν τα κάλαντα με όλες τις στροφές, και “εκ της Περσίας...” και “πλήθος αγγέλων”, τα πάντα. Ελπίζω στο σχολείο να μην ακολουθήσει θεωρητική κατεύθυνση. Τα τριγωνάκια τους δεν είχαν κορδελίτσα, κι επειδή φυλάω και κορδελίτσες και τριγωνάκια δια παν ενδεχόμενο, τους πρότεινα να βάλουν από μία και εξήγησα τα περί παλμών που παράγουν ήχο και περί μετάλλου που προτιμάται για μουσικά όργανα. Ξέρεις τώρα εσύ απ' αυτά, αφού πας Α' Λυκείου, είπα. Το παραδέχτηκε. Συνήθως τα παιδιά αντιδρούν σε τέτοιες παρεμβάσεις. Ευχηθήκαμε και του χρόνου, εγώ με την ελπίδα να τα ξαναδώ και να μη νιώθουν άτυχα που θα αντιμετωπίσουν το ελληνικό εξεταστικό σύστημα. Και να πάνε θετική κατεύθυνση βέβαια.
Άλλα παιδιά δεν ήρθαν.

Δευτέρα, 28 Δεκεμβρίου 2015

Μια βόλτα την ημέρα

Μια βόλτα την ημέρα: Απολογισμός της στήλης

Την 1η Ιανουαρίου του 2015 αποφάσισα να κάνω μια βόλτα την ημέρα και να την απαθανατίζω σε βίντεο, έτσι απο πείσμα στο συναισθηματικό πατίκωμα που με κατέκλυζε. Η ζωή μας περιτριγυρίζεται από όμορφα πράγματα, ήθελα να ανακαλύψω, να ψάξω να τα βρω, να τα αναδείξω, αφού συχνά περνάμε δίπλα τους και δεν τα βλέπουμε.
Τριγύρισα πολύ στην Αθήνα, κι όπου πήγαινα έκανα κι ένα βίντεο, έκανα το καλοκαίρι ταξίδια και προγραμμάτιζα πολλά. Κράτησα το πρόγραμμα μέχρι εκείνη την Παρασκευή του Ιουνίου που ο Τσίπρας ανήγγειλε το δημοψήφισμα. Είχα περάσει απο τη Σύρο, ανέβαζα τα βιντεάκια μου κάθε μέρα ανελλιπώς, κι ήμουν στην Ικαρία εκείνο το βράδυ. Μου κόπηκαν τα πόδια, και τα χέρια ομοίως. Είχα, είχαμε ζήσει σε μια ψευδαίσθηση που τέλειωνε; Η Ευρώπη, οι αξίες της, οι αξίες μου, όλα ήταν αυταπάτη, χαρούμενοι όλοι γύρω μου έτρεχαν να βγουν από το ασφυκτικό, όπως το περιέγραφαν αγκάλιασμα του Δυτικού πολιτισμού, κι εγώ θρηνούσα κάτι που δεν είχε ποτέ υπάρξει;
Πέρασα μαύρες μέρες μέχρι να βεβαιωθώ ότι δεν θα γινόταν τελικά το καταστροφικό πήδημα, την είχαμε γλιτώσει. Αλλά δεν κατάφερα να ξαναβρώ το κέφι μου, εντάξει, δεν ήταν και τα βιντεάκια τίποτε σπουδαίο, κουνιόνταν πολύ. Έβγαλα κάμποσα και στο Παρίσι, αλλά μετά την επιστροφή στην Αθήνα δεν συνέχισα. Όταν όμως είδα ότι η Ακαδημία είχε ανακαινιστεί, και μπορούσες να μπεις να τη δεις και μέσα, έβγαλα μερικές φωτογραφίες και έφτιαξα ένα τελευταίο βιντεάκι.
Αν βρω συνεργάτες όμως, μπορούμε να ξαναρχίσουμε

Περιττές θερμίδες


Oρίστε, άλλο ένα μελομακάρονο που έπρεπε να μη φαγωθεί, αλλά φαγώθηκε και με απογοήτευσε με τη γεύση του. Κάτι έψαχνα να βρω που δεν υπήρχε μέσα. Καρύδι, φλουρί, μέλι ανόθευτο, ούτε και ξέρω. Μια γεύση ίσως από τα παιδικά μου χρόνια, στη διάρκεια των οποίων βαριόμουνα τα μελομακάρονα. Μα τι μας κάνουν και μας κρατούν αιχμάλωτους; Τι εξουσία κι αυτά κι όποιος συναγελάζεται μαζί τους, μπαμπάς, μαμά, γιαγιάδες, θείες. Παππούδες. Τι απόλυτη και ανεξέλεγκτη εξουσία. Το ψεύτικο δέντρο με τις πράσινες χάρτινες βελόνες τυλιγμένες σε συρμάτινα κλαριά που άνοιγαν και μάζευαν, πόσο ασύγκριτα μοναδικό! Επιβίωσε βέβαια μιάμιση δεκαετία. Πόσα χρόνια θεωρούσα το στρωμένο βαμβάκι πάνω στα κλαριά του θεσπέσιο εύρημα και καθόμουν και το θαύμαζα μαγεμένη; Μπορεί να ήταν πολύ λίγα, αλλά φαντάζουν πολλά. Είναι άδικος ο χρόνος, στα παιδιά κολλάει, γαλίφης, γενναιόδωρος, χαρίζεται, απλώνεται, κι ύστερα, μόλις νομίζουν ότι μεγάλωσαν και τον δικαιούνται, φεύγει τρέχοντας και καγχάζει. Μια ζωή πρέπει να τον κυνηγάς, δεν το παίρνεις απόφαση ότι θα τηρήσει τις υποσχέσεις του. Ύστερα στις οικογενειακές γιορτές μασκαρεύεται μελομακάρονο και κουραμπιές. Μασκαρεύεται δέντρο χριστουγεννιάτικο, κάλαντα και ευχές. Επανάληψη που συρρικνώνει την πολύ πλούσια καθημερινότητα, που θέλει να θρονιαστεί στην καρδιά της μνήμης. Και σαν καθετί μαζικό, ισοπεδώνει τις προσωπικότητες στον παιδικό εαυτό τους, απαιτεί να γίνουμε όλοι παιδιά, να ξεχάσουμε τη σοφία και την πολυπλοκότητά μας, να αφεθούμε στη λαιμαργία, να χάσουμε το μέτρο. Τρομερή γιορτή τα Χριστούγεννα, σκέτη δοκιμασία. Και σαν να μη φτάνουν όλ΄ αυτά, μελαγχολούμε μόλις περάσουν. Άντε, έχουμε και την Πρωτοχρονιά μπροστά μας. Ο Άγιος Βασίλης τότε δεν έρχεται, σύμφωνα με την ελληνική παράδοση; Μερικές φορές συμφέρει να είσαι Έλληνας.

Eνθύμιον Θεσσαλονίκης


Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Πάμε πεζοί

Δεν ξέρω τι αποφάσισαν οι πολιτικοί στο Παρίσι, στη μεγάλη σύσκεψη για το περιβάλλον, αλλά τα βλέπω δύσκολα τα πράγματα. Ας λένε όλοι διάφορα συγκινητικά, οι άνθρωποι δεν θα στερηθούν εύκολα τις απολαύσεις και τις ευκολίες τους για το περιβάλλον. Εμείς εδώ, παράδειγμα, έχουμε μέχρι και Υπουργείο Κλιματικής Αλλαγής, (γέλια) αλλά την πλαστική σακούλα απλώς δεχόμαστε να διαλύεται πιο γρήγορα, κι άντε βρες την ύστερα, όταν έχει διαλυθεί παντού. Ελπίζω πως δεν είναι όλες οι διακηρύξεις τόσο κενές περιεχομένου, αλλά φοβάμαι ότι κάθε προσπάθεια περιορισμού της ρύπανσης συνοδεύεται από πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες κι άλλων ανθρώπων να ζουν καλύτερα, και τι πρέπει δηλαδή να γίνει; Να μείνουν για πάντα οι φτωχοί φτωχοί για να μη μολύνουν κι αυτοί;
Βέβαια οι πλούσιοι κάνουν κάποια δειλά βήματα. Στη Γερμανία, πάντα εκεί είναι η οικολογική πρωτοπορεία, ιδρύονται μαγαζιά χωρίς συσκευασίες (εδώ λες πως δεν θέλεις σακούλα και σε κοιτάνε παράξενα. Μα γιατί να μη θέλεις μια ακόμα ωραία σακουλίτσα για τη συλλογή σου;) σπίτια οικολογικά κατασκευάζονται παντού, ηλιακοί συλλέκτες μπαίνουν σε χώρες χωρίς ήλιο (κάποτε θα φτάσουν κι εδώ, πριν ο ήλιος πεθάνει) και γενικά όλοι προσπαθούν. Η μεγαλύτερη ρύπανση πάντως παράγεται από τις μεταφορές, και δεν μπορείς -πάλι- να σταματήσεις αυτή τη μανία: οι φτωχοί (αυτοί φταίνε για όλα) θέλουν να πουλήσουν τα φτηνά τους προϊόντα στους πλούσιους, αναγκαστικά χρησιμοποιούν νταλίκες, πλοία, τραίνα, ο πλανήτης ανεβάζει πυρετό.
Οι πλούσιοι όμως θα μπορούσαν να αφήσουν τη φαντασία τους ελεύθερη, να λανσάρουν ταξίδια αναψυχής πρωτότυπα, να μειώσουν λίγο την κίνηση με τ' αυτοκίνητα, το πιο ρυπογόνο πράγμα. Χρόνια περιμένω το ταξιδιωτικό γραφείο που θα προτείνει τις περιπλανήσεις του Ζαν Ζακ Ρουσώ, ο οποίος πήγαινε με τα πόδια από τη μία πόλη στην άλλη, κι έχει περιγράψει λεπτομερώς τα ταξίδια του, έτσι ώστε να μπορεί κανείς να τα ανασυστήσει. Αργεί πολύ η οργάνωση, κι άρχισαν να με πονάν τα γόνατα.
Ελπίζω τουλάχιστον να μπορέσω να πραγματοποιήσω το όνειρο της ζωής μου, να γυρίσω το Πήλιο με τα πόδια, τώρα που άνοιξαν και σηματοδοτήθηκαν τα μονοπάτια του.
Πόσες φορές δεν ξεκινήσαμε με τα παιδιά μου μικρά, να φτάσουμε στην Πορταριά από τα μονοπάτια που περιγράφει το βιβλίο του Νίκου Χαρατσή, και χαθήκαμε στο δρόμο; Είχα πάψει να ελπίζω πια ότι θα το κατόρθωνα. Και να τώρα που δεν το περίμενα πια, κάποιο θαύμα έγινε και καθαρίστηκαν, σημαδεύτηκαν, άνοιξαν, τα περπάτησα κι εγώ για λίγο.
Μπορεί σαν πεζοπόρος ο Ρουσώ να μας οδηγήσει σε δρόμους πιο σωστούς απ' όσο κατάφερε ακόμα και με το Κοινωνικό του Συμβόλαιο. Εξάλλου, νομίζω περπατώντας με συντροφιά, όπως έκανε εκείνος προτιμώντας κυρίες με υφασμάτινα σκαρπίνια, ούτε στον ύπνο τους τα αθλητικά μας παπούτσια, ανακαλύπτεις την αξία της συνύπαρξης και του αλληλοσεβασμού στην πράξη, βήμα με το βήμα.

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

Οι εχθροί είναι απαραίτητοι

Παίρναμε πάντα τους εχθρούς πολύ στα σοβαρά, γι αυτό χρειαζόμαστε ολοένα και περισσότερους. Θυμάμαι ένα τραγούδι του Μαρκόπουλου πριν δεκαετίες, “Μπήκαν στην πόλη οι εχθροί”, έλεγε. Μεγάλο σουξέ, σε εποχές που κανένας εχθρός δεν έμπαινε στην πόλη, μόνο φιλικοί τουρίστες. Ωστόσο μεγάλο σουξέ. Την ίδια εποχή στο καθημερινό μπρίφιν των πολιτικών συντακτών πρώτο και διαρκές θέμα ήταν οι τουρκικές παραβιάσεις εναερίου χώρου. Κάτι σαν την προσευχούλα των ευλαβών οικογενειών πριν το φαγητό. Η λεπτομέρεια για τον εναέριο χώρο και ποιος τον αναγνωρίζει διεθνώς δεν συζητήθηκε ποτέ.
Ήταν τότε που καλλιεργούνταν συστηματικά η ιδέα της προτίμησης των Ευρωπαίων στους Τούρκους. Οι Αμερικάνοι επίσης τους αγαπούσαν περισσότερο από μας, γι αυτό και τους μισούσαμε, αν και θα τους μισούσαμε ούτως ή άλλως ως φονιάδες των λαών, οπότε κανονικά δεν θα έπρεπε να τους μισούμε που δεν αγαπούσαν εμάς αλλά τους Τούρκους. Τέλος πάντων, με τις εθνικιστικές παράνοιες δεν βγάζεις άκρη και σίγουρα καταναλώνουμε περισσότερες απ' οσο αντέχει κάθε υγιής οργανισμός. Γιατί; Μα επειδή οι εχθροί είναι πολύ βολικοί σύμμαχοι των εξουσιών, μάλιστα όσο πιο αυταρχική η εξουσία τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχει από εχθρούς. Ποιος τολμά να την αμφισβητεί όταν υποτίθεται ότι η χώρα απειλείται; Μαύρο φίδι που τον έφαγε!
Κάθε χώρα με αυταρχικό καθεστώς καλλιεργεί πολύ προσεχτικά και με κάθε μέσο το φόβο των εχθρών. Πρέπει να την απειλούν, να την υπονομεύουν, να είναι ο λαός ενωμένος με τον αρχηγό- προστάτη σα μια γροθιά.
Ακόμα και τώρα, πριν λίγες μέρες που οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν να δώσουν τριάμισι δις ευρώ στην Τουρκία για το προσφυγικό, το πήραν πολύ πατριωτικά εδώ οι δικοί μας. Ακούς εκεί, πάλι στους Τούρκους; Όλα σ' αυτούς τα δίνουν! Αυτά τη στιγμή που είμαστε με το σουγιά στο σβέρκο για το μεγαλύτερο δάνειο των αιώνων σε κράτος, αφού έχουμε χωνέψει πακέτα Ντελόρ και δεν ξέρω τι άλλο, επιδοτήσεις, ενισχύσεις, ό,τι υπάρχει σε διεθνή βοήθεια. Η Τουρκία, που βολοδέρνει χρόνια και ζαμάνια στον προθάλαμο της Ε.Ε., αυτή είναι η αγαπημένη τους!
Αλλά επειδή ως εχθρός δεν είναι αρκετή, πρέπει να δημιουργούνται κι άλλοι. Το μίσος για τους Γερμανούς ας πούμε σα να χαλάρωσε τώρα τελευταία, οπότε θα πιαστεί η κυβέρνηση μας από οτιδήποτε, δεν πα να είναι ένα δημοσίευμα περιοδικού, ένα βιβλίο ιστορικού; Θα το προβάλουμε και θα διαμαρτυρηθούμε, να καταλάβει ο κόσμος ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα. Να το καταλάβει απαλά, σιγαλά, υποδόρια, ενώ θα τον πιάνει ο καημός, ο γνωστός, παλιός καημός: όλοι μας απειλούν, οι γείτονες μας μισούν, οι ισχυροί μας ζηλεύουν, είμαστε μόνοι, ανυπεράσπιστοι, δυστυχισμένοι, κανείς δεν μας καταλαβαίνει, θρήνος, κοπετός. Αν δεν χαλυβδωθεί ομοψυχία με κάτι τέτοια, θα βρεθούν κι άλλα.

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Πιάσε μια πεντοζάλη


Επιτέλους βγήκε κάτι από μια διαδήλωση αγροτών: μια νέα διασημότητα, ο ωραίος Κρητικός με τα γαλάζια μάτια, ο Στάθης Στιβακτάκης. Μακάρι να είναι η αρχή για να ομολογήσουν οι πορείες τον αληθινό σκοπό τους, που είναι να αναδεικνύουν νέους και ελκυστικούς, ωραίους κατά προτίμηση, ή απλώς γοητευτικούς, και ωραίες ή/και γοητευτικές βεβαίως.
Δεν χρειάζεται καμιά ομολογία σε δικαστήριο ή δήλωση επίσημη. Σιγά σιγά να μεταλλαχθούν πια όλες αυτές οι άσκοπες συνάξεις που μας βασανίζουν καθημερινά, να στραφούν, να γίνουν άλλο πράγμα, αυτό που χρειαζόμαστε. Διαγωνισμοί ομορφιάς για άντρες και γυναίκες, διαγωνισμοί χορού, τραγουδιού, άμιλλες γενικώς, σε όλες τις τέχνες και τις επιδόσεις.
Να γεννήσουν ευκαιρίες για συνάντηση και γνωριμίες, για αλληλοθαυμασμό και αναγνώριση, για φλερτ ταυτόχρονα με δημόσιες εμφανίσεις, να δημιουργήσουν κατάλληλες συνθήκες, υψηλού επιπέδου όμως παρακαλώ, όχι πράγματα που ντρέπεσαι να πας, για συγκλονιστικές εμπειρίες, να φτιάξουν το περιβάλλον που τραγικά λείπει, αυτό που σε κάνει να βλέπεις τους άλλους, να απολαμβάνεις τα ταλέντα τους και να τους χαρίζεις τη χαρά της επιτυχίας.
Ο Στάθης, με μια απλή φωτογραφία, ήταν φυσικό να διακριθεί. Ψηλός, λεπτός, με αρμονικά χαρακτηριστικά, με εξαίσια μάτια, εμφάνιση που συγκλονίζει όχι επειδή φορά μαντίλι και μπότες κι έχει γένια, ούτε επειδή αργότερα ποζάρισε με όπλο (και μας το χάλασε, τέλος πάντων). Κι οι άλλοι γύρω του φορούσαν μαντίλια και μπότες και είχαν το μπρούτο στιλ, όμως δεν ήταν αυτό το μυστικό της επιτυχίας.
Ωστόσο, μπορεί κάποιος από τους άλλους να χορεύει ωραία πεντοζάλη, ας πούμε. Και βλέποντάς τον να χορεύει να ανακαλύψει κανείς κάτι που δεν φαίνεται στη φωτογραφία, μια άλλη ομορφιά. Ή μπορεί να σκαλίζει γκλίτσες ή να τραγουδάει, να παίζει λύρα, ξέρω ’γώ; Οτιδήποτε. Ολες οι τέχνες να οργανωθούν σε επιδείξεις, γιορτές, απονομή μεταλλίων. Χρειαζόμαστε τελετές αληθινές, όχι πια την καρικατούρα της επανάστασης κάθε μέρα, όπου τόσο σπάνια συναντάς έναν ωραίο.
Φυσικά υπάρχουν ένα σωρό πράγματα για να βοηθήσουν την κατάσταση, γίνονται εκθέσεις, αγώνες, διαγωνισμοί και φεστιβάλ, αλλά δεν είναι αρκετά. Πολύς κόσμος μένει στο περιθώριο, ενώ η ανάγκη είναι ζωτική, είναι κυρίαρχη.
Και δεν την παραδεχόμαστε. Γύρω μας συμβαίνουν τρομερά πράγματα από ανθρώπους χορτάτους που πάσχουν για διάκριση και αναγνώριση, αλλά ψάχνουμε ερμηνείες παλαιού τύπου, από τον καιρό της πείνας. Στερούνται οι άνθρωποι και βγαίνουν στους δρόμους, λέμε. Στερούνται και ζώνονται τα όπλα. Στερούνται και μπαίνουν σε ομάδες ακραίων. Στερούνται και γίνονται τρομοκράτες. Στερούνται και πάνε στον ISIS.
Ναι, στερούνται, αλλά όχι αυτό που νομίζουμε. Στερούνται ευκαιρίες να ξεχωρίσουν, να αναγνωριστούν, να νιώσουν ότι κάνουν κάτι μεγάλο. Είναι κατεξοχήν στέρηση ανθρώπων που δεν πεινούν.
Εχουμε όμως γίνει τόσο σοβαροφανείς μέσα στη μιζέρια μας, που δεν βλέπω τι θα βοηθήσει αυτή την καλή αρχή που έγινε με τον Στάθη.



Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Νύχτα στο Σύνταγμα

Ένα βράδυ στην πλατεία Συντάγματος το συντριβάνι φαινόταν από μακριά σα χιονισμένο, σαν αφρισμένο, σα να φουσκώνει και ν' απλώνεται σαπουνάδα από το νερό που τιναζόταν ψηλά. Πολύ φαντασμαγορικό. Να ήταν μέρος της χριστουγεννιάτικης διακόσμησης που είχε μόλις εμφανιστεί; Πλησιάζοντας έβλεπες σαπουνάδα παντού, σα να ήθελε ο Κινγκ Κονγκ να πλύνει τα χεράκια του έχοντας μόλις τελειώσει το γεύμα κάπου εκεί κοντά. Μια παρέα νεαρών τριγύρω γελούσε κάνοντας ότι μαζεύει σα χιονόμπαλα τη σαπουνάδα στις παλάμες, κάνοντας πως την πετά ο ένας στον άλλον. Περπάτησα ως την είσοδο του μετρό προσπαθώντας κι εγώ να γελάσω λίγο, να βγάλω λίγο αφρό από κάποια πηγή ευθυμίας μέσα μου, και δεν το κατάφερνα. Γιατί όμως; Σκηνές στα συντριβάνια τη νύχτα είναι από τις πιο αγαπημένες στο σινεμά, η Αννίτα Εκμπεργκ που βουτά στη Φοντάνα ντι Τρέβι με τον Μαστρογιάννι να την ακολουθεί μαγεμένος, κι άλλες φωτογραφίες ανέμελων παιδιών τις ζεστές μέρες που διαρρηγνύουν τα αβλαβή σύνορα με το νερό παραβιάζοντας και το δημόσιο αγαθό, την ωραία πηγή, οικειοποιώντας το για λίγο. Το δημόσιο γίνεται αυθαίρετα ιδιωτικό, όπως γινόταν με τον αφρό εκεί στο Σύνταγμα, κι ο φόβος κάποιας πιθανής τιμωρίας, το θάρρος, όλ' αυτά ισορροπούν κάποιες στιγμές, όσες χρειάζεται να εντυπωσιαστεί κάποια δύσκολη φίλη, να βάλει τα γέλια, να αλλάξει το σκηνικό, να αφρίσει ελάχιστα η μονοτονία, να σηκώσει η πλήξη το φρύδι της και ν' αλλάξει πλευρό. Θά' πρεπε να μπορούσα κι εγώ να χαμογελάσω. Αλλά τίποτα.
Ίσως έχει νόημα να παραβιάζεται το δημόσιο, να οικοιοποιείται και να χρησιμοποιείται ιδιωτικά, όταν είναι δημόσιο, όταν ανήκει στο δημόσιο χώρο και ξέρουμε τι θα πει αυτό, τι δικαιώματα έχουμε πάνω του, πότε τα παραβιάζουμε, πότε τα παραβιάζουν άλλοι. Αυτό το συντριβάνι τίνος είναι; θα το φροντίσει κάποιος όταν φύγουν οι νεαροί; Είναι δημόσιο; Τι θα πει δημόσιο σ' αυτή την πόλη; Το ξέρουν οι αθηναίοι ότι αυτό είναι το συντριβάνι της πόλης; Υπάρχουν αθηναίοι; Υπάρχει πόλη όταν κανείς δεν διεκδικεί το δημόσιο χώρο της σαν δημόσιο, όταν παντού το ιδιωτικό καραδοκεί;
Κι ορίστε τώρα μέσα στη νύχτα, που κάνει το Σύνταγμα πιο συμπαθητικό απ' ότι η μέρα, αραιώνει ο κόσμος, οι κράχτες που σε τραβάνε δέκα -δέκα από το μανίκι σε κάθε τετράγωνο, τα μηχανάκια στο πεζοδρόμιο, τα ταξί στο δρόμο, με τόσους αφρούς και τόση πλάκα, στην καρδιά της Αθήνας, στο Σύνταγμα (μα τι σημαίνει Σύνταγμα; τι συντάσσεται; ποιος ο συντάκτης; οι συντασσόμενοι;) με τόσο αφρό, τόση πλάκα, να μη μπορώ να γελάσω.






Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2015

Αποκάλυψη, δηλαδή εξουσία

Οι μικροί μας ντόπιοι εχθροί του πολιτισμού, αυτοί που έχουν κάψει τη Μαρφίν, το Αττικόν, (και παλιότερα την Πρυτανεία του Πολυτεχνείου, επίσης τον Κατράντζο, το Ατενέ και το Μινιόν- παίρνω τον άξονα Σταδίου, στρίβω Πατησίων) και πολλές φορές έχουν σπάσει μαγαζιά και πετάξει μολότοφ σε Τράπεζες, κατά προτίμηση σε κτίρια νεοκλασικά, που έχουν δολοφονήσει ή προκαλέσει το θάνατο συμπολιτών μας, έχουν δαγκώσει μάρμαρα στα σκαλιά της καθολικής μητρόπολης, που απειλούν ότι θα κάψουν, θα σπάσουν, θα φοβερίσουν, θα χαλάσουν τις γιορτές, θα κλέψουν και θα λιανίσουν, θα ουρλιάξουν και θα καγχάσουν στους δρόμους της αναγάπητης πόλης, αυτοί επίσης που προτρέπουν σε καθολική απελεύθερωση ανθρώπων, ζώων και φυτών και κρεμάλες αφεντικών, επιστροφή στη φύση -και στη βρώμα προς το παρόν ως πρόχειρο υποκατάστατο, όλοι αυτοί οι γνωστοί μας τέλος πάντων και μη εξαιρετέοι, θα πρέπει να νιώθουν πολύ μικροί κι ασήμαντοι μπροστά στο Ισλαμικό κράτος και τα δικά του κατορθώματα. Τι να σου κάνει η αναρχία μπροστά στο όραμα του χαλιφάτου που ξαναστήνει την Αραβία του 6ου αιώνα μ.Χ με όλα της τα αξεσουάρ, από σκηνές με φούντες και χαρέμια, τουρμπάνια, γένια και γιαταγάνια μέχρι σταυρώσεις, αποκεφαλισμούς, μαστιγώματα και λιθοβολισμούς, δηώσεις, κι όλα τα καλά τέλος πάντων, όλη τη γνήσια φρίκη του ένδοξου παρελθόντος εμπλουτισμένη μόνο με τα απαραίτητα: μια κάμερα για καταγραφή και διάδοση του μηνύματος, μερικά καλάσνικοφ, εκρηκτικές ύλες, τέτοια.
Θα μου πείτε με ποιο δικαίωμα κάνω υποθέσεις για την ψυχολογία των αναρχικών μας και τους συγκρίνω με τους ισλαμιστές του χαλιφάτου; Ζώντας στην καταθλιπτική καθημερινότητα που μου δημιουργούν οι πρώτοι έχω ψηθεί, νομίζω, να κατανοώ και των δεύτερων τα κίνητρα. Γύρω μου πολλοί καλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι και οι μεν και οι δε είναι θύματα του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού και θέλουν τυφλά να εκδικηθούν, αυτόν κι εμάς μαζί του, διότι δεν είμαστε παρά το περιεχόμενο του καπιταλισμού, κατά το μάτι τους τ' αλλήθωρο. Από την πολλή καλωσύνη τυφλώνονται οι καλοί άνθρωποι, δεν βλέπουν το πάθος για εξουσία, καθαρή, απόλυτη, ανεμπόδιστη, όπως το Μεσαίωνα στην Αραβία με τις σκηνές και τους σκλάβους, (το πρόγραμμα του χαλιφάτου περιλαμβάνει εγκαθίδρυση της δουλείας, και το χαλιφάτο έχει ήδη ιδρυθεί στη Συρία, γι αυτό θαλασσοπνίγονται οι κάτοικοι της στο Αιγαίο φεύγοντας μαζικά) που εμπνέει τους ισλαμιστές οι οποίοι ετοιμάζουν την Αποκάλυψη, και την κάπως θολότερη εικόνα, τη χλωμότερη που έχουν περί της δικής τους Αποκάλυψης οι δικοί μας εδώ, οι οποίοι, ναι μεν είναι εραστές της βίας και θέλουν να κάψουν, να σπάσουν, να βρίσουν, να χέσουν, να μαχαιρώσουν και να φτύσουν, αλλά θα πρέπει να αισθάνονται κάπως επαρχιώτες αυτές τις τελευταίες μέρες.
Ίσως χρειάζονται μάλιστα και λίγο τη συμπάθειά μας.

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Το πιάσαμε το υπονοούμενο


Φάνηκε αντιφατικό, ο Συριζα να καλεί σε συμμετοχή στην απεργία της Πέμπτης και τη διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας. Δεν γίνεται να κυβερνάς και να διαδηλώνεις κατά του εαυτού σου, ήταν η λογική αντίρρηση, μια αντίρρηση που προσπαθεί να βάλει λογική ματιά απέναντι στην τρέλα που ζούμε.
Κατά βάθος όμως ξέρουμε ότι αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι για μας. Η λογική δεν είναι για μας. Η πολιτική ζωή στην Ελλάδα κινείται σε άλλες σφαίρες, και το νόημα της απεργίας και της διαδήλωσης τη στιγμή που η κυβέρνηση ακόμα διαπραγματεύεται με τους δανειστές, το πιάσαμε μια χαρά. Δεν ήταν μόνο για να δείξει στους “ξένους” ότι ο λαός στηρίζει τις θέσεις της κυβέρνησης του. Ήταν πιο πολύ για εσωτερική κατανάλωση. Τα ισχυρά συνδικάτα έδειξαν γι άλλη μια φορά την απόφαση τους να διεκδικήσουν κάθε σέντσι που μπαίνει στη χώρα ως πολιτικό χρήμα, τις δόσεις, τα δάνεια και τα συμπαρομαρτούντα, ΕΣΠΑ κι όπως αλλιώς λέγονται. Είναι οι πιο μαχητικοί, αυτοί θα τα πάρουν. Τα επιδόματά τους, τα προνόμια τους, όλα να μείνουν ανέγγιχτα, ας διαλυθούν νοσοκομεία, σχολεία, συγκοινωνίες. Είναι δυνατοί, είναι ισχυροί, έχουν την κυβέρνηση μαζί τους, φυσικά με τη βιτρίνα της φιλοεργατικής πολιτικής. Αλλά οι εργαζόμενοι σε μαγαζιά, βιοτεχνίες, επιχειρήσεις, ξέρουν πολύ καλά ότι δεν τους αφορούν αυτές οι διεκδικήσεις, ότι πριονίζουν κάθε ελπίδα να καλυτερέψει η δική τους ζωή. Πρέπει όλοι ν' ανεχτούμε αυτό το κακόγουστο θέατρο με τα σκηνικά του και τις ιεροτελεστίες του, γιατί αυτά τα συνδικάτα έχουν τη δύναμη και επιβάλουν αυτό που θέλουν.
Το πιάσαμε λοιπόν πολύ καλά το υπονοούμενο της διαδήλωσης, κι αυτό και τ' άλλο. Οι καταστροφείς της Αθήνας, ισχυρό παρακράτος όπως δεν μπορούμε πια να κάνουμε ότι δεν καταλαβαίνουμε πως είναι, έκαψαν ανενόχλητοι και ασύλληπτοι για μια ακόμα φορά ό,τι βρήκαν μπροστά τους, κατά προτίμηση κτίρια παλιά, σπάνια, μοναδικά και πολύτιμα. Για να ξέρουμε ότι αυτοί δεν έχουν παραδοθεί, είναι πάντα εκεί και διεκδικούν το δικαίωμα στον πόλεμο, το οποίο τους το παρέχουμε σιωπηλά, με σκυμμένο το κεφάλι, εδώ και χρόνια. Και πια, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ τους το παρέχουν. Έχουν γίνει πια σάρκα από τη σάρκα τους, σε κάθε διαδήλωση στο κέντρο της Αθήνας το ξέρουν οι συνδικαλιστές ότι θα κατέβουν οι μαυροφόροι καταστροφείς, οι αποκαλούμενοι τρυφερά “μπαχαλάκηδες” αλλά δεν κάνουν καμία αλλαγή στο πρόγραμμά τους, δεν σκέφτονται να σταματήσουν τις διαδηλώσεις, να κάνουν κάτι άλλο, να τις προφυλάξουν κάπως. Έχουν αποδεχτεί αυτή την κατάσταση, και μετά τόσον καιρό δεν μπορούμε να μιλάμε για απλή αποδοχή, με το συμπάθειο. Όταν ξέρεις ότι αυτό στο οποίο καλείς τους πολίτες της Αθήνας να συμμετέχουν, είναι απειλή για την πόλη, κάτι κάνεις. Αν δεν κάνεις τίποτε, αν όλη σου η ισχύ δεν μπορεί να το αντιμετωπίσει, τότε σημαίνει ότι το χρησιμοποιείς. Τι κερδίζεις; Δεν ξέρω, δεν μπορώ να υπολογίσω ακριβώς. Ίσως το φόβο που πια διαχέεται σε κάθε πολίτη που δεν σε ακολουθεί. Ένα είδος όπλου, που πιστεύεις ότι αποφέρει επιπλέον ισχύ. Έχεις το δικό σου κράτος, το δικό σου κέντρο εξουσίας. Κι όποιος αντέξει.

Απέναντι στη μανία αυτή καταστροφής που δεν στόμωσε αρκετά φαίνεται επειδή ο Σύριζα έγινε εξουσία, πάρα πολλοί κάτοικοι αυτής της πόλης είναι συναισθηματικά προφυλαγμένοι από την ιδεολογική κατασκευή που λέει ότι τα κτίρια δεν έχουν αξία, οι άνθρωποι έχουν. Δεν τους νοιάζει. Καταφέρνουν να μην στεναχωριούνται για την υποβάθμιση της ζωής στην πόλη, σα να ζουν κάπου αλλού, σα να μην είναι αυτοί “οι άνθρωποι”. Άραγε θα ταυτίσουν ποτέ την ύπαρξή τους με το αντικείμενο των “αγώνων” που καταστρέφουν τις ζωές τους; Εδώ θα είμαι- δυστυχώς δεν βλέπω να μεταναστεύω- και θα παρακολουθώ.

http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B7/%CF%84%CE%BF-%CF%80%CE%B9%CE%AC%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF-%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF

Στέκια της Ομόνοιας

Καμιά φορά τις Κυριακές ξεκινώ για βόλτα στο κέντρο της πόλης και περνώ από τη Σωκράτους και Πειραιώς, Ευριπίδου, Μενάνδρου και τα πέριξ.
Στους πεζόδρομους εκεί βλέπεις τα πλήθη των γυναικών από τις βόρειες, πρώην ανατολικές χώρες, που δουλεύουν στην Αθήνα σε σπίτια, να συναντιούνται τη μέρα του ρεπό τους για άγνωστες ψυχαγωγίες.
Τι κάνουν και περνούν καλά εκτός από το να βλέπονται, δεν ξέρω, αν κι αυτό από μόνο του ίσως αρκεί.
Κάποτε είχε η Ομόνοια δέντρα και παγκάκια και κάθονταν να κουβεντιάσουν. Τα ξήλωσαν από καιρό, κάτι ενοχλούσε την πολεοδομία εκεί πέρα, ίσως το μεταναστευτικόν του πράγματος.
Τώρα με την έκθεση φυτών απέκτησε ξανά ζωή η πλατεία. Και το στέκι παραμένει.
Εκεί γίνονται οι γνωριμίες με τους ακόμα ανατολικότερους άντρες που έρχονται για τις εκτός σπιτιών βαριές δουλειές, εκεί δημιουργούνται τα ζευγάρια που παρακολουθώ συχνά στα διαμερίσματα της Κυψέλης να διάγουν τη δύσκολη καθημερινότητά τους σε μικροαστικό ελληνικό περιβάλλον.
Εχω γνωρίσει καμιά δεκαριά τέτοια μικτά ζευγάρια τα τελευταία χρόνια στη γειτονιά μου.
Την πρώτη φορά είχα εντυπωσιαστεί πολύ, έβαζα και στοίχημα ότι ο γάμος δεν θα κρατούσε.
Αντρας μουσουλμάνος, από χώρα με πολύ ανδροκρατικές συνήθειες, με τις γυναίκες αποκλεισμένες και πεπλοφορεμένες, θα έκανε χωριό με τη χειραφετημένη, φιλάρεσκη, εργαζόμενη και μοντέρνα βόρεια ξανθιά;
Φαινόταν απίθανο, κι όμως. Το ζευγάρι μακροημέρευσε, έκανε παιδιά, άνοιξε ένα μαγαζάκι και πουλούσε μια μεγάλη γκάμα έθνικ προϊόντων, από τη Βαλτική ώς τον Ινδικό Ωκεανό.
Τα παιδιά βγήκαν πιο σκούρα από τη μαμά και πιο ανοιχτόχρωμα από τον μπαμπά, πολύγλωσσα, πανέξυπνα.
Πώς τα κατάφερναν οι δυο τους με τα εκατέρωθεν σόγια, αναρωτιέμαι συχνά, εδώ εμείς δεν ταιριάζουμε Μικρασιάτισσες με Πελοποννήσιους, και με πλημμυρίζει περηφάνια για τη γειτονιά μου που κρύβει τέτοια success stories στα στενά της, και δεν της φαίνεται.
Πόσο ενδιαφέροντα πράγματα θα μπορούσαν να μας πουν αυτοί οι άνθρωποι αν θέλαμε να τους ακούσουμε, αν βλέπαμε, αν ρωτούσαμε.
Πόσες ιστορίες θα μπορέσουμε να ακούσουμε κάποια στιγμή, φτάνει να τους κρατήσουμε βέβαια τους ανθρώπους, τα πολύτιμα αυτά παιδάκια, τα Κυψελιωτάκια, που δεν έχουν ακόμα ελληνική ιθαγένεια, κι όταν τα καμαρώνω σκέφτομαι ταυτόχρονα τον εφιάλτη, την ελληνική Πολιτεία να ξύνει τα νύχια της για να τα ταλαιπωρήσει.
Οι άνθρωποι ξεπερνούν τα κλισέ που φτιάχνουμε γι’ αυτούς εμείς οι γραφιάδες με τόσο κόπο.
Πάντα είναι απρόβλεπτοι, πιο παράξενοι από κάθε σενάριο. Δεν χωράνε στις εικόνες που συνέχεια αναπαράγουμε για την Ομόνοια, την Κυψέλη, την υποβαθμισμένη Αθήνα.
Οποτε τους βλέπω με πιάνει αισιοδοξία, λέω πως η ανθρωπότητα θα τα καταφέρει.

http://www.efsyn.gr/arthro/stekia-tis-omonoias

Παρασκευή, 6 Νοεμβρίου 2015

Η κυρά της Πρόσυμνας

Το σπουδαίο μουσείο της Αθήνας είναι το Αρχαιολογικό της Πατησίων, έχω να πω μετά από πολλές επισκέψεις στο διάσημο Μουσείο της Ακρόπολης. Κανονικά δεν θα έπρεπε να κάνουμε συγκρίσεις εμείς οι Αθηναίοι, αφού έχουμε αρκετό χρόνο στη διάθεση μας να τα επισκεπτόμαστε και τα δύο. Δεν είμαστε σαν τους τουρίστες που διαθέτουν μισή μέρα για να δουν την πόλη, (και το καλύτερο που έχουν να κάνουν βέβαια είναι να μην τη δουν καθόλου) οπότε πρέπει να διαλέξουν. Μπορούμε να πηγαίνουμε και στα δυο κατά βούληση, αλλά με κάποιο τρόπο οι συγκρίσεις γίνονται από μόνες τους, αθέλητα. Είμαστε ίσως είδος που έχει εθιστεί σ' αυτό το πράγμα, τις συγκρίσεις. Γεννημένοι κριτές, πιθανόν.
Τέλος πάντων, την Κυριακή που η είσοδος στα Μουσεία ήταν δωρεάν, πήγα στο πλησιέστερο σε μένα, δηλαδή στο Εθνικό Αρχαιολογικό, αλλά έφτασα κάπως αργά. Έκλεινε στις 4. Πολύ καλή επίδοση αφού πριν λίγο καιρό έκλεινε στις 3, αλλά οι ξένοι επισκέπτες πρέπει να ξέρετε ότι έχουν συνηθίσει σε μουσεία που κλείνουν στις 6. Μπορεί κι αυτοί να ανήκουν στο είδος που κάνει συγκρίσεις, δεν ξέρω. Μπορεί και όχι. Μπορεί να σκέφτονται όταν είναι στην Αθήνα ότι αφού η μοίρα τους αξίωσε να πατήσουν το πόδι τους στην τόσο σπουδαία αυτή πόλη οφείλουν να δέχονται τα πάντα θετικά και να βάλουν τις αρχές τους σε νέες βάσεις. Κλείνουν στις 3 τα μεγάλα Μουσεία στην Αθήνα; Ε, αυτό θα είναι το σωστό, κι ας το ξανασκεφτούν. Δεν μπορεί να σκέφτονται μόνο τη βολή τους, υπάρχουν εργαζόμενοι, ψητό της κατσαρόλας που τους περιμένεις σπίτι, στην ιερή ελληνική οικογένεια. Θα έπρεπε να έχουν τύψεις ούτως ή άλλως που τους κουράζουν με τις επισκέψεις τους. Όλ' αυτά δεν ξέρω πώς θα οργανωθούν για να πείσουν, αλλά πρέπει να γίνει αυτή εκστρατεία. Δεν θα είναι πολύ δύσκολο, εδώ πείσαμε τόσο κόσμο στην Ευρώπη ότι περνάμε ανθρωπιστική κρίση, οπότε το έχουμε πάρει το κολάι.
Βιαστικά λοιπόν έσπευσα να δω την “Κυρά της Πρόσυμνας”, το μυκηναϊκό αγαλματίδιο που εκθέτει αυτή την εβδομάδα το Μουσείο στη σειρά “το αθέατο μουσείο”. Εξαιρετική πρωτοβουλία, και να την παρακολουθείτε, κάθε βδομάδα δείχνει ένα κομμάτι από τους θησαυρούς της αποθήκης, θυμίζοντας ότι τα αρχαία αντικείμενα είναι πολύ περισσότερα απ' όσα χωράνε σε όλα τα μουσεία μαζί. Γύρω μου κλείνανε τις αίθουσες μια- μία, ίσα που πρόλαβα να διαβάσω την παράγραφο κι έπρεπε να κάνω μεταβολή να φύγω. Μάλιστα ένας φύλακας έκανε μια κίνηση με τα χέρια σα να σαλαγούσε κοπάδι, πράγμα που μου φάνηκε πολύ γραφικό και ενδιαφέρον, κυρίως για τους ξένους επισκέπτες οι οποίοι μονίμως αναζητούν στοιχεία της παράδοσης στην καθημερινότητα μας.
Αν βάλω στο πρόγραμμα να πηγαίνω στο Μουσείο μια φορά την εβδομάδα, ίσως καταφέρω φέτος να το δω ολόκληρο προσεχτικά. Είναι τόσο πλούσιο και δεν το βλέπουμε ποτέ, όλο πάμε στο διάσημο της Ακρόπολης, το άδειο, να ξύσουμε τον καημό των Ελγινείων ξανά και ξανά.
Μεγάλες φθινοπωρινές αποφάσεις.

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

Δεν χωράμε;

Έχουν καράβια μεγάλα και γερά τα κράτη των χωρών όπου οι πρόσφυγες διακινούνται με χίλια βάσανα και μεγάλους κινδύνους. Θα μπορούσαν, αν τα κράτη αποφάσιζαν, οι κυβερνήσεις δηλαδή, ποιος άλλος; θα μπορούσαν να παραλαμβάνουν τους πρόσφυγες με ασφάλεια και να τους φιλοξενούν σε ωραιότατες καμπίνες, να τους μεταφέρουν εκεί που πρέπει να καταμετρηθούν και να δηλώσουν ταυτότητα.
Και πού θα ήταν αυτό; Ας πούμε, η Ελλάδα αποφασίστηκε να φιλοξενήσει 50.000 κι αμέσως ξεσηκώθηκαν οι συνήθεις φοβοκράτες, έκαναν κριτική στην κυβέρνηση για την υποχωρητικότητα της, ακούς εκεί 50 χιλιάδες, πού θα τους βάλουμε, εδώ δεν χωράμε μεις.
Δεν χωράμε. Υπάρχουν χωριά ολόκληρα παρατημένα στα νησιά και στα βουνά, όμως δεν χωράμε. Η μισή Αθήνα είναι ακατοίκητη, όμως δεν χωράμε. Τα άδεια διαμερίσματα απειλούν την ύπαρξη των πολυκατοικιών, όμως δεν χωράμε. Το ασφαλιστικό παραπαίει και λόγω δημογραφικού, όμως δεν χωράμε. Θέλουμε κόσμο, ναι, αλλά όχι όποιους όποιους. Όχι να κάνουμε χαλιφάτο την Ευρώπη! Να είναι δικοί μας, αίμα μας, αυτοί που θα πληρώσουν το ΙΚΑ για τις συντάξεις των παιδιών μας.
Δημογραφικό πρόβλημα έχει ολόκληρη η Ευρώπη. Όμως λίγο -πολύ οι πολίτες της φοβούνται. Ποιοι είν' αυτοί που φτάνουν έτσι καραβιές; Πού θα μπουν; Δεν χωράνε! Είναι μουσουλμάνοι! Φοράνε μαντίλες! Απαπα! Θα κάνουν κλειτοριδεκτομή στα κορίτσια! Θα βάζουν βόμβες στους ουρανοξύστες! Θα τρώνε αρνιά κι όχι βοδινά! Θα, θα, ξέρω γω τι άλλο;
Μόνο η Μέρκελ λοιπόν, η παντοδύναμη υποτίθεται Μέρκελ, τόλμησε να πει ότι θα δεχτεί η Ευρώπη πρόσφυγες. Κι έπεσαν να τη φάνε δικοί της και ξένοι, αντίπαλοι και σύμμαχοι. Κι έτσι λίγο καιρό μετά αναγκάστηκε να κάνει στροφή, ε, χμ, συγγνώμη, υπερβάλαμε κάπως, δεν είπαμε να τους δεχτούμε όλους δα, αμπέλι ξέφραγο είμαστε;
Δεν είχε δε προλάβει να τελειώσει τη φράση της κι άρχισαν στην Ουγγαρία να χτίζουν φράχτες, τείχη, κάστρα, τάφρους κλπ. Χάος επικράτησε μέχρι να τα μαζέψει τα λόγια τα φιλόξενα. Ανέβηκαν οι μετοχές των οικοδομικών εταιριών, ανέβηκαν τα ποσοστά των ακροδεξιών κομμάτων, έβρασε η Ευρώπη ολόκληρη, κι ακόμα βράζει.
Κατόπιν αυτού προσέχουν όλοι τα λόγια τους, ποιος θα τολμήσει να βγει να πει ότι η Ευρώπη μπορεί να δεχτεί ανθρώπους; Ότι μάλιστα τους χρειάζεται, έτσι που είναι νέοι κι αποφασισμένοι να δουλέψουν; Ότι μπορεί να βρεθούν τρόποι να τους δεχτεί, έχει να τους κάνει προτάσεις, ας ανοίξει μαζί τους μια κουβέντα. Κι ας στείλει καράβια να τους πάρουν, να γίνει η συζήτηση στο κατάστρωμα; Ποιος πολιτικός που θέλει να υπάρξει στο στερέωμα της πολιτικής θα κάνει τέτοια αυτοκτονία ενώπιον κοινού;
Κι ενώ όλοι χτίζουν τείχη και σκάβουν χαντάκια, οι πρόσφυγες συνεχίζουν να θαλασσοπνίγονται. Κι αρχίζει η συζήτηση για τους διακινητές. Αυτοί φταίνε για όλα, σκοτώνουν τους ανθρώπους, οι ασυνείδητοι! Τους βάζουν σε καρυδότσουφλα, ενώ θα μπορούσαν να διαθέτουν κρουαζερόπλοια και να καταπλέουν ελεύθερα σε κάθε λιμάνι του Αιγαίου! Τι κακία, τι αθλιότητα! Τι συμφέροντα εξυπηρετούν; Ποιος τους αφήνει να δρουν ανενόχλητοι;
Να συνεργαστεί η Ελλάδα και η Τουρκία να εξοντώσουν τα κυκλώματα των διακινητών! Να ένας ευγενής στόχος. Ύστερα οι πρόσφυγες θα έρχονται μόνοι τους, κολυμπώντας. Οπότε θα πνίγονται όλοι. Πρακτικό.
Να σας πω εγώ ποια συμφέροντα εξυπηρετούν οι διακινητές: δεν είναι το λάδωμα όσων λαδώνουν που συντηρεί τα κυκλώματα τους. Είναι ο φόβος σας αγαπητοί συμπολίτες. Είναι η πολιτική ατολμία. Είναι που η Μέρκελ την πάτησε μόλις ψέλλισε κάτι ανθρωπιστικό, και τώρα ουδείς δεν θα κάνει το λάθος να την ακολουθήσει.
Δεν υπάρχουν σκοτεινά κυκλώματα. Είναι όλα πολύ φωτεινά, είναι οι κουβέντες που λέμε μεταξύ μας στο τρόλεϊ, στο facebook, στα μαγαζιά. Πού θα πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Θα μας πνίξουν! Για να μη μας πνίξουν λοιπόν, πνίγονται οι ίδιοι, προληπτικά.
Πόσοι πρέπει να πνιγούν για να γυρίσει αυτό το βαρύ και δυσκίνητο μαστόδοντο που λέγαμε κάποτε “κοινή γνώμη”;
Πιστεύω ότι μπορεί να γυρίσει. Έχει συμβεί στο παρελθόν, έχει γίνει η στροφή. Την ελληνική επανάσταση ας πούμε, δεν ήταν απόφαση της Ιεράς συμμαχίας να μη τη στηρίξει; Όταν όμως έγινε η σφαγή της Χίου, έγραψε ποιήματα ο Ουγκώ, ζωγράφισε σκηνές ο Ντελακρουά, ήρθε εδώ ο Μπάιρον, συγκινήθηκε η κοινή γνώμη της Ευρώπης, κι έτσι άλλαξαν τα πράγματα. Τώρα, πόσα παιδιά νεκρά πρέπει να δει η κοινή γνώμη της Ευρώπης για να πει ότι ίσως χρειάζεται άλλη στάση; Θα δούμε. Πρέπει να ελπίζουμε. Ν' αρχίσει αυτή να στρέφεται αργά, να το πιάσουν οι καλλιτέχνες, να βρεθούν και οι πολιτικοί που θα ξέρουν να μιλήσουν στην καλύτερη πλευρά των ανθρώπων. Γιατί ως τώρα μόνο τη φοβική έχουν απέναντι και την κουρδίζουν μέρα -νύχτα.
Υπάρχουν κι αυτοί που θεωρούν την Ευρώπη υπεύθυνη για τον πόλεμο στη Συρία, οπότε προσπαθούν να καλλιεργούν ενοχές. Η Ευρώπη φταίει που είχε ενισχύσει δεν ξέρω γω ποιον, που πουλάει όπλα κλπ κλπ. Είναι η γνωστή σχολή που αποδίδει την ελληνική χούντα στους Αμερικάνους, τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο στους Γερμανούς κλπ, αλλά πολύ φοβάμαι ότι δεν πιάνει η μέθοδος. Πέρα από την ουσία, ότι δηλαδή δεν μπορεί οι ηγέτες μιας χώρας να μην έχουν ευθύνη για τις περιπέτειες της, νομίζω ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορεί να έχουν αποτέλεσμα.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Το δράμα της αγραβατοσύνης

Τα στιγμιότυπα από την επίσκεψη του Ολάντ στην Αθήνα μόνο έναν τίτλο μπορεί να έχουν: Το δράμα της αγραβατοσύνης. Όσο κι αν επιστρατεύτηκαν Φιλαρμονικές, ταπισερί, κόκκινα χαλιά στους βρωμερούς μας δρόμους, στρατός και στόλος παρών, Καραγκούνες και φουστανέλλες καλοσιδερωμένες, το δράμα δεν καλύφθηκε, μάλιστα με όλ' αυτά αναδείχθηκε περισσότερο.
Ομολογώ ότι λυπήθηκα τους υπουργούς του ΣΥΡΙΖΑ. Κανείς κομματικός δεν τολμά να φορέσει γραβάτα, αφού δεν το κάνει ο αρχηγός. Τι ψυχαναγκασμό περνάνε οι δύστυχοι! Και να τα πανάκριβα κοστούμια, τα απίστευτα πουκάμισα, όλα να χάσκουν στο λαιμό αμήχανα, δυστυχισμένα, σα να ζητούν συγγνώμη από το φιλοθεάμον κοινό, χωρίς μια πρόταση ενδυματολογική στη θέση της γραβάτας. Ένα φουλάρι, κάτι. Άντρες είκοσι χρόνια μεγαλύτεροι του Τσίπρα να μην μπορούν να φορέσουν τα ωραία τους ρούχα, υπουργοί, γραμματείς και φαρισαίοι να ζουν μ' αυτή την απαγόρευση. Και νά' χεις τον Καμμένο να μοστράρει τη δική του, κόκκινη της φωτιάς, με ανταύγειες, τον πιο ελεύθερο άνθρωπο της κυβέρνησης αυτής, το μόνο που μπορεί να απολαύσει την εξουσία σε τέτοιο βάθος. Και τανκς ο Καμένος, και κανόνια ο Καμένος, και μακαρόνια ο Καμένος, και γραβάτες ο Καμένος. Όλα αυτός. Ε, ρε κατακαημένη Αράχωβα.
Πρώτη φορά συνειδητοποίησα δε, κοιτάζοντας αυτές τις φωτογραφίες πόσο σημαντικό πράγμα είναι η γραβάτα στην αντρική εμφάνιση. Το μόνο χρωματιστό αντικείμενο που έχει απομείνει από μακρά παράδοση εντυπωσιακών εμφανίσεων. Από τα καταπληκτικά ρούχα των αρχόντων του Μεσαίωνα, τα κεντήματα και τα μεταξωτά στο τόσο σημαντικό και ευαίσθητο αυτό σημείο του σώματος, το λαιμό, τίποτε άλλο δεν διεσώθη. Ένα κομμάτι ύφασμα που μπορεί να έχει χρώμα, που μπορεί να γυαλίζει, να παίζει, να φουσκώνει, να δίνει μια νότα του έξω κόσμου, να είναι μετάξι, να έχει λαχούρια, να γιορτάζει, ή να πενθεί, όπως η μαύρη που φόρεσε ο Ολάντ για το εθνικό πένθος της Γαλλίας λόγω του πολύνεκρου τροχαίου. Είναι πράγματι σημαία του αστικού τρόπου ζωής, οι αστοί καταργώντας τις τάξεις επέτρεψαν μόνο τις περιστάσεις. Δεν είσαι πια αυτό που φοράς, μπορείς να αλλάζεις ταυτότητες κατά βούληση, και ικανότητα βεβαίως.
Απ' όλ' αυτά η αγραβατοσύνη Τσίπρα κράτησε μόνο τη δυσκολία του κόμπου, γιατί αυτή είναι που κάνει τους νεαρούς να αρνούνται να τη φοράνε. Πρέπει να κάτσουν να μάθουν αυτή την απλή τέχνη που σου επιτρέπει μετά πρόσβαση σε όλες τις δυνατότητες της γραβάτας. Κι αφού τη λανσάρισε την αγραβατοσύνη, πρέπει και να την υπερασπίζεται εσαεί, τη μόνη του συνέπεια, κι όλοι από κοντά να ζουν μαζί του το ίδιο δράμα.
Θα μου πείτε, προτιμάς να φορέσει γραβάτα και να ξαναγίνει αντιμνημονιακός; Όχι βέβαια, κουνηθείτε απ' τη θέση σας! Ας κρατήσει την αγραβατοσύνη του κι ας εφαρμόσει σωστά, γρήγορα και με ακρίβεια το μνημόνιο! Κι άμα θέλει ας φοράει και πυτζάμες, ελεύθερα!

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Πού πας κυρά μου;

Οδηγώ στην εθνική και στα πρώτα διόδια αναζητώ τα γραφεία της εταιρίας που εισπράττει διόδια. Βγαίνω δεξιά, βλέπω κάτι σαν προκάτ σπιτάκι με το σήμα της επάνω, αλλά φραγμένο. Προχωράω λίγο και χωρίς να το καταλάβω κλείνω μια στενή δίοδο για το πίσω προκάτ σπιτάκι, που νόμιζα ότι είναι συνέχεια. Αμ δε. Κάνω να βγω από τ' αυτοκίνητο, ακούω ένα επίμονο κορνάρισμα, πάει η ψυχή μου στην Κούλουρη, κοιτάζω δίπλα, ένα περιπολικό.
-Πού πας κυρά μου και κλείνεις το δρόμο!
-Συγγνώμη δεν κατάλαβα...
-Δεν βλέπεις ότι είναι η πόρτα της Αστυνομίας εδώ; (έξαλλος)
-Δεν το είδα, έψαχνα την πόρτα της εταιρίας...
-Άει φύγε γρήγορα απο κει πέρα!
-Να πάω πίσω, εκεί είναι η εταιρία; ρώταγα κιόλας, η θρασύς για να δείξω ότι τους μεταχειρίζομαι σαν κανονικούς αστυνομικούς που οφείλουν να δώσουν πληροφορίες, κι όχι σαν μπάτσους, που τους φοβάμαι και απλώς τους αποφεύγω, κι όταν συγκρατούνται από το να με κλωτσήσουν απλώς εξαφανίζομαι.
-Άει μπες μέσα και φύγε!
-Και πού είναι η πόρτα παρακαλώ για την εταιρία;
-Φύγε από κει και θα σου δείξω, λέει ο σωματώδης τύπος στο τιμόνι καθώς συγκρατείται με κόπο να μη με βρίσει.
Φεύγω. Πάω προς τα πίσω. Αλλά δεν μπορεί να με αφήσουν έτσι, πριν στρίψουν βγάζει το κεφάλι ο συνοδηγός και γαυγίζει όσο πιο εξευτελιστικά μπορούσε, διότι πλέον απηύδισε με την απάθειά μου -η καρδούλα μου το ξέρει- όχι βέβαια την πληροφορία που του ζήτησα, αλλά την απορία του:
-Καλά ρε, πρώτη φορά οδηγάς;
Ακούγεται το αγανακτησμένο γέλιο τους και φεύγουν. Δεν χρειάζεται απάντηση, έχω φύγει κι εγώ, ήταν απλώς ένα επιβαλόμενο ξέσπασμα, για να μην ξεχνάμε και πού βρισκόμαστε. Να μπουν τα πράγματα στη θέση τους. Να νιώσω τον εξευτελισμό από την εξουσία σαν ένα κομμάτι λάσπη που μου εκτοξεύουν στα μούτρα και πρέπει να σταθώ να βγάλω από πάνω μου.
Θυμάμαι ξαφνικά, καθώς μάταια κάνω όπισθεν και ψάχνω την άλλη πόρτα, που δεν υπάρχει, είτε είναι τόσο κλειστή ώστε να μην ξεχωρίζει, θυμάμαι ένα περιστατικό σε ένα κινέζικο εστιατόριο στο Λουξεμβούργο, όπου ήμουν πριν μια εβδομάδα ακριβώς. Στη γωνία της αίθουσας που τρώγαμε ήταν ένα τύπος, ένα μεσήλικας μόνος του, ο οποίος αφού έφαγε αρνιόταν να πληρώσει. Έγιναν διάφορες κουβέντες στα πνιχτά μεταξύ των Κινέζων, οι οποίοι κάποια στιγμή κάλεσαν την Αστυνομία. Έφτασαν δυο νεαροί, ένας άντρας και μια γυναίκα, μίλησαν γαλλικά με τους κινέζους κι ύστερα προχώρησαν στον τύπο, ο οποίος δεν είχε σηκωθεί από το τραπέζι, του είπαν καλημέρα, του συστήθηκαν με ονοματεπώνυμο ο καθένας, τον χαιρέτησαν δια χειραψίας όρθιοι, κι ύστερα κάθησαν μαζί του και συζήτησαν στη γλώσσα της περιοχής.
Τι τα θέλουμε τα ταξίδια στην Ευρώπη τρομάρα μας; Παίρνουν τα μυαλά μας αέρα κι ύστερα κάνουμε απερισκεψίες.

Κερδισμένη ώρα, χαμένα χρόνια

Ήταν η Κυριακή μεγαλύτερη χθες με την αλλαγή της ώρας και θα έπρεπε να νιώθω πιο ξεκούραστη και προνομιούχα. Γιατί δεν μου συνέβη; Έφταιγε η βροχή που ξεσπούσε κάθε τόσο απότομα και ματαίωνε τα σχέδια για βόλτα, έφταιγε η συννεφιά που κάνει τον ουρανό να χαμηλώνει και χρωματικά να αναμειγνύεται με τα βρώμικα τσιμέντα της Αθήνας; Δεν μου φάνηκε η ώρα που μας χάρισαν, δεν την ευχαριστήθηκα, έφυγε κι αυτή βιαστικά σαν όλες τις συνηθισμένες. Από πού την πήραν, άρχισα να αναρωτιέμαι, και μου τη σερβίρουν τώρα μέσα σ΄ αυτό τον παλιόκαιρο; Και ψάχνοντας να βρω κλεμμένες ώρες βρέθηκα να μετράω κλεμμένα χρόνια στη ζωή, που πάντα κάνεις λάθος τους υπολογισμούς και πάντα αλλιώτικος σου βγαίνει ο λογαριασμός. Φταίει το ότι ο χρόνος του μέλλοντος πάντα επενδύεται με ελπίδες, φαντάζεσαι το μέλλον απελευθερωμένο, χειραφετημένο, λες και ο χρόνος από μόνος του θα τα αλλάξει όλα. Η έννοια του χρόνου εμπνέει όρους που μας μπερδεύουν, ας πούμε τη λέξη «καθυστέρηση». Ήμασταν παιδιά και μαθαίναμε πως η Ελλάδα ήταν σε όλα λίγο καθυστερημένη λόγω προηγούμενων καθυστερήσεων, είχαμε πιστέψει όμως πως κάπως θα έτρεχε στο μεταξύ να προλάβει τους άλλους και όταν θα μεγαλώναμε θα βρίσκαμε τα πράγματα κανονικά και όπως πρέπει.

Μεγαλώσαμε και οι παλιές καθυστερήσεις έγιναν ιδιαιτερότητες, δεν βιάζονται καθόλου να προλάβουν, κοιτάζουν πίσω ευχαριστημένες, νωχελικά απολαμβάνουν τη λιακάδα και σαν γατούλες γλείφουν το γυαλιστερό τους τρίχωμα. Νωχελικά κι εσείς χαζέψτε στη λιακάδα μας λένε, έτοιμες να βγάλουν νύχια αν εμφανιστεί απειλή ταχύτητας και αλλαγής. Μόνο η συννεφιά τούς το χαλάει. Μια ώρα περίσσευμα ξαφνικά την Κυριακή τη συννεφιασμένη, όπου το ρίχνεις στην περισυλλογή και μετράς κερδισμένες ώρες και χαμένα χρόνια.
Από τα ΝΕΑ, το 2009
http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4542906/?iid=2

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Ποιο είναι το αυτονόητο;

Δεν παρακολούθησα το debate της περασμένης Τετάρτης. Περνώντας δίπλα από την οθόνη, άκουσα μόνο μια ερώτηση, ύστερα ακόμα μια, ξαναπερνώντας για να πάω να χωθώ στο κρεβάτι μου και να κουκουλωθώ ώς το κεφάλι. Η μία ήταν για τις γερμανικές αποζημιώσεις, η άλλη δεν ήταν για τίποτε, αναφερόταν ξεκάθαρα σε ένα συναίσθημα: «Είπατε πως πρέπει να είναι φίλοι μας οι Γερμανοί;» Απευθυνόταν στον Σταύρο Θεοδωράκη, ο οποίος απάντησε ότι και οι Γερμανοί και οι Σουηδοί και όλοι οι λαοί θέλουμε να είναι φίλοι μας.
Με πείραξε, με προσέβαλε το αυτονόητο που κρυβόταν πίσω από τις ερωτήσεις. Ο υπαινιγμός ότι όλοι οι Ελληνες οφείλουμε, αλλιώς είμαστε ύποπτοι εθνικά, να μην αισθανόμαστε φίλους τους Γερμανούς και να υπερασπιζόμαστε το αίτημα για τις γερμανικές αποζημιώσεις. Οσοι δηλαδή θεωρούμε ιδιαίτερα φίλους τους Γερμανούς και δεν συμφωνούμε με τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων δεν είμαστε καλοί Ελληνες, μη σου πω και ύποπτοι.
Κι όσοι θεωρούμε αυτονόητο ότι η απόφαση των νικητών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου συμμάχων, στους οποίους ανήκε η Ελλάδα, να χαριστούν οι αποζημιώσεις, να μην ξαναγίνει το λάθος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου που είχε οδηγήσει στον Δεύτερο, είναι από τα πιο σημαντικά βήματα προόδου που έχει κάνει η ανθρωπότητα και είμαστε περήφανοι που ανήκουμε στην Ευρώπη αυτή, της δύσκολης απόφασης, της προσπάθειας ειρήνης, λήθης, συμφιλίωσης, όσοι δεν θέλουμε να ξεχωρίσει η Ελλάδα τον εαυτό της από τη στάση αυτή, όσοι θεωρούμε ότι αξιοπρέπεια είναι να συνεχίσουμε να ανήκουμε σε αυτή την ομάδα κρατών και λαών κι όχι να βγούμε αυτοβούλως στην άκρη απαιτώντας χρήματα τώρα πίσω πίσω, προβάλλοντας βίντεο σπαρακτικά της Κατοχής μέσα στο μετρό, ξύνοντας πληγές που πρέπει να επουλωθούν, που ανήκουν πια στον στοχασμό, στην τέχνη, δεν μπαίνουν στις πολιτικές αναμετρήσεις, δεν θέλουμε να μπαίνουν, εμείς δεν έχουμε φωνή, δεν έχουμε πολιτική έκφραση;
Δεν υπάρχει δημοσιογράφος να θεωρήσει αυτονόητα αυτά τα πράγματα, να βρει τον τρόπο να αντισταθεί στην κατρακύλα των εκβιαστικών ερωτήσεων, δεν υπάρχει πολιτικός να βρει το κουράγιο να ταρακουνήσει λιγουλάκι αυτή τη βεβαιότητα των επιθετικών παρελθοντολάγνων;
Εκλογές κάθε τρεις και λίγο φαίνεται ότι κάνουν τα ταμπού ακατανίκητα και ακόμα πιο ταμπού. Πού να βρεθεί καιρός για συζήτηση και αποχρώσεις; Μέσα στο ψυχαναγκαστικό κλίμα που δημιουργούν αυτά τα δήθεν debate, άντε τόλμα να πεις, να σκεφτείς περνώντας μπροστά από την οθόνη, ότι ναι, οι Γερμανοί είναι φίλοι μας.
Περισσότερο από άλλους, πώς να το κάνουμε; Από την εποχή της δημιουργίας του νέου ελληνικού κράτους, με εξαίρεση την Κατοχή, που έγιναν εχθροί των πάντων, έκαναν περισσότερα από πολλούς για την Ελλάδα. Θα μας υπαγορεύσουν και τη σκέψη και το βλέμμα τώρα οι κατασκευαστές κλισέ;
15-9-2015

Να φύγουμε, να πάμε αλλού!

Γιατί δεν πάνε οι πρόσφυγες στη Σαουδική Αραβία, αναρωτιούνται πολλοί. Δεν ξέρω για όλους τους πρόσφυγες, αλλά για δύο νεαρούς που γνώρισα πέρσι, λίγο πριν φύγουν για το παράνομο και πεζοπορικό ταξίδι τους ώς τη Γερμανία. Αυτή η δουλειά γινόταν φυσικά και πριν φτάσει στα πρωτοσέλιδα, συστηματικά, από τότε που έγινε αδιέξοδος ο πόλεμος στη Συρία.
Καθώς έχουν την ηλικία των παιδιών μου οι νεαροί αυτοί, τους έβλεπα να ετοιμάζουν τα σακίδια για την πορεία, τα παγούρια, τα σάντουιτς, δεν άντεξα, άρχισα τα μαμαδίστικα. ❝Πώς θα το κάνετε αυτό, παιδιά; Οι μαμάδες σας το ξέρουν;❞. Τέτοια. ❝Και πού είναι αυτές οι μαμάδες; Τις αφήσατε στη Συρία;❞.
❝Η δική μου είναι στη Σαουδική Αραβία❞ λέει ο ένας.
❝Και γιατί δεν πας κι εσύ εκεί, παιδί μου;❞ εγώ, ως άσχετη.
Με κοιτάζει πικρά, δείχνει τον εαυτό του, το πρόσωπό του, και λέει:
❝Να πάω εγώ στη Σαουδική Αραβία, για κοιτάξτε με! Εγώ, κυρία, είμαι φωτογράφος. Ξέρετε πώς είναι η ζωή στη Σαουδική Αραβία; Δεν μπορείς να κυκλοφορείς όπως θέλεις, να δουλεύεις, να φωτογραφίζεις. Οι γυναίκες ξέρετε πώς πρέπει να κυκλοφορούν; Κουκουλωμένες απ’ την κορφή ώς τα νύχια. Τι φωτογραφίες να βγάλω, τι να τις κάνουν τις φωτογραφίες μου; Στη φυλακή θα βρεθώ. Είμαι είκοσι δύο χρονών, θέλω να ζήσω. Δεν μπορώ να πάω εκεί, δεν θέλω τέτοια ζωή❞.
Αυτά μου είπε ο νεαρός, και κατάπια τη γλώσσα μου. Είχα μιλήσει λες κι η ζωή είναι ένα βάρος που το φέρεις όπως λάχει, χωρίς επιλογές, χωρίς επιθυμίες και φιλοδοξίες· γιατί; Επειδή γεννήθηκες στη Συρία; Λες κι οι μουσουλμάνοι απανταχού της γης είναι τζιχαντιστές που δεν έχουν άλλο στο μυαλό τους από το πώς να καταστρέψουν την ανθρωπότητα, ταγμένοι σε ομοιόμορφη ζωή.
Ομως οι άνθρωποι έχουν αυτό το κακό, θέλουν να ζήσουν, κι όχι στοιβαγμένοι σε κοντέινερ, αλλά σε πόλεις αληθινές, με ευκαιρίες και με πειρασμούς. Θέλουν να αναμετρηθούν μ’ αυτό που υπάρχει στον κόσμο, δεν μπορεί να επιλέξουν την κατάσταση του τυφλοπόντικα.
Κι όσο γι’ αυτό που λέγεται, ότι δεν έχουν πρόσφυγες οι χώρες της Ασίας, είναι ανακρίβεια φυσικά, οι περισσότεροι πρόσφυγες βρίσκονται στις γειτονικές με τη Συρία χώρες.
Για να συνεχίσω την ιστορία, οι νεαροί έφτασαν στη Γερμανία, έβαλαν και φωτογραφίες τους στο Facebook για να μην ανησυχώ, όπως μου είχαν υποσχεθεί, μπροστά σε διάφορες γοτθικές μητροπόλεις, κι όλο χαμογελούν.
Θα ζήσουν οι πρόσφυγες, θα περάσει αυτή η μπόρα, θα βρουν γρήγορα την αξιοπρέπειά τους, ίσως θα τους ξεχωρίζει μόνο το ότι θα μπορούν να εκτιμούν περισσότερο τον ειρηνικό τρόπο ζωής που εμείς περιφρονούμε.
8-9-2015

Οι drama queens δεν χάνονται

Κάποιος ονειρεύεται χαμένες γενιές, για να βγει μπροστά να τους δείξει τον δρόμο, έχει το θράσος να το λέει, ν’ απευθύνεται στους εικοσάρηδες μ’ αυτό το επίθετο. Ετσι και πετύχει κάνα παιδί σε υπαρξιακό πρόβλημα, του σερβίρει ταυτότητα, νομίζει.
Ούτε ο πρώτος είναι, ούτε ο τελευταίος που μαζεύει κλισέ της δεκάρας από τους άπειρους drama queens της πεντάρας που κυκλοφορούν στην πιάτσα. Πραμάτεια προεκλογική από τον πάτο του καλαθιού, για πελάτες εθισμένους στην κλάψα. Ας ανανεωθεί τουλάχιστον το ρεπερτόριο. Η χαμένη αυτή γενιά έχει στη διάθεσή της τις περισσότερες δυνατότητες για σπουδές από κάθε προηγούμενη.
Ποτέ δεν υπήρχαν τόσες σχολές, τόσες υποτροφίες, τόσοι κλάδοι, τόση κατανόηση για κάθε ταλέντο και για κάθε ελάττωμα, για κάθε κλίση και για κάθε ιδέα, όσο σήμερα.
Οι πανελλαδικές βέβαια συνεχίζουν να είναι εξουθενωτικό και παραμορφωτικό σύστημα εισαγωγής στα Πανεπιστήμια, αλλά για κάποιον που θέλει να σπουδάσει στ’ αλήθεια δεν είναι παρά ένα είδος τελετής ενηλικίωσης, που περνάει και τον αφήνει στο κατώφλι της ζωής του με όλη την πιθανή ελευθερία και τον πιθανό σεβασμό που μπορεί να ονειρευτεί άνθρωπος.
Οι σημερινοί εικοσάρηδες είναι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Εχουν ίντερνετ, όποτε θέλουν μπορούν να ψάξουν ό,τι βαστάει η καρδιά τους. Στην Αγγλία και στις άλλες περιζήτητες για σπουδές χώρες πληρώνουν τα λιγότερα δίδακτρα, ενώ οι εκτός Ε.Ε. πρέπει να είναι παιδιά πριγκίπων για να σπουδάσουν.
Κινούνται ελεύθερα στις πιο ελεύθερες χώρες του κόσμου, τις ευρωπαϊκές, τις γεμάτες υποτροφίες, επιδοτήσεις σπουδών, προσφορές πρακτικής, τις πιο επινοητικές, τις πιο σεβαστικές απέναντι στους νέους. Οι γονείς εδώ τα μορφώνουν επαρκώς για να μπορούν να σταθούν παντού, κι ας λέμε.
Τι το χαμένο έχει αυτή η γενιά; Μα δεν μπορεί, δεν πρέπει, δεν γίνεται, να ελπίζουν όλοι να διοριστούν κάπου στο Δημόσιο άμα τη λήψει του πτυχίου τους! Για φαντάσου, μεγάλη δυστυχία! Μπορεί να είναι πράγματι, αλλά όχι για τους ίδιους τους νέους.
Μάλλον για μας τους μεγαλύτερους, τους δυσκίνητους, που φοβόμαστε γιατί δεν ξέρουμε, που μένουμε εδώ και δεν μπορούμε να συγκρίνουμε, για μας είναι μεγάλη χασούρα, πράγματι, που δεν μπορούν να διοριστούν πολλοί νέοι στο Δημόσιο, διότι θα μείνουμε με τους γνωστούς παλιούς και κακομαθημένους.
Αλλά για τους ίδιους είναι μάλλον ελευθερία, κίνητρο να αναζητήσουν τις αληθινές τους κλίσεις και κλήσεις, να εκπαιδευτούν, να βυθομετρήσουν τον χαρακτήρα τους.
Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να προσφέρει το κράτος, αφού πλέον κορέστηκε ως εργοδότης, θα ήταν μεγαλύτερος σεβασμός στη νεανική ελευθερία σπουδών. Αυτό μπορεί να το κάνει, να ακολουθήσει πια τα ευρωπαϊκά παραδείγματα των ανοιχτών τμημάτων, να μην υποχρεώνει κάποιον που πέρασε σε μια σχολή στις πανελλαδικές να την ακολουθεί ώς το τέλος χωρίς τη δυνατότητα να αλλάξει τμήμα.
Αλλά κι αυτό να μην κάνει, γιατί πια τι να περιμένει κανείς απ’ αυτό το κράτος κι απ’ αυτό το υπουργείο, ο εικοσάρης μπορεί να βρει τον δρόμο του καλύτερα, πιο ξεκάθαρα, πιο απλά, από κάθε άλλο εικοσάρη που πέρασε απ’ αυτόν τον τόπο.
Χαμένες γενιές, μιζέρια, φτώχεια, αμηχανία, αμορφωσιά, ονειρεύονται οι ηγέτες που θέλουν να κυβερνούν απαίδευτους, μίζερους, φτωχούς, αμήχανους, χαμένους. Οι ζωές είναι μοναδικές, μην αναζητήσετε ελαφρυντικό για καμία χασούρα.
1η Σεπτεμβρίου 2015

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Στο πατάρι

Υιοθετούμε τους γονείς μας. Όταν διηγούνται τις περιπέτειες των παιδικών τους χρόνων σκάμε που δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε τότε που μας χρειάζονταν. Τους παίρνουμε από το χέρι, έτοιμοι να τους προστατεύσουμε από κάθε επίθεση, αδιαφορώντας για κάθε κριτική.
Ο πατέρας μου ήταν προσφυγάκι. Το είχα από πολύ μικρή υιοθετήσει. Μικρότερη απ' όσο ήταν ο ίδιος όταν ξεκίνησαν να φύγουν από τον τόπο τους, ήμουν εγώ όταν ένιωθα δυνατή κι έτοιμη να τον προστατέψω.
Δεν μελαγχολούσε όταν διηγόταν το ταξίδι από την πατρίδα του, τα Σπάρτα, μέχρι την Αττάλεια, απ' όπου τους παρέλαβαν πλοία για την Ελλάδα. Ήταν τότε ο άντρας της οικογένειας στο καραβάνι από γυναικόπαιδα, αφού ο μεγάλος αδερφός είχε ακολουθήσει τον μπαμπά τους στην εξορία. Θα πρέπει να καμάρωνε, μέσα στο φόβο και την έκπληξη για ό,τι ζούσε. Κάποια στιγμή μου τον περιέγραψαν οι μεγάλες αδερφές του να πιάνει μια βαριοπούλα, πριν φύγουν από το σπίτι, να γκρεμίζει αποφασιστικά έναν τοίχο όπου πίστευαν πως είχαν φυλαχτεί λίρες. Δεν θυμάμαι αν βρήκαν κάτι εκεί, δεν ζει κανείς πια για να ρωτήσω, αλλά σαν να τον βλέπω, μικρόν κι αποφασιστικό, να την πιάνει τη βαριοπούλα και αλύπητα να χτυπάει τον τοίχο του αγαπημένου -ωστόσο- σπιτιού.
Οκτώ μέρες περπατούσαν τη μέρα και τη νύχτα έστρωναν και κοιμούνταν. Όταν τα διηγόταν αυτά σε μας, πολλά- πολλά χρόνια αργότερα, είχε προπάντων αγωνία να είναι ακριβής, και γελούσε χαρούμενος όταν κατόρθωνε να θυμηθεί κάποια λεπτομέρεια.
Με έπνιγε η αδυναμία και ο θυμός, να μην είμαι τότε εκεί να τον βοηθήσω. Τι νόημα έχει να διαθέτεις σπίτι σταθερό και τόπο και πόλη, αν δεν είναι για να μπορείς να βοηθήσεις τον ασθενή και οδοιπόρο, που λεν κι οι χριστιανοί; Αυτό είναι το προνόμιο που σου δίνει. Έτσι σκεφτόμουν, με βαθιά σιγουριά.
Μια γυναίκα, στην Αθήνα πια, τον είχε προσβάλει φωνάζοντας στο γιο της, έξω στο δρόμο: “Φύγε από κει, μην παίζεις με τους πρόσφυγες”. Τι αξιολύπητη! Τη λυπόμουν, ένιωθα τη ντροπή του μικρού μου μπαμπά για λογαριασμό της. Μια μακρινή συγγενής τους είχε καλέσει κάποτε σε τραπέζι, αλλά είχε τσιγκουνευτεί το ρύζι στη σούπα, “ψάχναμε να ψαρέψουμε κανα σπυρί” διηγόταν γελώντας. Είχε χάσει την ευκαιρία να μείνει στη μνήμη του φτωχού αγοριού σερβίροντας πλούσια σούπα. Λες και την είχε κάθε μέρα.
Υπάρχει στην ιστορία και η Αλεξάνδρα, η ωραία και τολμηρή ξαδέρφη των παιδιών, παντρεμένη στην Αθήνα, που έμαθε για το καράβι από την Αττάλεια, πήρε ψωμιά, ανέβηκε στο κατάστρωμα και μοίραζε. Δεν άφηναν τους πρόσφυγες να βγουν στο λιμάνι, είχαν ήδη πολλοί φτάσει στην Αθήνα, μόνο αν κάποιος βεβαίωνε ότι προσφέρει στέγη μπορούσαν να κατέβουν. Η Αλεξάνδρα τους είδε ανάμεσα στο πλήθος, δήλωσε ότι εκείνη θα τους φιλοξενούσε. Έτσι τους άφησαν να μείνουν στην πρωτεύουσα, όπως ήθελαν διακαώς, κι εκεί τους βρήκε ο πατέρας αργότερα με τον μεγάλο αδερφό. Ο τόπος φιλοξενίας ήταν το πατάρι ενός μαγαζιού. Διότι, τι νόημα έχει να διαθέτει πατάρι το μαγαζί σου, αν δεν μπορείς όταν χρειάζεται, κάποια στιγμή στη ζωή σου, σε μια φριχτή και σπάνια ευκαιρία, να φιλοξενήσεις μια οικογένεια προσφύγων;

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Μνήμη μνημονίων

Αδεια η Αθήνα καθώς στη Βουλή υπογράφεται το τρίτο Μνημόνιο. Μερικοί τουρίστες κυκλοφορούν στο Σύνταγμα και ψήνονται καρτερικά.
Αν περάσουν από την Καθολική Μητρόπολη αποκλείεται να φανταστούν ότι οι δαγκωνιές στα μαρμάρινα σκαλιά της έχουν γίνει με σφυρί.
Ή στο Οφθαλμιατρείο το κατώφλι ότι φαγώθηκε κομμάτι κομμάτι με βαριοπούλα.
Θα πρέπει να είναι πολύ καλά πληροφορημένοι για να ξέρουν τι κατέστρεψε το τετράγωνο με τα νεοκλασικά στη Σταδίου γωνία με Κλαυθμώνος.
Εμείς όμως ας θυμηθούμε. Μνημόνιο σημαίνει μνήμη, κι εξάλλου βοηθά και η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Αννα Γαϊτάνη, που τη μέρα της ψηφοφορίας του τρίτου Μνημονίου εμφανίστηκε στη Βουλή με το γνωστό παραστατικότατο μπλουζάκι: μια μάγκισσα, μια γόησσα, μια νεαρή ξανθή με ύφος πολύ σκληρό κι ασήκωτο ανάβει το τσιγάρο της, μάλλον το τσιγαριλίκι της, με τη φλόγα που ήδη καίει στο φιτίλι μιας μολότοφ, αυτό δείχνει η στάμπα στο τισέρτ.
Κι από κάτω το Α της αναρχίας, για υπογραφή. Ομολογώ πως δεν κάθισα να ξενυχτήσω με την ψηφοφορία στη Βουλή, είδα μόνο τη φωτογραφία αυτής της μπλούζας κι η μνήμη ξύπνησε.
Θυμήθηκα τις άγριες μέρες του 2010, τότε που επί μήνες το κέντρο της Αθήνας καιγόταν, καταστρεφόταν, σκαλί σκαλί, βιτρίνα τη βιτρίνα, ΑΤΜ το ΑΤΜ.
Κάθε κινητοποίηση έπρεπε να είναι πιο μεγάλη από την προηγούμενη, μέχρι τη μέρα της μεγάλης πορείας που στοίχισε τους τρεις νεκρούς στη Marfin.
Μολότοφ είχαν ρίξει τότε μέσα στην τράπεζα. Οι δράστες δεν συνελήφθησαν ποτέ.
Τρεις ζωές για την ψήφιση του πρώτου Μνημονίου. Μέμνησο των Αθηναίων εκείνων που είχαν ξεκινήσει να πάνε στη δουλειά τους μια μέρα σαν τις άλλες.
Διαδήλωση είχε εξάλλου κάθε τρεις και λίγο στη Σταδίου τότε.
Δυο χρόνια μετά, τον Φεβρουάριο του ’12, για το δεύτερο Μνημόνιο αυτή τη φορά, κάηκε η Αθήνα ξανά.
Κτίρια, μαγαζιά, στοές, που κάποια ξανάγιναν, και το «Αττικόν», που δεν ξανάγινε, ίσως επειδή το ανέλαβε αυθημερόν το υπουργείο Πολιτισμού.
Πέντε χρόνια μετά, το τρίτο Μνημόνιο υπογράφεται ήσυχα κι απλά, χωρίς καταστροφές, χωρίς νεκρούς, χωρίς τραυματίες, χωρίς εμπρησμούς, χωρίς σπασίματα, εκτός από τα νεύρα μας δηλαδή, χωρίς διαδηλώσεις.
Μόνο ένα μπλουζάκι που τα νοσταλγεί όλ' αυτά, μέσα στη Βουλή.
Ε, λοιπόν, μπορεί να είμαστε φτωχότεροι απ' ό,τι το 2010, με το πρώτο Μνημόνιο, κι από το 2012 με το δεύτερο.
Αλλά τουλάχιστον οι μολότοφ εμφανίζονται μόνο στο μπλουζάκι της Αννας. Να θυμόμαστε, να ξέρουμε, να συζητήσουμε κάποτε το θέμα, ίσως. Οταν ηρεμήσουμε κι άλλο.
Αρα βρισκόμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Είναι μεγάλη πρόοδος, κι εύχομαι στον σχεδιαστή και στον παραγωγό να φορεθεί πολύ το μπλουζάκι τους.
Να το κάνουν και φούστα, και πανωφόρι, τσάντα, μαντιλάκι, παπούτσια, χαρτοπετσέτες. Να μείνει μόνο η ανάμνηση από εκείνες τις φριχτές μέρες του '10 και του '12.
Να τις συζητάμε, να τις αναλύουμε, να μας σωφρονίζουν, κι οι νοσταλγοί τους να τις ζούνε νοερά φορώντας τα μπλουζάκια τους.

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2015

Αντρες και λουλούδια

Απ' όλες τις φωτογραφίες πρόσεξα αυτήν με τους άντρες που κρατούν ο καθένας ένα μάτσο λουλούδια. Δεν είναι συνηθισμένη πόζα, συνήθως κορίτσια φωτογραφίζονται έτσι, ή οικογένειες, ή παιδιά. Χρονολογία δεν είχε, ούτε λεζάντα. Πού πήγαιναν, από πού έρχονταν οι νεαροί; Είχαν μαζέψει τα λουλούδια μόνοι τους, είχαν πάει βόλτα έτσι κοστουμαρισμένοι; Και για πού τα προόριζαν;
Γύρω δεκάδες φωτογραφίες κολλημένες στους τοίχους και στα τραπέζια του σχολείου προσπαθούσαν ν' αποτυπώσουν τη ζωή του χωριού σε μια εορταστική έξαρση αυτογνωσίας που επαναλαμβάνεται κάθε Αύγουστο τα τελευταία χρόνια. Η πρώτη έκθεση φωτογραφίας παρελθόντων ετών στη Δράκεια άνοιξε μετά το αντάμωμα των απανταχού Δρακειωτών. Αν και έμαθα πως είμαι Δρακειώτισα μετά τα είκοσι χρόνια μου, κάνω ό,τι μπορώ έκτοτε για να ιδιοποιηθώ κάποιο κομμάτι της κληρονομιάς του δράκου. Πού θα πάει, θα τα καταφέρω.
Στο γειτονικό Άγιο Λαυρέντη έχουν τον Μουσικό Αύγουστο, εδώ στη Δράκεια πιο γήινοι, πιο πρακτικοί, οργανώνουν τη γιορτή της ελιάς. Ελπίζω να μας πάει το λάδι σιγά- σιγά, όχι με καμιά απότομη γλίστρα, σε κάτι πιο χορευτικό, να ταιριάζουμε με τους κοντοχωριανούς μας. Στο μεταξύ ψάχνω τις σκιές λησμονημένων προγόνων στην έκθεση φωτογραφίας που στήθηκε στο σχολείο με συνεισφορά απ' όλα τα σεντούκια. Σιωπηλές εικόνες από τη ζωή στο χωριό, πόζες κυρίως στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο, στο καφενείο, μπροστά στην εκκλησία, γιορτές και πανηγύρια και περιστάσεις κρίσιμες όπως το μάζεμα των μπάζων μετά το σεισμό που τους κινητοποίησε όλους, και που χρονολογείται με ακρίβεια: 1955. Γάμοι, βαφτίσια, κι άλλα σημαντικά γεγονότα, χαμόγελα αλλά και αρκετή βλοσυρότητα, ξάφνιασμα ενίοτε, αμηχανία. Μπορεί κανείς να παρατηρήσει το πέρασμα του χρόνου με την ποιότητα των εικόνων, τα ρούχα, την πρόοδο στα σώματα. Πόσο λεπτοί ήταν οι νέοι των προηγούμενων γενεών, πώς σταδιακά παχαίνουν. Αυτοί οι τέσσερις σήμερα θα χρειάζονταν γυμναστήριο. Τα ρούχα πλέουν πάνω τους, κι ας ήταν πιθανότατα χειρώνακτες που αποκτούσαν μπράτσα ήθελαν δεν ήθελαν. Τότε αρκούσε το μουστακάκι για να υπογραμμίζει τον ανδρισμό. Μέχρι κι αγκαλιές αγριολούλουδα μπορούσες να κρατάς κατά τα άλλα.
Φωτογράφισα στα γρήγορα τη φωτογραφία, κι ύστερα παρατήρησα ότι ο ένας έχει και στο πέτο λουλουδάκι. Μπορεί απλώς να είναι γαμπρός, να πήγαινε στο γάμο του, κι οι άλλοι να ήθελαν να βοηθήσουν το στολισμό. Να τους τα έκοψαν οι μανάδες, ή οι αδερφές τους τα μπουκέτα, και να τους τα έβαλαν στα χέρια. Να μην υπήρξε βόλτα στην εξοχή, κι η σχέση αντρών και λουλουδιών να είναι δική μου προβολή και νοσταλγία ανύπαρκτων ρομαντισμών.

Πουλιά του Πηλίου

Ανέλπιστα βρήκα ένα βιβλιαράκι στον Βόλο κι αγόρασα, για τα πουλιά του Πηλίου. Τόσα χρόνια βλέπω στο Πήλιο όµορφα πουλιά, ψάχνω τα ονόµατά τους και δεν θέλω να πιστέψω ότι τα λένε, ας πούµε, Χοντροµύτη ή Νανοσκαλίθρα, Καλογεράκι ή Λευκοτσικνιά. Το άνοιξα ανυπόµονη να βρω ωραία ονόµατα, εντυπωσιακά σαν τα πουλιά που καµιά φορά ίσα που προλαβαίνω να αντικρύσω πάνω στα κλαριά των δέντρων. Η συγγραφέας Μπάρµπαρα Μάρτιν πρέπει να είναι Αγγλίδα, εκεί επιδίδονται πολύ στην παρατήρη- ση πουλιών. Τριάντα ένα είδη έχει καταγράψει, αλλά τα ονόµατα είναι παρεµφερή. Εκτός από τα ψαρόνια, τις κουκουβάγιες, τον πελαργό και τα άλλα γνωστά, τα σπανιότερα έχουν ονόµατα όπως Μελισσοφάγος Σταυλοχελίδονο, Κατσουλιέρης, τέτοια.

Θα µου πείτε, τα ονόµατα σε πείραξαν; Νοµίζω τα ονόµατα παίζουν τεράστιο ρόλο στην ελληνική κουλτούρα. Πρέπει να συσταθεί επειγόντως επιτροπή αλλαγής ονοµάτων των πουλιών, γιατί µε τέτοια ονόµατα που έχουν δεν θα επιβιώσει τίποτα. Αυτά δεν είναι ονόµατα πλασµάτων άξιων να ζουν ανάµεσά µας, γι’ αυτό και κανείς δεν ενοχλείται εδώ στο Πήλιο που όλη την ηµέρα ακούγονται πυροβολισµοί από το βουνό. Ας λένε κάποιοι ντόπιοι ότι έχουν χαθεί τα πουλιά.

Η κυνηγετική περίοδος έχει αρχίσει ή συνεχίζεται, και οι κυνηγοί δεν ξεκουράζονται ποτέ. Μέρα, νύχτα, µεσηµέρι, χάραµα, σηµαδεύουν και σκοτώνουν.

Πώς να προστατέψεις ένα είδος που ονοµάζεται Χοντροµύτης; Ας βρεθούν τίποτε αρχαία ονόµατα, όπως εκείνη η Αηδόνα, η Αλκυόνα, τέτοιου τύπου τέλος πάντων, ας ανοίξουν οι εγκυκλοπαίδειες και οι κατάλογοι ονοµάτων να τα συµπαθήσουµε λίγο, πριν εξολοθρευτούν τελείως. Τώρα που φωτογραφήθηκαν και καταγράφηκαν, δεν θα ήταν κρίµα να εξαφανιστούν; Οχι τίποτε άλλο, αλλά εκείνος ο Μελισσοφάγος, ας πούµε, υπάρχουν ελπίδες να φάει και τα κουνούπια που έρχονται από την Αίγυπτο, το σκέφτεστε;

Από ΤΑ ΝΕΑ τον Αύγουστο του 2010 http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4588973/?iid=2

Θαύματα στην Τήνο

Είναι κάτι νεαροί πολύ παράξενοι. Αντί να πάνε διακοπές έπειτα από έναν χειµώνα σκληρής δουλειάς, να ξεκουράζονται ακίνητοι µπροστά στη θάλασσα, σηκώθηκαν και πήγαν στην Τήνο να φτιάξουν µονοπάτια. Για την ακρίβεια, να τα επιδιορθώσουν, γιατί φαίνεται ότι τα µονοπάτια είναι σαν τα ποδήλατα (κι ας µην µπορείς να κάνεις ποδήλατο σε µονοπάτι), χρειάζονται διαρκώς συντήρηση. Πήγανε λοιπόν στο νησί, επιδιορθώνουν κάθε πρωί τα µονοπάτια, κάνοντας µια δουλειά που υποθέτει κανείς ότι φυσιολογικά ανήκει στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλµατα, µέσα στο λιοπύρι κ.λπ., και είναι κι ευχαριστηµένοι από πάνω.

Τώρα γιατί όλα αυτά συµβαίνουν στην Τήνο και όχι αλλού, ας πούµε στο Πήλιο όπου τουλάχιστον θα µπορούσαν να έχουν τη σκιά των δέντρων; Και µάλιστα, γιατί να ανήκει το πρόγραµµα αυτό σε µια διεθνή δικτύωση εθελοντών και να µπορεί κανείς να έρχεται, ας πούµε, από τον Καναδά για να φτιάχνει µονοπάτια στην Τήνο, κι όχι στο Πήλιο (επιµένω); Διότι, έµαθα από τους µυστήριους αυτούς νεαρούς, υπάρχει εκεί πέρα µια αρχιτέκτονας που κατάγεται από το νησί, η οποία αφού σπούδασε την Αρχιτεκτονική της και δούλεψε µερικά χρόνια σε πόλεις, φαντάζοµαι, εγκαταστάθηκε στον τόπο καταγωγής της και αποφάσισε να κάνει ό,τι µπορεί για να προωθήσει τον τουρισµό του. Τουρισµό τέτοιου τύπου δηλαδή, µε περπάτηµα στα παλιά µονοπάτια, οικο-τουρισµό, ο οποίος χρειάζεται συντήρηση µονοπατιών.

Καµιά φορά η αποφασιστικότητα ενός µόνο ανθρώπου φτάνει για να γυρίσει ο ήλιος, που λένε. Αυτή τη στιγµή πολλοί παράξενοι νέοι, που δεν είναι και τόσο παράξενοι αν το καλοσκεφτείτε, µπορούν να µπουν στο Ιντερνετ και να αποφασίσουν να περάσουν τις διακοπές τους σε διάφορα µέρη προσφέροντας εθελοντική εργασία.

Υπάρχουν προτάσεις από όλον τον κόσµο. Από την Ελλάδα οι επιλογές είναι ελάχιστες. Τυχερή η Τήνος.

(Από ΤΑ ΝΕΑ τον Αύγουστο του 2010) http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4588790/?iid=2

Τρίτη, 4 Αυγούστου 2015

Κι όμως πλήττουμε

Δεν πλήττουμε στην Ελλάδα, λένε μερικοί. Κάτι συναρπαστικό μας περιμένει κάθε βδομάδα. Ξεκινάμε καλοκαίρι με δημοψήφισμα. Παρά το Όχι, πάμε τελικά για συμφωνία. Αλλά μπορεί και να μην πάμε. Θα την υπογράψουν, αλλά θα την υπονομεύουν εκ των έσω. Μερικοί κι εκ των έξω. Κάποιοι άλλοι μέσα- έξω.
Ειδικά πριν το δημοψήφισμα, σκοτώθηκαν όλοι για να μην πλήξουμε. Μεγάλα σχέδια εξυφάνθηκαν. Σενάρια μοναδικής ταινίας πέρασαν κάτω από τα πόδια μας, έκαναν να τρίξουν τα πατώματα, να τρανταχτεί το οικοδόμημα το ευρωπαϊκό, αλλά κυρίως ετούτη εδώ η γωνία η δική μας, κι ύστερα πέρασαν σαν κύμα κι έσκασαν σ' ένα εμπριμέ πουκάμισο.
Θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι άλλο όλη αυτή η φαντασία: να φτιάξει επιτέλους την πρώτη χώρα με παράλληλα ηλεκτρικά νομίσματα που δημιουργεί θέσεις εργασίας εκ του μηδενός, να πραγματοποιήσει το όραμα εφευρετών με οικονομικές ανησυχίες, να στήσει με πραγματικά ανθρωπάκια ένα διεθνές παιχνίδι απειλώντας ισορροπίες χρηματιστηρίων και προσπάθειες χωρών να στήσουν συνομοσπονδία ξεκινώντας από το νόμισμα. Να τα τινάξουν όλα στον αέρα με ιδιοφυή πειράματα οι τρελοί επιστήμονες που λιγουρεύονταν τόσο πολύ την ανθρωπιστική κρίση ώστε ήταν πρόθυμοι να τη βοηθήσουν λίγο.
Πειράματα; Ναι, είναι παράξενη ψυχολογική λειτουργία, πάντα οι επιθετικοί άνθρωποι κατηγορούν τους άλλους για όσα προτίθενται οι ίδιοι να κάνουν. Ο Σύριζα, που συνέχεια έλεγε ότι η Ελλάδα γίνεται πειραματόζωο των μνημονίων, φλέρταρε με την ιδέα να την κάνει ο ίδιος πειραματόζωο για το δικό του στόχο. Ευγενικός στόχος βέβαια, δεν λέω, να θέλεις να διαλύσεις την ευρωπαϊκή πορεία, τις προσπάθειες εκατομμυρίων ανθρώπων επί εβδομήντα χρόνια να ξεπεράσουν το συγκρουσιακό και πολεμικό παρελθόν τους, αλλά τελικά δεν ήταν φαίνεται αρκετά ισχυρό το όπλο. Κάνανε ό,τι μπορούσαν οι άνθρωποι, πρέπει να το αναγνωρίσουμε. Άδικα τους κατηγορούν ότι δεν διαπραγματεύονταν, τόσα σενάρια είχαν επεξεργαστεί. Εντάξει, δεν ήταν παρά ένα πλαν μπι, αλλά άμα έχει τόση πλάκα το πλαν μπι, ποιος θα κάτσει ν' ασχολείται με το πλάν έι;
Κοίτα τώρα, η πληκτική ευρωπαϊκή προσπάθεια να συνεχίζεται, και μάλιστα με την Ελλάδα κολλημένη πάνω της δίκην απορροφητικού παρασίτου, και τα ωραία σχέδια να μένουν μόνο σ' ένα πουκάμισο (γεμάτο, όχι αδειανό) και να ξαναρχίζει η αντίσταση στο τρίτο μνημόνιο με διάφορα συγκινητικά άρθρα και αγωνιστικές κραυγές, ακόμα πιο πληκτικά από την αντίσταση στο 2ο και στο 1ο μνημόνιο, για να δούμε αν μπορεί αυτή η μαγική αντιστασιακή συνταγή να χτίσει κι άλλες πολιτικές καριέρες.
Ουφ, πλήξη.

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Καθαρίζοντας κρεμμύδια

Πολλά κρεµµύδια καθαρίζω φέτος. Δεν είµαι η µόνη, υπάρχει µια γενικότερη τάση επιστροφής στις οικογενειακές εστίες, στο σπιτικό φαγητό, τα δε καλοκαιρινά φαγητά έχουν όλα µπόλικο κρεµµύδι. Στο πρώτο κρεµµύδι τα µάτια τσούζουν, στο δεύτερο δακρύζουν, από το τρίτο και µετά ορισµένες ποικιλίες φέρνουν κανονικά δάκρυα στα µάτια, άλλες απλώς τα υγραίνουν. Εκεί απαρεγκλίτως εµφανίζεται στο µυαλό µου ο στίχος του Καρυωτάκη, «θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεµµύδια» κι αρχίζω µε τον ποιητή ένα νοερό διάλογο, ενώ τα δάκρυα τρέχουν.

Αραγε καθάρισες ποτέ σου κρεµµύδια, ρωτάω. Μάλλον όχι, θα ήξερες ότι ο τρόπος που σε κάνουνε τα άτιµα να κλαις δεν διαφέρει πολύ από τον έρωτα. Υπουλα, µε κάποια αόρατη ουσία σου επιτίθενται, ενώ εσύ προσπαθείς να τα χρησιµοποιήσεις σε υποχρεώνουν να αρχίσεις τους σπασµούς σε όλο το πρόσωπο, φτάνεις ενίοτε σε λυγµούς, επειδή θέλησες να νοστιµίσεις το φαγητό σου. Ζήτησες την απόλαυση και σε τιµωρούν, ζήτησες το κάτι παραπάνω στην καθηµερινότητά σου και βρίσκεσαι να κλαις. Δουλεύεις για όλους, για παιδιά που απολαµβάνουν το καλοκαίρι, για µεγάλους που θα σε επαινέσουν ίσως, αλλά δεν µοιράζονται το κλάµα, και κλαις επιπλέον πάνω από τον νεροχύτη, λες και χρειάζεσαι παραπάνω αλάτι. Μυστικό κλάµα. Θα ήθελα κάτι άλλο να έχεις πει για τις γυναίκες, ποιητή µου, για την αγάπη και τα κρεµµύδια. Αυτός ο στίχος είναι σαν να αρνήθηκες να δοκιµάσεις, όχι µόνο το φαγητό τους, αλλά και τη γεύση των δακρύων τους. Δεν τις κατάλαβες, δεν τις εκτίµησες, τις περιφρόνησες και άδειασε η ζωή σου.

Καµιά φορά απαγγέλλω ολόκληρο το ποίηµα σαν ξόρκι, και το καθάρισµα τελειώνει. Δεν είναι συνταγή. Ο σαρκασµός του Καρυωτάκη δεν αρταίνει σωστά την καλοκαιρινή κουζίνα. Ο διάλογος µένει πάντα ηµιτελής.
(Aπό ΤΑ ΝΕΑ, στις 3 Αυγούστου του 2010)

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2015

Μελτέμι

Το σπίτι του καλοκαιριού τέλειο, στην κορυφή του λόφου. Γύρω ευκάλυπτοι και πέρα ελιές και απέναντι πεύκα και κυπαρίσσια, στην πιο όμορφη σύνθεση, ζωγραφισμένα. Να κακομαθαίνουν το βλέμμα. Εδώ θα ήθελαν οι νοινοκύρηδες να ζουν όλο τον χρόνο, με τη θάλασσα να δηλώνει διακριτικά την παρουσία της στην άκρη του ορίζοντα, με τη γλώσσα των δέντρων στο παράθυρο. Εδώ έχουνε βάλει το μεράκι τους, την αληθινή τους αισθητική, πραγμάτωσαν τα όνειρά τους. Ό,τι μπορείς να φτιάξεις με πέτρα, με τη φύση, με την παράδοση, τα αδρά υλικά. Μέσα έβαλαν ό,τι πιο αρμονικό και απλό, φάνηκε η ομορφιά των πραγμάτων έτσι όπως δεν φαίνεται αλλού. Φάνηκε η ομορφιά της ζωής εν γένει, οι δυνατότητής της, να κάθεσαι στη σκιά και ν' αγναντεύεις, να χαίρεσαι τη μυρωδιά των φυτών. Όλα είναι θαύμα στο εξοχικό, αλλά έρχονται μόνο είκοσι - τριάντα μέρες τον χρόνο και τις υπόλοιπες πρέπει να ζούνε στην Αθήνα, στο στενό διαμέρισμα, που δεν σηκώνει βελτίωση, αισθητική, τίποτα. Τις υπόλοιπες μέρες το σπίτι τής εξοχής μένει κλειστό, με τα παραθυρόφυλλα να σφραγίζουν τη νοσταλγία του για ανθρώπινη παρουσία, παραδομένο στα σαμιαμίδια του. Τώρα επιτέλους έχει ανοιχτεί, έχει στρωθεί, μπήκανε σεντόνια, απλώθηκαν καρέκλες, μαγιό στεγνώνουν στο σκοινί και φαγητά μαγειρεύονται στην κουζίνα. Ιδιοκτήτες και μουσαφιραίοι ανασαίνουν βαθιά, να το απολαύσουν, να τους εντυπωθεί. Και πάνω εκεί πιάνει ένας αέρας τρελός, μελτέμι να΄ ναι, καυτός, αυγουστιάτικος και στριφογυριστός, πετάει κάτω τα τραπέζια, τις καρέκλες, σκορπίζει τα ρούχα, σπάει τα ποτήρια. Κλείνονται όλοι μέσα, βροντοχτυπάνε τα ξώφυλλα. Κοιτάζονται ξαφνιασμένοι, τι κάνουμε τώρα εμείς εδώ;
http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4243315/?iid=2 

Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Παιδιά το καλοκαίρι

 Τα καλοκαίρια στις επαρχίες που συχνάζουµε, συναντάµε και µερικά παιδιά, έτσι για να θυµόµαστε ότι ακόµα παράγεται το είδος. Πάνε για µπάνιο µε τους γονείς, κυκλοφορούν στους δρόµους πιο ελεύθερα, κάνουν ποδήλατο, παίζουν στις αυλές. Και µόνο να τα βλέπεις να δοκιµάζουν διστακτικά και µε φωνές τη θάλασσα, να ενθουσιάζονται µε αυτό που οι µεγάλοι έχουν συνηθίσει, σε κάνει να εκτιµήσεις ξανά την αξία των πραγµάτων, την αξία του κόσµου ολόκληρου όταν προσέχεις πώς παίζουν µε τα χώµατα ή µε µινιατούρες σπιτιών, ανθρώπων και αυτοκινήτων. Τι καλά που θα ήταν να µπορούσαµε να βλέπουµε συχνότερα παιδιά, να κλέβουµε λίγη από τη συγκίνηση της γνωριµίας τους µε το περιβάλλον.

Ισως να µαθαίναµε να το αγαπάµε ξανά µέσα από τα δικά τους µάτια.

Αλλά αυτό παραµένει προνόµιο του καλοκαιριού.

Περπατάς νωρίς το πρωί ή το απόγευµα και τα παρατηρείς µέσα στον κήπο τους καµιά φορά να µην κάνουν τίποτα απολύτως, να κοιτάνε γύρω τους σαν εξωγήινοι που προσπαθούν να συνηθίσουν το νέο µέρος που βρέθηκαν. Είναι µερικά τόσο έκπληκτα ακόµα από αυτά που αντικρύζουν, τόσο καινούργια και άφθαρτα, τόσο άσχετα µε οτιδήποτε, που αναρωτιέσαι αν θα τα καταφέρουν να ζήσουν στον τόπο που έπεσαν σαν από αλεξίπτωτο. Κι άλλα πάλι, ήδη εξοικειωµένα και ώριµα, δεν εντυπωσιάζονται µε τίποτα, πιστεύουν ότι χειρίζονται ήδη τα πάντα.

Αραγε ποια θα εξελιχθούν σε ανθρώπους µε κριτική µατιά, καλλιτέχνες ή σκεπτικιστές, και ποια θα γίνουν άνθρωποι της δράσης; Νοµίζεις ότι το µαντεύεις βλέποντας τα ράθυµα ή διστακτικά, νοµίζεις ότι βλέπεις κιόλας εκείνους που αρπάζουν τη ζωή χωρίς πολλά πολλά, κι εκείνους που αναρωτιούνται και επινοούν, δηµιουργούν και αναλύουν. Αλλά τίποτα σίγουρο δεν υπάρχει στα παιδιά, όλα µπορεί να αλλάξουν.














http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4586941/?iid=2

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Φρόνημα υψηλόν


Ανησύχησα προς στιγμήν ότι θα σταματήσουν οι ουρές στις τράπεζες, πάνω που αρχίσαμε να συνηθίζουμε, αλλά ευτυχώς τη Δευτέρα είχε ακόμα πιο μεγάλες. Δεν μπορεί να έχετε παράπονο από το πρώτο αυτό σύμπτωμα χρεοκοπίας, που μας έβγαλε επιτέλους στο δρόμο, όλους εμάς τους τεμπέληδες, που μας σήκωσε από τον καναπέ, που μας ξανάφερε κοντά στους γείτονες, έδωσε τέλος στην απάνθρωπη απομόνωση του διαμερίσματος, και γενικά έφερε στη ζωή μας χίλια δυο καλά. Και δεν είναι παρά μία αρχή, την οποία πολύ την περιμέναμε, γι αυτό και είμαστε γενικά πολύ ευχαριστημένοι με την ελπίδα που ακόμα έρχεται. Βασικά βγήκαμε στο δρόμο να την υποδεχτούμε. Κι επιτέλους είμαστε όλοι μαζί, με ένα πενηντάρι ο καθένας, πλούσιοι και φτωχοί εξομοιωμένοι. Έστω και σαν ψευδαίσθηση είναι τόσο γλυκιά, δεν τη χορταίνουμε.
Αυτό είναι που έλεγε και κάποιος υπουργός, ότι βάλαμε το σπόρο για αλλαγή της Ευρώπης. Ναι, η Ευρώπη να δει πώς ξεκινάμε την ισότητα, γιατί μάλλον το έχει ξεχάσει από την εποχή που κατάφερε με τον ανάλγητο καπιταλισμό της να ρίξει τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πέρασαν κιόλας 25 χρόνια. Μια ολόκληρη γενιά μεγάλωσε χωρίς να έχει ιδέα, κι έρχεται επιτέλους η ελληνική πραγματικότητα να τους ανοίξει τα μάτια. Μια ζωή πρωτοπορεία, όχι να το παινευτούμε δηλαδή.
Κι επειδή είμαστε λαός που ψήθηκε στο αγωνιστικό φρόνημα και στην πολεμική αρετή, κι είναι πια φανερό πως δεν κρατιόμαστε άλλο στην πεζή καθημερινότητα, θέλουμε αγωνιωδώς να ζήσουμε μέρες ηρωικές, να αγωνιστούμε, να πεινάσουμε, να πλέξουμε φανέλα του στρατιώτη, δεν μας αρκούν οι διαβεβαιώσεις των κυβερνώντων ότι έχουμε πόλεμο και πως θα το κάνουν Κούγκι. Θέλουμε κάτι πιο χειροπιαστό, πιο πονεμένο, πιο τραγικό, πιο απελπισμένο. Οχι συμβιβασμούς και Βάρκιζες. Ευτυχώς βγήκε ο κ. Κατρούγκαλος και είπε ότι δεν είναι Βάρκιζα η συμφωνία, δεν παραδώσαμε τα όπλα, κι έτσι αναπτερώθηκε το ηθικόν μου.
Υπάρχουν βέβαια διάφοροι αναίσθητοι, μια αλλοίθωρη νεολαία, που τρέχει και στη Βάρκιζα και στη Βουλιαγμένη να κάνει τα μπανάκια της. Τι να πω γι αυτούς τους ανθρώπους που δεν συναισθάνονται την κρισιμότητα της στιγμής και των παρομοιώσεων;
Η τρυφηλότης και η παρακμή κατάστρεψε τα έθνη, ενώ οι στερήσεις τα χαλυβδώνουν. Παρόλ' αυτά ουρλιάζοντας “Όχι στη λιτότητα” (υπάρχει μια αντίφαση εδώ, αλλά δεν θα σκάσουμε κιόλας) στωικά καθόμαστε στην ουρά, κολυμπάμε σε πελάγη υπομονής, βαφτιζόμαστε σε θάλασσες συλλογικής ψυχής, και ζωή του μέλλοντος αιώνος, αμήν.

Σάββατο, 18 Ιουλίου 2015

Ας μην κρατήσουν οι χοροί

Η στροφή του Τσίπρα την τελευταία στιγμή πριν από τον γκρεμό δεν μπορεί να μη θυμίσει τις προηγούμενες στροφές των προηγούμενων πρωθυπουργών, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να τις κάνουν, ο καθένας τη δική του, με καλύτερες προϋποθέσεις, σε πιο άνετη πίστα. Οσο πιο πίσω στον χρόνο, τόσο καλύτερη η πίστα, κι όμως όλες έγιναν μισερές και διστακτικές, πράγμα απογοητευτικό για πολιτικούς που περιλαμβάνουν το ζεϊμπέκικο και τις στροφές του στα απαραίτητα προσόντα τους.
Επί Καραμανλή του μικρού δεν είχαμε καταλάβει και πολύ καλά τι συνέβαινε όταν είπε ότι πρέπει να παρθούν μέτρα λιτότητας, δεν θυμάμαι καν αν τα λέγαμε έτσι τότε. Φαινόταν απλό και παράξενο, μια αλλαγή στη συμπεριφορά του που ήρθε αργά και δεν εξηγήθηκε. Πρώτη αδέξια πρωθυπουργική στροφή λοιπόν, χωρίς χειροκρότημα, χωρίς επιτυχία.
Εφυγε η Ν.Δ. εκείνη, ήρθε το ΠΑΣΟΚ, είδε πως λεφτά δεν υπήρχαν, έκανε τη στροφή. Περίλυπος, στο ωραίο Καστελόριζο, υπονοώντας ίσως κάτι για την εθνική κυριαρχία, ποιος ξέρει, ο Γιωργάκης ανακοίνωσε ότι καταφεύγει σε δανεισμό και μνημόνιο με φόντο τα ωραία ανατολικά σύνορα.
Οι συμβολισμοί στην εικόνα βάραιναν συνεχώς τον λογαριασμό χωρίς να εξυπηρετήσουν την κατανόηση. Θα μπορούσε το νησί αυτό να σημαίνει ότι η Ελλάδα έχει ωραίες παραλίες και θα ορθοποδήσει με σωστή τουριστική πολιτική. Εγώ έτσι το πήρα, ελπίζω κι άλλοι. Ομως άλλα υπονοούσε φυσικά, και η εθνική κυριαρχία που επικαλούνταν, στράφηκε εναντίον του.
Δυστυχώς εκτός από ζεϊμπέκικο στην πολιτική χρειάζεται να χορεύεις και καρσιλαμά, να κρατάς δηλαδή τους σωστούς ρυθμούς με τον απέναντι. Ο οποίος απέναντι πήρε το μήνυμα της εθνικής κυριαρχίας που κινδυνεύει αν υπογράψεις συμφωνία για μεταρρύθμιση του κράτους σου με εταίρους, με τους οποίους ελπίζεις κάποτε να φτιάξεις κοινό κράτος, και χόρεψε στο ταψί τον συμβιβασμένο πρωθυπουργό. Κι εμάς μαζί.
Υπήρχαν στους τοίχους των Εξαρχείων και στις εφημερίδες της ναζιστικής οργάνωσης όλες οι εκφράσεις, οι βρισιές, τα εθνικιστικά και μηδενιστικά κλισέ που χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια σε ευρεία κλίμακα απέναντι σε οποιονδήποτε τολμούσε να εξηγήσει την ανάγκη για μεταρρυθμίσεις. Δεν είχες παρά να απλώσεις το χέρι να διαλέξεις.
Η Αθήνα κάηκε και ξανακάηκε, σκοτώθηκαν άνθρωποι, αλλά με πολύ θυμό και πάθος κέρδισε τις εκλογές ο Σαμαράς, κι εν συνεχεία έκανε τη στροφή στα γρήγορα. Οσο κι αν τον δυσκόλευε, γιατί μια αγκύλωση την έχει, δεν άργησε μήνες, προς τιμήν του, εγκαίρως την πήρε. Αλλά ήταν γραφτό να κρατήσουν κι άλλο οι χοροί.
Αρχισε τότε ο καρσιλαμάς σε τρελό ρυθμό με τον ΣΥΡΙΖΑ απέναντι και τον Κουβέλη να τα παρατά στη μέση. Με σημαίες και ταμπούρλα, με ζουρνάδες και νταούλια, με όλον τον εξοπλισμό, ιστορικό, συμβολικό, δεν έμεινε φλουράκι παραπονεμένο, όλο φορτωμένο στα τζοβαΐρια του αρχιχορευτή.
Ηρθε η σειρά του, κέρδισε κι αυτός. Φαινόταν πια ως νικητής να παίζει σόλο, σε ρυθμούς ιλιγγιώδεις, χωρίς κανέναν απέναντι πλέον, με εξουθενωμένους τους προηγούμενους. Δεν θα τον έκανε τον κύκλο, θα προχωρούσε ευθεία μπροστά, σαν τον μάγο του Χάμελιν με τα παιδιά από πίσω. Κι όμως, ω του θαύματος, ο κύκλος συνεχίστηκε, ξανάρθε η στροφή. Τελευταία στιγμή, εκεί που έλεγες: φτάσαμε στο μαύρο δάσος.
Τώρα επιτέλους φαίνεται ο κύκλος να έκλεισε. Διαλύθηκαν και τα νταούλια κι οι ζουρνάδες. Δεν έχει άλλους να σταθούν απέναντι, εκτός κι αν ξεφυτρώσουν νέες δυνάμεις άγριου καρσιλαμά και βρουν οπαδούς στις κερκίδες. Μπορεί πια να σταματήσουν αυτοί οι αυτοκαταστροφικοί γύροι. Ζαλιστήκαμε. Να καθίσουμε στην τάβλα μια στιγμή, να κουβεντιάσουμε ήσυχα, να ξελαχανιάσουμε μια στάλα.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Κόλπα που δεν τα ξέρω

H Πατησίων ήταν γεμάτη αφίσες με τη φάτσα του Σόιμπλε σε γκρο πλαν και τη φράση «Πέντε χρόνια σού ρουφάει το αίμα! Πες ΟΧΙ!». Τόσες φορές που την είδα, φυσικά την έμαθα απ’ έξω. Λιγότερο είδα τη φάτσα της Μέρκελ, του Ντάισελμπλουμ και του Σουλτς. Ο Σόιμπλε έχει σουξέ, όπως και να το κάνουμε. Λειτούργησε η προτροπή, είπε «όχι» η πλειοψηφία.
Οχι στην Ευρώπη, άκουγα εγώ τις προηγούμενες μέρες, και ξόδευα το σάλιο μου για να πείσω πικραμένους Ελληνες ότι οι Ευρωπαίοι μάς εκτιμούν. Οχι στο ευρώ, άκουγα και έτρεμα τις συνέπειες. Επιστροφή στη δραχμή, θα είμαστε φτηνοί, θα έρχονται τουρίστες, έλεγαν μερικοί ξενοδόχοι στα νησιά.
Μόλις νίκησε το «όχι» όμως, ανακοινώθηκε ότι ξαναρχίζουν οι διαπραγματεύσεις. Το δημοψήφισμα δεν έδιωξε ούτε τον Σόιμπλε από τη θέση του, ούτε τη Μέρκελ, ούτε τους άλλους κακούς τέλος πάντων. Ξανά μανά σ’ αυτούς για νέα βοήθεια. Κι ας είπαν ότι έκοψε τις γέφυρες η Ελλάδα κ.λπ. κ.λπ. Αυτά που λες, εγώ τ’ ακούω βερεσέ. Σ’ αυτόν που μας ρουφάει το αίμα πέντε χρόνια, άντε πάλι πίσω με το μπουρί της σόμπας ανά χείρας, για διευκόλυνση.
Μένουμε στην Ευρώπη, μένουμε στο ευρώ, είπε ο Τσίπρας. Και θα πάει να διαπραγματευτεί με όλους αυτούς που σκυλόβριζαν οι οπαδοί του, που ο ίδιος είπε ότι μας ταπεινώνουν, που ο Καμμένος λέει ότι μας ζητάνε να πέσουμε στα τέσσερα, που τους έχουν λούσει τέλος πάντων με ό,τι διαθέτει σε βρισιά και σαμπουάν η ελληνική γλώσσα.
Τώρα με το «όχι» όμως θα είναι πιο δυνατός να επιβάλει τα μέτρα στην Ελλάδα, λένε μερικοί.
Τώρα με το «όχι» θα είναι πιο δυνατός να κάνει τη ρήξη αν χρειαστεί, λένε άλλοι.
Ικανοποιήθηκε ο πληγωμένος εγωισμός των Ελλήνων, τώρα θα δεχτούν τις μεταρρυθμίσεις, λένε οι τρίτοι (τις ποιες;).
Τι να πω, δεν καταλαβαίνω. Πώς μπορείς να συνομιλείς με αυτούς που βρίζεις, με ξεπερνά από την αρχή. Προφανώς δεν έχω παίξει αρκετό τάβλι στη ζωή μου, ούτε και χαρτιά. Μπλόφες, στροφές, υποκρισίες, σκοτσέζικα ντους δεν τα κατέχω. Οταν πρέπει να συμφωνήσω με κάποιον για κάτι, δεν τον ξεχέζω πρώτα, μετά και ενδιαμέσως. Μάλλον λάθος κάνω, γι’ αυτό δεν πήγα μπροστά.
Εγώ ψήφισα «ναι» και το έχω διαλαλήσει, επειδή πιστεύω στην Ευρώπη για τους θεσμούς της, για τη δημοκρατία της, για την υπεράσπιση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων, για το όραμα της ένωσης που αγωνίζεται να κάνει, για τη δουλειά και την εξέλιξη που έχει πετύχει σε όλ’ αυτά, όντας ταυτόχρονα πλούσια και εξελιγμένη, πράγμα που ήταν η προϋπόθεση για τα υπόλοιπα.
Πάντα οι πλούσιες κοινωνίες γεννάνε τις πολυτέλειες της σκέψης και της διεκδίκησης, όχι όμως κάθε πλούσια κοινωνία. Ακόμα κι εμείς, επειδή υπήρξαμε πλούσιοι είμαστε τόσο διεκδικητικοί. Αλλά μ’ αυτά τα πράγματα δεν θα έπαιζα τάβλι, δεν θα έκανα μπλόφες, δεν θα τολμούσα, όχι να χλευάσω, ούτε να βλεφαρίσω απέναντι σε ανθρώπους που τα εκπροσωπούν. Μακάρι να αποδειχτεί όλο αυτό το δέος μου περιττό.

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Συνειρμοί στις πεζούλες



Ισως όμως να ήταν πιο ευτυχισμένοι, λέει νοσταλγικά η νεαρή μου φίλη καθώς κοιτάμε τους λόφους της Τήνου ριγωμένους απ' άκρη σ' άκρη απο πέτρινες πεζούλες κι αναρωτιόμαστε πώς ήταν η καθημερινότητα των ανθρώπων που τις έφτιαξαν. Ζούσαν στα χωριά που επισκεπτόμαστε τώρα εμείς με το αυτοκίνητο,  τα περπατάμε και λαχανιάζουμε σε πέντε λεπτά, πανέμορφα για το σημερινό επισκέπτη. Καλλιεργούσαν  τις πεζούλες που είχαν χτίσει με τα χέρια τους, διασκέδαζαν στις θρησκευτικές γιορτές,  παντρεύονταν μικροί, πέθαιναν νέοι. Δεν ξέρουμε πολλά για τη ζωή τους, αλλά τη φανταζόμαστε απλή, χωρίς επιλογές. Αυτό μπορεί να φαίνεται  ανακουφιστικό, να κάνει σημερινούς ανθρώπους να νοσταλγούν μια ζωή που δεν θα μπορούσαν ν' αντέξουν ούτε μισή μέρα. 

Κάποτε στην Κίνα ο Μάο Τσετουνγκ αποφάσισε ότι οι διανοούμενοι έπρεπε να δουλεύουν σαν αγρότες για να επέλθει ισότητα στην κοινωνία. Εστειλε μερικές χιλιάδες φοιτητές στα χωράφια, κίνηση γοητευτική  στα μάτια των δυτικών. Ο Σαρτρ κι άλλοι τολμηροί διανοούμενοι τον θαύμασαν για καιρό πριν καταλάβουν πόσο δολοφονικές ήταν οι ιδέες του. Νομίζω  και ο Τσίπρας είχε κάποτε δηλώσει το θαυμασμό του. Οι φοιτητές εκείνοι  εξοντώθηκαν, όχι μεταφορικά, κυριολεκτικά, άμαθοι καθώς ήταν στον σκληρό αγροτικό τρόπο ζωής της εποχής. Δεν ξέρω πόσο καιρό έκαναν οι δυτικοί να καταλάβουν ότι ο Μάο ήθελε απλώς να εξαφανίσει πιθανούς πολιτικούς αντιπάλους με τον ευφάνταστο αυτό τρόπο.


Υπάρχει ένα είδος νοσταλγίας για την έλλειψη επιλογών στη ροπή που δείχνουμε προς τον αυταρχισμό τα τελευταία χρόνια. Η ελευθερία είναι αληθινός πονοκέφαλος, να πρέπει να αποφασίζεις για τη ζωή σου. Να σου λένε οι άλλοι, οι γονείς, οι στρατηγοί, οι οδηγητές, οι παπάδες, είναι πιο ξεκούραστο. Δεν έχεις παρά να υπακούς, ή να αντιστέκεσαι, πράγμα  ηρωικό. Πολλοί ζηλεύουν τη γενιά του Πολυτεχνείου που είχε να αντισταθεί σε κάτι. Λένε ότι μια χούντα μας χρειάζεται, όχι τόσο για να βάλει τάξη, όσο για να προσφέρει ευκαιρίες ηρωισμου. Ελλείψει χούντας, βρίσκουμε την τρόικα, τη Μέρκελ, τον Σόιμπλε, το σύστημα γενικώς, κάτι που να μοιάζει αυταρχικό για να του αντισταθούμε. Σταδιακά  το κλισέ της αντίστασης γίνεται  πανίσχυρος κομφορμισμός, μια προσευχή που πρέπει να απαγγέλεις παντού για να γίνεσαι αποδεκτός, να περνάς καλά, να μην τσακώνεσαι με τους φίλους σου, να μη σε βρίζουν στο Facebook. Αναποδογύρισαν τα πράγματα.
Αυτός ο κομφορμισμός, κυβερνώντας πλεον, φτάνει  να προτείνει να  πούμε όλοι μαζί Οχι στην  Ευρώπη, απαντώντας στο πολύπλοκο ερώτημα που κατασκεύασε, μακρύ κι ασαφές κι ολίγον διφορούμενο, σα χρησμό που μπορεί να σε γλιτώσει, ή και να σε καταστρέψει αν τον ερμηνεύσεις λάθος. Να γλιτώσουμε  απο την πολύπλοκη σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατική οργάνωση, τις προκλήσεις και τους στόχους της που αφαιρούν εξουσία απο τους ντόπιους πολιτικούς, να βρουμε τον αληθινό βαθύ εαυτό μας τον ανάδελφο, ίσως και το σοσιαλισμό σε μια μόνη χώρα. 
Αδικώ τις νησιώτικες πεζούλες με τους συνειρμούς αυτούς. Φταίει η επικαιρότητα . Θα μπορούσαν, υποθέτω, μια χαρά να καλλιεργηθούν με μεθόδους πολυ πιο ξεκούραστες απο εκείνες της εποχής που φτιάχτηκαν. Υπάρχει τεχνογνωσία, στις όχθες των ευρωπαϊκών ποταμών, ξέρετε.

Τοξικότητα

Νιώσατε ποτέ, πείτε με το χέρι στην καρδιά, στον εαυτό σας προπάντων, ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να ταπεινώσουν τους Ελληνες; Ταξιδεύοντας, σπουδάζοντας, πουλώντας ή αγοράζοντας, συζητώντας ή διεκδικώντας; Σε ποιες εμπειρίες απευθύνονται οι πολιτικοί, και όχι μόνο, ρήτορες που τους κατηγορούν για κάτι τόσο βαρύ;
Στις μέρες μας λίγο-πολύ οι περισσότεροι Ελληνες ταξιδεύουν στην Ευρώπη, ή απλώς γνωρίζουν τουρίστες στην Ελλάδα. Δεν συνάντησα στη ζωή μου κανέναν που να ταπεινώθηκε ως Ελληνας από Ευρωπαίο, ούτε μου έτυχε ποτέ να αισθανθώ τέτοια πρόθεση. Σε τι είδους ψυχολογικό έδαφος προσπαθεί να πιάσει ο σπόρος αυτής της καχυποψίας;
Είναι τρομερό να προσπαθείς να κάνεις διάλογο με ανθρώπους και θεσμούς για τους οποίους σκέφτεσαι ότι θέλουν να σε ρίξουν, να σε υποτάξουν, να σε ταπεινώσουν, να σε κάνουν πειραματόζωο. Αν πάλι καταφέρνεις να το ξεχνάς όταν βρίσκεσαι μαζί τους και πατάς τα ωραία χαλιά των ευρωπαϊκών μεγάρων, είναι εξίσου τρομερό να μιλάς γι’ αυτούς έτσι στον Τύπο του τόπου σου, σαν να θέλεις να εξαναγκάσεις τους αναγνώστες να μισήσουν τους συνομιλητές σου. Να επιθυμείς να νιώσει ταπεινωμένος ένας ολόκληρος λαός, να ενορχηστρώνεις συναισθήματα, ενώ υποτίθεται ότι διαπραγματεύεσαι χρήματα.
Την περασμένη εβδομάδα ούτε και ξέρω πόσες φορές κι από πόσους κυβερνητικούς, με λιγότερο ή περισσότερο υψηλή θέση, άκουσα τις φράσεις αυτές που κανοναρχούν το μίσος. Κι αν δεν υπάρχει, θέλουν να το γεννήσουν. Κι αν δεν το νιώθετε όσοι τ’ ακούτε, φταίτε εσείς. Θα έπρεπε να μισείτε. Μάλιστα την ίδια βδομάδα η Εκκλησία κατακεραύνωνε, πρώτα τους ομοφυλόφιλους κι ύστερα μέχρι και τη γιόγκα. Η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας έσταζε μίσος ολούθε. Λες και θα το μαζέψει σαν το ρετσίνι κανείς, να κάνει από δαύτο εξαγωγές.
Αν είχα μικρό παιδί, θα το κουκούλωνα σε μια γωνία να μην ακούει και να μη βλέπει. Δεν υπάρχει πιο αντιπαιδαγωγικό πράγμα από το να καλλιεργείς το μίσος, τίποτε δεν μπερδεύει και δεν πληγώνει περισσότερο τα παιδιά από το να κατηγορείς με ακατανόητο τρόπο, για ακατανόητους λόγους, ανθρώπους με τους οποίους ζει μαζί, αντικρίζει κάποτε ή θα συνεργαστεί στο μέλλον. Στεγνώνει την ψυχή, τυφλώνει, ευνουχίζει. Κάθε επαφή, κάθε γνώση, κάθε δημιουργική ικανότητα απειλείται.
Δευτέρα βράδυ, πολλοστή κρίσιμη μέρα που περνάμε, θα τα βρουν ή δεν θα τα βρουν τέλος πάντων οι μεγάλοι μας ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι με τους Ευρωπαίους, στο βάθος η αγωνία είναι αυτή που ξεκίνησε αφότου βγήκε στον αφρό όλο αυτό το δηλητήριο του μίσους. Πώς θα απαλλαγούμε από αυτή την τοξικότητα.

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...