Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

Σιδερώστρες

Στο τελευταίο μου ταξίδι στο Λονδίνο δεν επισκέφτηκα μουσεία. Επισκέφτηκα σπίτια φίλων, παιδιών, συγγενών, παιδιών φίλων και παιδιών συγγενών. Γενικά νέους, που μένουν όλοι με άλλους νέους, σε σπίτια με κάμποσες κρεβατοκάμαρες, όπου μοιράζονται την κουζίνα, το μπάνιο, και μερικοί προνομιούχοι και το σαλόνι, αν υπάρχει τέτοιο πράγμα, για να μπορούν να μοιράζονται το νοίκι. Η στέγη συνεχίζει να είναι η ακριβότερη της Ευρώπης, ίσως και του κόσμου, ποιος ξέρει; Το προνόμιο να ζεις και να δουλεύεις στην πόλη αυτή κοστίζει.
Μερικά από τα σπίτια αυτά χρειάζονται ανακαίνιση, αλλά δεν παύουν να είναι πανάκριβα. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων του Λονδίνου μπορούν να ζουν πλουσιοπάροχα μόνο από τα νοίκια. Δεν μένουν και πολύ στο σπίτι τους οι νέοι εργαζόμενοι, το μπάνιο να δουλεύει καλά, να είναι εμφανίσιμοι και περιποιημένοι, αυτό μετράει. Κάθε πρωί φεύγουν νωρίς, το βράδυ γυρίζουν συνήθως αργά, μερικοί πολύ αργά. Στα δωμάτια έχουν ο καθένας όρθια τη σανίδα σιδερώματος. Ανά πάσα στιγμή μπορούν να πατήσουν λίγο το γιακά του πουκάμισου, ή τη φούστα, για να μπορούν να φαίνονται άψογοι στο γραφείο.
Μέσα σε τέτοια έλλειψη χώρου η διαρκής ετοιμότητα της σιδερώστρας μοιάζει σπατάλη, όμως φαίνεται πως το πουκάμισο που δεν τσαλακώνει ή το κάζουαλ εν γένει ρούχο δεν κάνει για τη δουλειά της αρένας, που είναι το Λονδίνο. Εδώ πρέπει να εξαντλείς κάθε δυνατότητα να είσαι άψογος, σαν ευγενής με πύργο στην εξοχή, σα λόρδος με υπηρέτες να σε φροντίζουν, να μην αφήνεις στην τύχη τις λεπτομέρειες. Κι ας μη φτάνει ν' απλώσεις το χέρι σου ανεμπόδιστα από το γραφειάκι στον τοίχο.
Τους βλέπεις τα πρωινά να ξεχύνονται στους δρόμους του κέντρου, όλοι φιγουρίνια με τις τσάντες τους, με βήμα βιαστικό που νομίζεις ότι θα σε παρασύρει καθώς έχεις ξεμάθει τέτοιους ρυθμούς και ταχύτητες, και καταλαβαίνεις ότι παίζουν στο μεγαλύτερο χρηματιστήριο με το πολυτιμότερο νόμισμα που τους δόθηκε, τη μόρφωση και τις προσωπικές τους ικανότητες. Το σώμα στρατεύεται στον αγώνα αυτόν μαζί με το πνεύμα και με όλες τις δυνάμεις που μπορούν να στρατευτούν, της σιδερώστρας συμπεριλαμβανομένης. Μερικοί μετακινούνται με ποδήλατα, και κουβαλούν το κοστούμι χωριστά, άλλοι τρέχουν με αθλητικά κι έχουν στο σακίδιο τον εξοπλισμό ολόκληρο.
Τόσες εφευρέσεις κι ευκολίες δεν έχουν καταφέρει ν' αντικαταστήσουν την εντύπωση που δημιουργούν τα καλά υφάσματα, αυτά που εκ φύσεως τσαλακώνονται εύκολα, όταν είναι σιδερωμένα. Οι νέοι εργαζόμενοι τα έμαθαν αυτά σε κάποια άτυπη μετεκπαίδευση τους. Ως γονιός θα έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη που τα άφησα μάλλον ανεκπαίδευτα σε θέματα εμφάνισης, πιστεύοντας αφελώς ότι μπορείς να κυκλοφορείς όπως λάχει, αρκεί να λάμπουν στα μάτια σου οι καλές σου προθέσεις και τα μοναδικά ταλέντα σου. Υπήρξαμε χαϊδεμένη γενιά που έθρεψε πολλές επιπολαιότητες. Ευτυχώς τα παιδιά μας έχουν υπομονή μαζί μας, Ακαι κυρίως, μπορούν να κινούνται ελεύθερα στις χώρες της Ευρώπης.

Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Ερωτας για τα ιταλικά

Επισκέφτηκα τα παιδιά μου στην Αγγλία, όχι μόνο τα δικά μου για να είμαι ακριβής, και στο ταξίδι της επιστροφής διάβασα την πιο ταιριαστή ιστορία γλωσσικής περιπλάνησης από την αμερικανίδα συγγραφέα Τζούμπα Λαχίρι. Ένα βιβλιαράκι δίγλωσσο που διηγείται την αγάπη της για τα ιταλικά και τη μύηση της στην ιταλική γλώσσα.
Όπως ξέρουν όσοι την έχουν διαβάσει, έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά τα βιβλία της, η Τζούμπα Λαχίρι είναι ινδικής καταγωγής. Στο σπίτι της μιλούσαν Μπάνγκλα, αρχαία και ένδοξη γλώσσα, αφού οδήγησε στη δημιουργία του Μπανγκλαντές ως στοιχείο διακριτής ταυτότητας των Μπάγκλα από τους Πακιστανούς. Παρόλη τη δόξα, η νεαρή Τζούμπα δεν κατάφερε να μάθει τη γλώσσα τέλεια, διότι δεν φτάνει να την ακούς στο σπίτι τη μητρική σου, πρέπει και να τη διδαχτείς συστηματικά, όπως ξέρουν πολύ καλά όλοι οι έλληνες μετανάστες γονείς που θέλουν να μάθουν ελληνικά στα παιδιά τους. Στο σχολείο έμαθε καλά αγγλικά, σπούδασε στη Βοστώνη, μάζεψε πολλά διπλώματα τα οποία είναι όλα κορνιζαρισμένα στο σπίτι των γονιών της, κι έγινε διάσημη πολύ γρήγορα με τα βιβλία της που περιγράφουν ανθρώπους όπως εκείνοι: μετανάστες από την Καλκούτα που βρίσκουν δουλειά στο Πανεπιστήμιο και παντρεύονται με προξενιό συμπατριώτισσες τους, οι οποίες συνεχίζουν στην Αμερική να φορούν σάρι και να μαγειρεύουν τα φαγητά που έχουν μάθει από μικρές.
Και στο μεταξύ, όπως αποκαλύπτει στο βιβλίο αυτό (“In other words”) από φοιτήτρια ζούσε έναν κρυφό έρωτα για τα ιταλικά, κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα με διάφορους δασκάλους και πηγαίνοντας σε Ινστιτούτα. Κάποια στιγμή δεν της έφτασε αυτό, σηκώθηκε και πήγε να ζήσει στη Ρώμη οικογενειακώς, με μικρά παιδιά. Κι εν συνεχεία, επειδή οι άνθρωποι είναι άπληστοι, δεν της έφτασε ούτε αυτό, άρχισε να γράφει στα ιταλικά. Το βιβλιαράκι που διάβαζα στο ταξίδι, το έγραψε απευθείας στα ιταλικά, το μετέφρασε αγγλικά άλλος.
Η ιστορία ταιριάζει όχι μόνο με το δικό μου καταπιεσμένο πλέον πάθος για τα ιταλικά, αλλά και με τους προβληματισμούς μας όλον αυτόν τον καιρό περί μεταναστών, προσφύγων, μετακινήσεων, και πόσο κουβαλούν οι άνθρωποι τις παραδόσεις τους, πόσο προσαρμόζονται, εντάσσονται, αφομοιώνονται, τι κίνητρα έχουν για εξέλιξη, προς τα πού στρέφονται τα συναισθήματά τους, κλπ κλπ.
Βέβαια ο έρωτας των Αμερικανών για την Ιταλία είναι παλιά και γνωστή ιστορία από τον καιρό του Χένρυ Τζέιμς, αλλά να υποκύπτει σ' αυτόν Ινδή με την παράδοση μιας γλώσσας που κάποτε δημιούργησε ένα κράτος και οδήγησε ανθρώπους σε αυτοθυσία μόνο και μόνο για να αναγνωριστεί, μοιάζει ανεξήγητο. Αλλά έτσι είναι οι άνθρωποι, ησυχία δεν έχουν.

A week in London

Εννοείται ότι πήγα για προσκύνημα στο Selfridges
Είχα να ταξιδέψω δυόμιση χρόνια στο Λονδίνο, βρέθηκα σα χαμένη στο Γκάτγουικ. Φοβόμουν ότι δεν θα μπορούσα να μιλήσω αγγλικά, να ρωτήσω πώς πάνε στην πόλη. Η προφορά μου θα ήταν ακατανόητη, ως συνήθως, κι ακόμα πιο ακατανόητη η δική τους. Πήγα στο γκισέ με την καρδιά σφιγμένη, φυσικά δεν κατάλαβα την πρώτη απάντηση, ξαναρώτησα. Ύστερα πάλι, ρώτησα για τρίτη φορά, δεν μπορεί να ήταν τόσο απλό, κάποιο λάθος είχα κάνει. Φόρτωσα την κάρτα Oyster ξεχνώντας ότι υπάρχει εβδομαδιαία, που θα με συνέφερε πολύ περισσότερο.
Μέχρι να φτάσω στο σταθμό του Χόλμπορν είχα αγωνία πως δεν θα τα κατάφερνα. Τελικά, πήρα ανάποδη κατεύθυνση μόλις βγήκα έξω. Περπάτησα σέρνοντας τη βαλίτσα κάμποσα τετράγωνα, το πεζοδρόμιο εδώ έχει πλάκες, η βαλίτσα σκοντάφτει. Λίγο σαν την Αθήνα δηλαδή. Καλύτερα είναι στο Παρίσι και στο Βερολίνο, που τα πεζοδρόμια τα φτιάχνουν με ενιαίο υλικό.
Θα χρειαζόμουν μια βδομάδα για να συνηθίσω να κοιτάζω στη σωστή κατεύθυνση στις διαβάσεις, να χρησιμοποιώ χωρίς άγχος το μετρό, να μάθω τρια λεωφορεία, ακριβώς όσο θα μείνω δηλαδή, την τελευταία μέρα θα ήμουν πιο άνετη από κάθε προηγούμενη, αλλά θα έπρεπε να φύγω...
Το Λονδίνο μου φάνηκε πιο δραστήριο από ποτέ. Με περισσότερο κόσμο στους δρόμους, πυκνότερη κίνηση αυτοκινήτων, περισσότερους γερανούς, σκαλωσιές, φασαρία, πινακίδες, ουρανοξύστες. Το περίγραμμα του ορίζοντα αγνώριστο από την τελευταία φορά που το είδα. Το αγγουράκι, που εμείς το λέμε κουκουνάρι, ένα κτίριο που φάνταζε πανύψηλο όταν είχε πρωτοφτιαχτεί, τώρα χάνεται ανάμεσα σε νέους όγκους από γυαλί και τσιμέντο. Υπάρχει το Γουώκι- τώκι, ο τρίφτης τυριού, η λεπίδα, και δεν ξέρω τι άλλο, το ένα ογκωδέστερο και επιβλητικότερο από τ' άλλο. Αφού ακόμα τους δίνουν ονόματα σημαίνει πως τους έχουν υπό έλεγχο, ή ελπίζουν να τους έχουν. Αν σταματήσουν να τους ονομάζουν θα σημαίνει πως αδιαφορούν, τους συνήθισαν, δεν αμύνονται, αφήνονται να τους κυριαρχήσουν ως πλήθος;
Το να περπατάς ανάμεσα σε τέτοια εργοτάξια, κάτω από σκαλωσιές, δεν έχει καθόλου γούστο κι ενδιαφέρον, κι όμως κατάφερνα συνέχεια να χάνομαι και να βρίσκομαι σε τέτοια ανεπιθύμητα μέρη, που σημαίνει ότι έχουν γίνει πολλά. Θα αλλάξουν τα πράγματα όταν οι εργασίες τελειώσουν; Μόνο αν έχουν μαγαζάκια, παγκάκια, κάποια πρόβλεψη για διάλειμμα όλοι αυτοί οι μονότονοι χώροι, που θα μπορεί να κάνει ανεκτό αυτό το ενίοτε ασφυκτικό περιβάλλον.
Τα παιδιά μου μένουν με άλλους σε σπίτια πανάκριβα κι όχι καλά συντηρημένα. Πληρώνουν 600 λίρες ο καθένας για ένα δωμάτιο σε σπίτι που έχει και κοινόχρηστη κουζίνα και μπάνιο. Οι συγκάτοικοι τους είναι από την Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γαλλία, την Πορτογαλία και άλλες πόλεις της Αγγλίας, αγόρια και κορίτσια. Ξυπνάνε το πρωί νωρίς, ώσπου να βγω εγώ για το μπάνιο έχουν όλοι φύγει για τις δουλειές τους. Τα κρεβάτια μένουν άστρωτα, στα δωμάτια τους είναι μονίμως στημένη η σιδερώστρα. Το βασικό είναι να έχουν άψογη εμφάνιση στη δουλειά. Στο δρόμο είναι σα να βλέπω αυτούς τους νέους σε αναρίθμητα αντίγραφα, όλοι κομψοί, αυστηροί, βιαστικοί, προσηλωμένοι στο στόχο τους. Να δουλέψουν, να αναγνωριστεί η δουλειά τους, να πετύχουν, να βελτιώσουν τη θέση τους, ίσως να γίνουν διευθυντές, ίσως ν' ανοίξουν δική τους επιχείρηση, να καταξιωθούν, να κερδίσουν λεφτά, περισσότερα λεφτά, να φτιάξουν κάτι πρωτότυπο, να μπορέσουν να δείξουν την αξία τους, να, να, να. Πλήθη χύνονται στο δρόμο κάθε πρωί, εκατομμύρια νέοι απ' όλο τον κόσμο με την ίδια φιλοδοξία. Εδώ είναι η αρένα, εδώ θα παλαίψουν με τα λιοντάρια, κι είναι αποφασισμένοι να νικήσουν.
Ηλικιωμένοι δεν περπατούν στους δρόμους του κεντρικού Λονδίνου την ημέρα. Οι ρυθμοί τους ενοχλούν, μπορεί να εμποδίζουν το μεγάλο κύμα που ορίζει τη μέση ταχύτητα μετακίνησης, η οποία οφείλει να είναι η υψηλότερη στον κόσμο, αλλιώς θα χάσουν κάποιο βραβείο. Αισθάνομαι το σώμα μου αδύναμο ν' αντιμετωπίσει όλη αυτή τη δυναμική της νεότητας που πάλλεται στους δρόμους. Νομίζω ότι θα με παρασύρουν, θα με τσαλαπατήσουν, θα σωριαστώ σε καμιά γωνιά, αλλά βέβαια ούτε καν με σκουντούν, εκπαιδευμένοι όλοι να περπατάνε γρήγορα με ελιγμούς, να αποφεύγουν τα εμπόδια, να σέβονται υποχρεωτικά τους μυριάδες άλλους που διασταυρώνονται μαζί τους. Η ανημπόρια μου αναδεικνύεται εσωτερικά, θα μπορούσα άραγε κι εγώ να βρω μια θέση στο μεγάλο αυτό στάδιο αναμέτρησης που είναι το Λονδίνο; Σίγουρα δεν θα κατάφερνα πια να γίνω ρεπόρτερ ή οτιδήποτε τέτοιο, αλλά ίσως νταντά;
Τα μεσημέρια οι εργαζόμενοι τρώνε κάτι πρόχειρο, είτε στο κοντινό πάρκο από το τάπερ που κατάφεραν να πάρουν μαζί τους, είτε σε κάποιο προχειράδικο της περιοχής. Υπάρχει μια αλυσίδα από δαύτα που δεν έχει ούτε τουαλέτες, η λογική θα είναι φαντάζομαι ότι θα γυρίσουν στη δουλειά τους οι πελάτες για κατούρημα και λοιπές σωματικές ανάγκες. Για μένα την οιονεί τουρίστρια η αλυσίδα είναι απολύτως αποφευκτέα: Pret a manger λέγεται, με παρέσυρε μια -δυο φορές με τον γαλλικό της τίτλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει αλλού πουθενά φαγάδικο χωρίς τουαλέτα.
Σε κάθε βήμα ωστόσο βιτρίνες, πωλητές, τοίχοι ζωγραφισμένοι, επιγραφές, χάρτες σε κολώνες, κρεμασμένες γλάστρες, κάθε είδους προτάσεις- παρεμβάσεις- εκθέσεις, προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή και το ενδιαφέρον αυτών των βιαστικών και των λιγότερο βιαστικών όπως εγώ, που θα ήθελα πολύ να χαζέψω κάθε βιτρίνα για κάμποσο, αν δεν υπήρχε η διπλανή που θέλω κι αυτή να τη χαζέψω. Δύσκολο να μοιράσεις με δικαιοσύνη τον τουριστικό χρόνο μιας άσκοπης βόλτας, ή μάλλον απολύτως μάταιο ως προσπάθεια. Αφήνομαι λοιπόν στην αίσθηση των ασταμάτητων εντυπώσεων όπως σε μια βροχή, με την απληστία αχαλίνωτη, να καταβροχθίζει εικόνες. Μόνο τα πόδια σε λίγες ώρες θυμίζουν τις πεπερασμένες ικανότητες του σώματος.
Αχ σώμα, σώμα, γιατί να είσαι σώμα, φυλακισμένο στα μέλη που κουράζονται, βαρύ, χωρίς φτερά; Κοίτα εδώ τους νέους, ανήκουν κιόλας σε άλλο είδος, λεπτοί, ευκίνητοι, γυμνασμένοι, τρέχουν με πατίνια, περπατούν ανάλαφρα, κοντεύουν να πετάξουν. Τι γενιά βαριά η δική μας, να πληρώνεις τις ευκολίες σε δυσκινησία και λίπος...
Τα δυο μου παιδιά τελειώνουν τη δουλειά τους αργά, ο ένας πιο αργά από τον άλλον. Συναντούν φίλους, χορεύει σάλσα ο μεγάλος, ο μικρός κανονίζει να πάει για σκι στη Γαλλία. Χαίρομαι που τους έμαθα να αγαπούν το χορό και τα σπορ. Θα αντέξουν περισσότερο από μένα να περπατούν, να
ερευνούν, να ταξιδεύουν και να δουλεύουν. Εύχομαι πάντα να βρίσκουν δουλειά, να αγωνίζονται έτσι ώστε να μπορούν να διακριθούν, να εξαντλούν τις δυνατότητές τους, να νιώθουν ικανοποίηση απ' αυτά που κάνουν. Τα θαυμάζω που καταφέρνουν να ζουν και να δουλεύουν εδώ.

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...