Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Χελιδονόψαρα και σολομοί



Πέφτει ο αέρας το βραδάκι, και η θάλασσα μοιάζει με καθρέφτη. Βαραίνουμε κι εμείς από τη ζέστη της μέρας, δεν θέλουμε να μετακινηθούμε πιθαμή. Κολυμπούν εδώ παιδιά και γέροι, όρθιοι με τα καπέλα τους συζητούν για ένδοξα ψαρέματα του παρελθόντος, κάποτε έπιανα ροφούς εδώ, τώρα ούτε σαρδέλες δεν βλέπω. Πού να τις δεις, δεν πηδάνε έξω από το νερό! Αφού σου λέω, έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια, ο πρώτος επιμένει. Άδικα περιμένεις, φωνάζει στο πιτσιρίκι που έχει πάρει την αδιάβροχη φωτογραφική μηχανή από τον μπαμπά του και στέκεται με τα πόδια ανοιχτά στα ρηχά, περιμένοντας κάποιο ψάρι να ποζάρει.
-Θα βγάλω χελοδονόψαρο, τους πληροφορεί και τη στρέφει στον ουρανό, στον ήλιο που πάει να δύσει. Γελά η παρέα των μεγάλων. Είναι δύσκολο να πετύχεις το χελιδονόψαρο την ώρα που πετάει,  λέει ο πατέρας του. Ξαφνικά θυμάμαι μια στιγμή που δεν πρόλαβα να απαθανατίσω, αν και κουβαλούσα κι εγώ φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό μου. Ήμουν στη Σκωτία, αδερφοποιημένη χώρα για γονείς φοιτητών που επωφελήθηκαν από τις υποτροφίες προς μη Βρετανούς Ευρωπαίους, κι είχαμε πάρει τα βουνά, κυριολεκτικά. Έστω, τους λόφους,  βουνά δεν τα λες, τριακόσια μέτρα ύψος το ψηλότερο, όμως πόσο όμορφα, με τα σημαδεμένα τους μονοπάτια, οργανωμένα, νιώθεις την ανάσα της αγάπης και της φροντίδας των κατοίκων τους σε κάθε βήμα. Ανεβαίναμε δίπλα σ’ ένα ρυάκι που κυλούσε ορμητικό, κι εκεί που ο γκρεμός ήταν μεγάλος είχαν φτιάξει γούρνες σαν σκαλοπάτια, να μειώνεται η απόσταση για τους σολομούς που κολυμπούσαν κόντρα στο ρεύμα, να φτάσουν πίσω στην πηγή που γεννήθηκαν, να κάνουν εκεί τ’ αυγά τους. Όλ’ αυτά τα έγραφαν σε μια κατατοπιστική ταμπελίτσα και τα εξηγούσαν με σκίτσα, κι αφού τα διάβασα σαν το πιο απίστευτο παραμύθι, είπα η έξυπνη, σιγά να μην πηδάνε οι σολομοί απ’ αυτά τα σκαλοπάτια! Και μόλις το είπα, λες και με είχε ακούσει, βλέπω μια ψαρούκλα, μεγάλη σαν τον πήχυ μου, να πηδάει μονοκόμματη, οριζόντια, από τη χαμηλή γούρνα, και να φτάνει την ψηλή, που ήταν ένα μέτρο πιο πάνω. Κι έμεινα με το στόμα ανοιχτό, άφωνη, για κάμποση ώρα, ύστερα άρχισα να φωνάζω σα μικρό παιδί.
 Πρέπει πάντα να επαγρυπνείς, λέω στον πιτσιρίκο, τα χελιδονόψαρα τινάζονται εκεί που δεν το περιμένει κανείς.
Δημοσίευση σχολίου