Σάββατο, 5 Μαΐου 2018

Πρωτομαγιά στη Νέα Φιλαδέλφεια



Πόσο μου άρεσε η Νέα Φιλαδέλφεια όταν ήμουν παιδί! Πόση ευτυχία να επισκέπτομαι τη γιαγιά μου εκεί, σε μονοκατοικία με αυλίτσα και κηπάκι, πόση διαφορά από το τριάρι διαμέρισμα όπου ζούσαμε εμείς, κι οι γονείς δεν μας άφηναν να ξεμυτίσουμε στο δρόμο. Έπαιζα στο χώμα της αυλής, έμπαινα σε κάποιο κοντινό οικόπεδο με αγριόχορτα, απολάμβανα τα ζεστά πλακάκια μπροστά στη μπαλκονόπορτα, θυμάμαι πώς ακουμπούσε πάνω τους το ξύλινο πατζούρι της κι ανατριχιάζω ακόμα. Όλα ήταν ενδιαφέροντα σε κείνο το σπίτι, η σόμπα που την τροφοδοτούσες κάρβουνα με κυλινδρικό φτυάρι, τα μεταλλικά κουτιά  μπισκότων γεμάτα κουμπιά, η κουζίνα με τα βεραμάν ντουλάπια, ο ήχος του τραίνου τη νύχτα, τα φώτα του δρόμου από το τζάμι της εξώπορτας. Κι όταν με πήγαινε βόλτα στης αδερφής της, και περνούσαμε σειρά τα σπίτια με τις αυλίτσες, τους μικρούς κήπους και τις μπροστινές βεράντες, εκεί πια εκστασιαζόμουν.
Υπήρχαν τρία σκαλιά στον κήπο, στο πλάι, στα περισσότερα σπίτια. Είχαν χτιστεί όλα μαζί για τους πρόσφυγες, με ενιαίο σχέδιο, έμοιαζαν αλλά δεν ήταν ολόιδια. Της γιαγιάς μου ήταν αλλιώτικο, με πέτρινη ακτινωτή πέργκολα πάνω από τη βεράντα. Κάθε πόρτα,  κάθε παράθυρο, τα σχέδια από τα πλακάκια, οι κουρτίνες της και το αεράκι που τις φυσούσε, τα κάγκελα της αυλής, ο τρόπος που φύτρωναν τα ξερόχορτα σύριζα στο πεζούλι, η πλάκα το σαπούνι ‘μαρουλιού’ που ακουμπούσε στο περβάζι, όλα με ξετρέλαιναν. Είχα ανάγκη από καταγωγή, είχα ανάγκη από ιστορία, η ζωή στο διαμέρισμα με τους πολυάσχολους γονείς, δεν μου έφτανε. Ήθελα εκείνες τις γριές,  τις βαθιές, υγρές φωνές τους, το γέλιο τους που βάθαινε το χρόνο, τη γενναιοδωρία τους, τις ιστορίες τους από την πατρίδα, ακόμα και τη γλώσσα τους την ακατανόητη, τα τούρκικα στα οποία γλιστρούσαν μοιραία κάποια στιγμή για να κρύψουν όσα δεν έπρεπε να ακούσω. Λάτρευα τα σπίτια τους και τις ίδιες, τη γιαγιά μου και τις αδερφές της. Ήταν ανεξάντλητες, η κάθε μια είχε παιδιά που έμεναν με τη σειρά τους σε άλλα σπίτια εκεί κοντά, ίδια, με κεραμίδια, με ξύλινα στηρίγματα κάτω από τη στέγη, με σκαλοπάτια από τον κήπο στη βεραντούλα, με παρτεράκια στην αυλή, με κλαρωτά καλύμματα στις πολυθρόνες, με παλιούς μπουφέδες, με νέους κάθε φορά θησαυρούς.
Πώς μπόρεσε η γιαγιά μου και πούλησε το σπίτι εκείνο, κι ήρθε να μείνει σ’ ένα δυάρι στην Κυψέλη; Τα παιδιά της αδερφής της έχτισαν κι εκείνα το σπίτι της μάνας τους, ένα απ’ αυτά που λάτρευα, το έκαναν πολυκατοικία. Όμως κάποια στιγμή τα προσφυγικά της Νέας Φιλαδέλφειας ανακηρύχτηκαν διατηρητέος συνοικισμός, οπότε όποιος πρόλαβε να χτίσει έχτισε, ένα σωρό σώθηκαν κι είναι τώρα μια γειτονιά που θυμίζει αρκετά τον εαυτό της.
Τη χάρηκα την Πρωτομαγιά, πολλά δρομάκια με σπίτια όπως εκείνα των αναμνήσεων μου, η διαφορά είναι το πράσινο, τώρα έχουν μεγαλώσει και τα δέντρα στους δρόμους και στις αυλές. Πόσο διαφορετική ποιότητα ζωής για τους τυχερούς που ζουν σε τέτοιο σπίτι. Βόλτες όμως στο Άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας δεν φαίνεται να τους ενδιαφέρουν πλέον. Το δάσος που καταλαμβάνει τα περισσότερα από τα 480 στρέμματα του Άλσους, το βρήκα σχεδόν έρημο. Κάτω από τα δέντρα, όπου θα έπρεπε κανονικά να έχει μαργαρίτες, τα χόρτα είχαν ξεραθεί, προφανώς από ράντισμα, γιατί φυσιολογικά τα αγριόχορτα δεν είναι κατακίτρινα και μαραγκιασμένα την 1η Μαΐου. Δεν μπορούσε να περιμένει λίγο ο Δήμος, να περάσει τουλάχιστον η Πρωτομαγιά;
Γύρω από τη λιμνούλα με το νησάκι που έχει επάνω τον ψεύτικο ανεμόμυλο, άλλη ατραξιόν της παιδικής μου ηλικίας, έχουν βάλει γκαζόν και κάγκελα, κι έχουν κλείσει το καφενείο. Τι μυστήρια έχθρα είναι αυτή με τα καφενεία στα πάρκα; Έγινε κι εκεί επίθεση στην «εμπορευματοποίηση» όπως στο Πεδίο του Άρεως; Τι είδους αμαρτία είναι πια ασυγχώρητη, να μπορείς να καθήσεις να πιεις τον καφέ σου σε ένα ωραίο πάρκο;
Στον κεντρικό δρόμο μια μεγάλη τριήμερη αγορά, σαν δέκα λαϊκές μαζεμένες,  πρέπει να έχει αντικαταστήσει τα ανθεστήρια που γίνονταν κάποτε. Θυμάμαι από παλιά τον συνωστισμό, αυτή η παράδοση έχει κρατηθεί.
Όσο για το δάσος, το προσθέτω στη λίστα των χώρων που πρέπει να χρησιμοποιούν οι δρομείς και ποδηλάτες, των Ημιμαραθωνίων, των  Γύρων της Αθήνας και άλλων παρεμφερών, όταν με το καλό σκεφτούν ότι πιο καλά τρέχει κανείς κάτω από τα δέντρα παρά στο κέντρο της πόλης, ανάμεσα σε αυτοκίνητα σταματημένα με τη μηχανή αναμμένη που περιμένουν να ξεκινήσουν και μαρσάρουν. Οψόμεθα.


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Φοιτήτρια ξανά

Για λίγο θα ήθελα να ξεχαστώ στο αμφιθέατρο της Νομικής Σχολής, όπου πήγα να παρακολουθήσω το μάθημα του συνταγματολόγου Σταύρου Τσακυράκη, το τελευταίο του πριν βγει στη σύνταξη.
Να νιώσω σαν φοιτήτρια ανάμεσα στους φοιτητές κι εγώ, που συζητάμε για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την πηγή τους κι ακούμε τις απόψεις και αντιλαμβανόμαστε αργά και απολαυστικά, με την απόλαυση που δίνει η αντίληψη των πραγμάτων δηλαδή, το τι σημαίνει η κάθε μία.
Θα ήθελα να νιώσω εικοσάχρονη, όπως τότε που ήμουν στ' αλήθεια φοιτήτρια της Νομικής και καθόμουν στ' αμφιθέατρα με το στυλό μου και τα βιβλία μου, αλλά δεν τα κατάφερα. Μοιραία, αντί για την ωραία ψευδαίσθηση, με πλημμύρισε ζήλια.
Ανθρώπινα δικαιώματα, ποτέ δεν είχαμε ασχοληθεί με τέτοια θέματα τα χρόνια εκείνα. Κινέζικα θα ακούγονταν στα δικά μας έδρανα και άκρως υποκριτικά, αφού είχαμε καθεστώς περιστολής των ατομικών ελευθεριών λόγω των μεγάλων κινδύνων που διέτρεχε η πατρίς, η θρησκεία και η οικογένεια.
Ετσι γίνεται με τις περιστολές, βρίσκονται οι κίνδυνοι και εμφανίζονται οι σωτήρες. Ο τότε καθηγητής του Συνταγματικού είχε συνεργαστεί στο Σύνταγμα της χούντας, το ηθικό μας πρόβλημα, πολύ εσωτερικό κι απολύτως πολυτελές, ήταν ό,τι έπρεπε να μελετήσουμε το βιβλίο του και να περάσουμε το μάθημα, αν θέλαμε να συνεχίσουμε τις σπουδές μας. Ασκούμασταν στην αντοχή της σιωπής, στην καχυποψία έναντι των πάντων, στην ιχνηλάτηση κρυφών νοημάτων.
Εβλεπα το Δίκαιο σαν ξένο ένδυμα, σαν πανί ταυρομάχου που σαλεύει προκλητικά για να μας παγιδεύσει. Πώς να είχε νόημα; Πώς να συμμετέχεις σ’ αυτό, αν όχι με εξέγερση, όπως έκανε τότε και ο Τσακυράκης;
Ο οποίος, ως καθηγητής πια που αποχαιρέτησε χτες τη Νομική μετά από τριάντα έξι χρόνια διδασκαλίας, συνταγματολόγος κι αυτός, κατάφερε ώς και στο τελευταίο του μάθημα να φωτίσει ιδέες προστασίας των ελευθεριών, ισότητας, συμμετοχής στη Δικαιοσύνη.
Στο τωρινό αμφιθέατρο σχεδόν έσχιζαν τον αέρα οι αστραπές της σκέψης, οι προκλήσεις των καινούργιων ιδεών, αυτές οι πνευματικές ηδονές της ελευθερίας. Καμία σχέση με το πνευματικό μαράγκιασμα που ζήσαμε επί χούντας. Τι κρίμα να μην υπάρχει ανθρώπινο δικαίωμα επιστροφής στη νεότητα, επανάληψης των φοιτητικών χρόνων. Δικαίωμα στις σπουδές, στη διά βίου μάθηση δεν αρκεί, δεκαοχτάρης να γίνεσαι και ν' ακούς τους σοφούς με το μυαλό ολόφρεσκο ξανά, αυτό να κατοχυρωνόταν!
http://www.efsyn.gr/arthro/oi-idees-kai-ta-hronia

Ανθρωποφάς

Δεν ξέρω αν ακόμα είναι της μόδας ανάμεσα στους γονείς να αποφεύγουν να αγοράζουν όπλα στα παιδιά τους για παιχνίδι. Οταν μεγάλωναν οι σημερινοί τριαντάρηδες ήταν κοινός τόπος, που άρχιζε από τα προνήπια. Στις ίδιες τάξεις που τους μάθαιναν στις 28 Οκτωβρίου να τραγουδάνε το «κορόιδο Μουσολίνι» και να παρελαύνουν με χάρτινα σημαιάκια, τους έβαζαν να ζωγραφίζουν αφισούλες εναντίον του πολέμου και να θάβουν τα παιχνίδια τους με τελετές.
Καλούσαν και κάποιοι δήμοι, φέρτε τα παιδιά σας να θάψουν τα πολεμικά παιχνίδια τους. Τώρα δεν ακούγονται πια τέτοια, μάλλον ο φιλειρηνισμός δεν φοριέται σε καμιά μορφή του, αλλά, φαίνεται, η παιδική στέρηση της εποχής εκείνης χτυπάει τους ώριμους άντρες (ώριμοι, τρόπος του λέγειν) που επειδή δεν σκότωσαν αρκετά πλαστικά ή ξύλινα ή ηλεκτρονικά πλάσματα στον καιρό που πρέπει να καθαρίζεις χίλια τέτοια την ημέρα για να έρχεσαι στα ίσα σου, τώρα τρώγονται με τα ρούχα τους.
Μπορεί δηλαδή να φταίει αυτό, ή να φταίει που μετά τον τραγικό θάνατο του πιλότου, τον οποίο σκέφτηκαν να τιμήσουν βάζοντας σημαία σε βραχονησίδα με το πολύ εκφραστικό όνομα Ανθρωποφάς τρεις νεαροί στις διακοπές τους, ακούστηκαν τα μύρια όσα, αλλά δεν έγινε καμιά κουβέντα περί των περίφημων αναχαιτίσεων και ό,τι αυτές συνεπάγονται.
Κάνα δυο άρθρα διάβασα που υποστηρίζουν ότι το κόστος της διακήρυξης της Ελλάδας για τον εναέριο χώρο της, τον οποίο δεν αναγνωρίζει κανείς όπως τον έχει διακηρύξει η ίδια, είναι μεγάλο σε ανθρώπινες ζωές. Τι σκοπιμότητα έχει αυτή η κατάσταση, τι κοστίζει, τι κερδίζουμε, τι χάνουμε; Γιατί; Από πότε; Και μέχρι πότε;
Δεν θα ήταν λογικό να μπουν αυτά τα ζητήματα ξεκάθαρα σε ένα τραπέζι και να μάθουμε κάτι περισσότερο ως πολίτες, από το να βριζόμαστε για το ποιος δικαιούται να ονομάζεται ήρωας πάνω από τη χαμένη ζωή ενός νέου ανθρώπου; Εκτός αν οι κραυγές ακούγονται κυρίως για ν’ αποφύγουμε κάθε συζήτηση και προβληματισμό, για να φτιάξουμε ένα τεράστιο ταμπού πάνω από κάποιες κινήσεις εξωτερικής πολιτικής που είναι ήδη πληρωμένες με αρκετό αίμα.
Μέσα σ’ αυτή την απίστευτη αμετροέπεια που μας έχει πλημμυρίσει, το πιο σοφό πράγμα είναι το όνομα της νησίδας: Ανθρωποφάς. Δείτε τον εαυτό σας ως θήραμα.
http://www.efsyn.gr/arthro/anthropofas

Διαβατήριες τελετές

Αδειασε η Αθήνα τις τελευταίες μέρες και φάνηκαν παιδιά, κάποια που δεν έχουν εξοχικό ή χωριό να πάνε, ακούστηκαν να φωνάζουν και να κλαίνε, βρήκαν χώρο να τρέξουν, να πέσουν και να χτυπήσουν στην άσφαλτο και τις τσιμεντόπλακες.
Θα τα παιδεύει η άνοιξη κι αυτά, πού να βολευτούν, τι να κάνουν σε φτωχά διαμερίσματα, ίσως στριμωγμένα σε ένα δωμάτιο με όλη την οικογένεια, μ' αυτή την ακαταμάχητη επιθυμία για κίνηση που τα αναστατώνει καθημερινά; Τη θυμάμαι πολύ καλά, φυλακισμένη καθώς υπήρξα κι εγώ στα παιδικά μου χρόνια στον μοντέρνο τότε τρόπο ζωής, αλλά είχα τις διαφυγές μου.
Τυχερή. Υπήρχε ο παππούς στο Αγρίνιο, κάναμε ένα ταξίδι κάθε άνοιξη, στις διακοπές του Πάσχα, και με υποδεχόταν με άγριες διαθέσεις για τον εκκλησιασμό μου, που ήξερε ότι ήταν ανύπαρκτος τον υπόλοιπο καιρό. Μ' έπαιρνε από το χέρι και πηγαίναμε στην εκκλησία οι δυο μας, τον αγαπούσα τόσο που έκανα υπομονή με τις ατέλειωτες ψαλμωδίες και τα απολύτως ακατανόητα δρώμενα, ακόμα και στα 12 ευαγγέλια της Μεγάλης Πέμπτης με πήγαινε, και κάθε τόσο τον ρωτούσα, «πόσα έχει ακόμα» έτοιμη να σωριαστώ από πλήξη.
Ωστόσο μου άρεσε, όχι για την εκκλησία αλλά για το μέγεθος, το ένιωθες πως η πόλη ήταν μικρή, πιο πολύ στα μέτρα σου, μπορούσες σαν παιδί να κυκλοφορήσεις, μας άφηναν, τα καταφέρναμε. Και συμμετείχαμε τέλος πάντων στις τελετές για το πέρασμα από τον χειμώνα στην άνοιξη, με τις δέουσες τιμές και τη δέουσα απομάκρυνση από το ασφυκτικό αστικό περιβάλλον, πράγμα που επαναλαμβάνεται ακόμα σε μεγάλη κλίμακα, ίσως υπερβολική.
Τώρα στην πόλη ξεμένουν ελάχιστα παιδιά, προσφυγάκια μοιάζουν όσα συναντώ. Καθώς ανοίγουμε παράθυρα, έρχονται οι φωνές από τα πιτσιρίκια του ισογείου, στριμωγμένα όλη μέρα στο σπίτι τους, τουλάχιστον ευχαριστιούνται τσιρίδα αυτές τις μέρες ανεμπόδιστα, να διαλαλούν την ικανότητα βαθιάς διαφραγματικής αναπνοής, που δεν τα έχει εγκαταλείψει. Συμμετέχουν βέβαια αυτά σε άλλου είδους τελετές διαβατήριες, η ίδια τους η ζωή είναι διαβατήρια, για πού άραγε διαβαίνουν, και τι θα μπορούν να γιορτάζουν εις ανάμνηση σε μερικές δεκαετίες; Ειρωνεία, να μένουν εδώ τα διαβατάρικα, όταν λείπουν όλα τ' άλλα.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Ρουτίνα στην Αθήνα

Μια μέρα ρουτίνας. Η Πανεπιστημίου είναι κλειστή από το Σύνταγμα, δεν ξέρω γιατί. Τη βλέπω άδεια να απλώνεται σε όλο της το μεγαλείο, τι κρίμα τελικά να μη γίνει εκείνη η πεζοδρόμηση, έτσι κι αλλιώς πεζοδρομείται από την Αστυνομία κάθε τρεις και λίγο, θα είχε τουλάχιστον δέντρα, ίσως κι ένα ποτάμι να κυλάει. Μπορεί να περνούσε και τραμ.
Τώρα δεν περνάει τίποτε, κάτι διαδηλωτές μόνο περνούν από τον χώρο τον λεγόμενο Προπύλαια Πανεπιστημίου στον άδειο δρόμο, προσπαθώντας να φαίνονται πολλοί. Είναι γύρω στους 150, όσο αραιά και να σταθούν δεν γίνεται να γεμίσουν και τα Προπύλαια και τον δρόμο.
Λίγο στη στάση κοιταζόμαστε, άνθρωποι γύρω μου τόσο κουρασμένοι που ούτε διαμαρτυρία δεν ακούγεται, ούτε γκριμάτσα. Παραιτημένοι κοιτάζουν στο βάθος, ανέκφραστοι, ξεχειλωμένοι από αποδοχή κάθε είδους ταλαιπωρίας που καθημερινά σκαρφίζεται όποιος έχει εξουσία κι όποιος προσπαθεί να αποκτήσει, στην πόλη αυτή.
Κατεβαίνω στο μετρό, εκεί έχουμε επίσκεψη μιας παρέας ωραίων νεαρών που μοιράζουν χαρτιά και κάθε τόσο φωνάζουν όλοι μαζί ένα δίστιχο: «Θέλουμε ελεύθερες μετακινήσεις για όλους!» Και ποιος σας εμποδίζει να μετακινηθείτε ελεύθερα, ρε παίδες, σκέφτομαι σιωπηλά, ο δρόμος είναι ανοιχτός επάνω, υπερβολικά ανοιχτός μάλιστα, και τα σκυλιά δεμένα σε γενικές γραμμές.
Πηγαίνετε όπου θέλετε και μη μας ξεκουφαίνετε! Υστερα αργά χαράζει στο μυαλό μου η δεύτερη σκέψη: όταν λένε τα παιδιά «ελεύθερες μετακινήσεις» δεν εννοούν αυτό που νομίζω, αυτό που εννοούμε στα ελληνικά δηλαδή, αλλά δωρεάν. Πώς λέμε ελεύθερη είσοδος; Αυτό. Μεταφράζουν την αγγλική έκφραση, το free. Εμ βέβαια, ξέρουν αγγλικά, όχι όπως εγώ που όταν είχα πρωτοπάει στο Λονδίνο έκανα μέρες να καταλάβω ότι το «ελεύθερο» εκεί ήταν το δωρεάν.
Αυτά είναι γαλουχημένα στην αγγλική κουλτούρα, φαίνονται εξάλλου, τόσο καλοζωισμένα, αστραφτερά νιάτα, καμία σχέση με τους ταλαίπωρους της στάσης επάνω, είναι ζήτημα αν έχουν μπει σε λεωφορείο μια φορά στη ζωή τους. Μια νεαρή με μπροκάρ σορτσάκι πάνω από διχτυωτό καλσόν κάνει να μου δώσει φυλλάδιο, γυρίζω εχθρικά από την άλλη πλευρά, πόσο ακόμα νομίζεις ότι αντέχουν σφυροκόπημα από την κακομαθημένη μανία σας οι θεσμοί και οι δομές, πόσο αντέχουμε οι άνθρωποι αυτής της πόλης, μου έρχεται να της πω, αλλά φυσικά δεν λέω τίποτε, αντίθετα εκείνη μαζί με τους άλλους πιάνουν άλλο ποίημα εν χορώ και ρυθμώ: «Ελεύθερα αγαθά σε κάθε γειτονιά».
Η λέξη «γειτονιές» με εντυπωσιάζει. Μεγαλωμένα σε λουξ διαμερίσματα με τις καλύτερες οθόνες και κάθε σύγχρονο μέσο, νοσταλγούν πιθανόν γειτονιές με ασβεστωμένα πεζοδρόμια και γριές σε καρέκλες να τα παρακολουθούν που φλερτάρουν και να τα κατσαδιάζουν - ίσως χωρίς κάτι τέτοιο τα νιάτα να είναι άνοστα. Ας μετακινηθούν ελεύθερα προς τα εξοχικά τους για λίγο, μπας και λειτουργήσει κάνα τρόλεϊ, μουρμουρίζω φουρκισμένη.
Τελικά γύρισα με τα πόδια κι αργά το βράδυ άκουσα πως έριξαν δακρυγόνα γύρω από το Πανεπιστήμιο. Εγώ πάντως δεν τα χρειάζομαι. Κλαίω από μόνη μου.

Γήρας αμήχανον

Η γενιά των γονιών μας γέρασε, και γερνά ακόμα, ξαφνιασμένη από τη μοναξιά, για την οποία δεν είχε προετοιμαστεί καταλλήλως. Κι όμως, ήταν εκείνη που αγωνίστηκε πολύ για την αξιοπρεπή καθημερινότητα της πυρηνικής οικογένειας, για την ανεξαρτησία της από τα μεγάλα σόγια, από τους πατριάρχες και τις βασιλομήτορες που είχαν λόγο σε όλα κι ανακατεύονταν στη μοίρα και την καθημερινότητα των νέων ζευγαριών.
Η γενιά των γονιών μας χώρισε τα τσανάκια της όσο μπόρεσε, έδωσε τη μάχη της, πλήρωσε χρυσά τα τριάρια και τα δυάρια της ελευθερίας της κι όταν τα χρόνια πέρασαν, άρχισε να νοσταλγεί τα σπίτια του χωριού με τις προσθήκες και τα πανoπτικά που θα τους επέτρεπαν, αφού πια είχαν γεράσει, να έχουν εκείνοι την εποπτεία ή, έστω, τη θέα των κατιόντων. Αλλά είναι αργά πια να γκρεμιστούν οι τοίχοι και να ξαναχτιστεί η οικογένεια, να ξαναδεθεί με όλα τα δεσμά που μάτωσε να αποτινάξει.
Βέβαια, υπάρχουν πάντα μερικοί που δεν χρειάστηκε να περάσουν τέτοιες δοκιμασίες. Από παιδιά βολεύτηκαν εύκολα στις καταστάσεις που τους έλαχαν, θα έλεγε μάλιστα κανείς, κρίνοντας από την οικοδομική δραστηριότητα των προαστίων, πως υπάρχει ειδική μεσογειακή ευκολία στην προσαρμογή των μελών της οικογένειας στον σύγχρονο γενικό οικοδομικό κανονισμό με τα πανταχόθεν ελεύθερα οροφοδιαμερίσματα εσωτερικής γενεακής εξάρτησης, αλλά δεν παύουν να είναι λίγοι.
Ισως υπήρξαν οι πιο προνοητικοί, αυτοί που ήξεραν το μέτρο, ζύγισαν τις κερδισμένες αποστάσεις και τη χαμένη επιτήρηση και βρήκαν τη χρυσή τομή ή έστω κάτι που της μοιάζει. Οι πιο πολλοί πέρασαν το μεγάλο ξάφνιασμα, πώς ερημώνει έτσι το σπίτι όταν μεγαλώνουν τα παιδιά κι αργούν να κάνουν εγγόνια, πώς να τα προσελκύσεις πίσω, τι να μαγειρέψεις, πώς να καλλιεργήσεις την ανάγκη που ήδη ξεπεράστηκε. Δύσκολα ζητήματα για γέρους ανθρώπους, συχνά αναπάντητα για όποιον δεν προνόησε από νωρίς να τα λύσει.
Καθώς γερνούν οι άνθρωποι που θυμούνται ακόμα κάποιον παππού τους να περιλαμβάνεται στο τοπίο του πατρικού σπιτιού, παραξενεύονται που δεν υπάρχει γύρω τους κόσμος, που δεν έχουν τη θέση εκείνου.
Η δική μας γενιά, που μεγάλωσε χωρίς πολύ κόσμο γύρω της, στην εξασφαλισμένη ανεξαρτησία της πυρηνικής οικογένειας, θα πρέπει να επινοήσει κάτι πρωτότυπο για τα γεράματά της, έναν καινούργιο τρόπο ζωής. Μόνο που οι πρωτοτυπίες ταιριάζουν στη νεότητα, κι εκεί θα ξανασυναντήσει την αμηχανία.

Ήταν ένα μικρό καράβι

Για την ημέρα της ποίησης, την οποία τραγουδάμε επίσης: Το τραγουδάκι, "Ήταν ένα μικρό καράβι" μεταφερμένο από τα γαλλικά, δεν τελειώνει με τους στίχους: "κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο, που ήταν αταξίδευτος" και λοιπές παραλλαγές με αγόρια και κορίτσια. Συνεχίζεται, και λέει τα εξής:
_Αχ, θάλασσα μου, και κυρά μου, βοήθησε με τώρα, το παιδί:
Και τότε έγινε το θαύμα που έχουν να λένε όλοι οι ναυτικοί
Γιατί μονάχα τους τα ψάρια πηδούσαν στο κατάστρωμα
Τα πιάσαν και τα μαγειρέψαν, και γλύτωσε ο ναύτης, το παιδί
Κι αν σας αρέσει αυτή η ιστορία, την ξαναλέμε από την αρχή!"

Το αθάνατο μαλάκιο

Το μυστικό της αιώνιας νεότητας υπάρχει και το έχουν ανακαλύψει οι μέδουσες. 

Λίγο σεβασμό λοιπόν όταν τις πιάνετε και τις πετάτε πάνω στα βότσαλα για να μπορέσετε να κολυμπήσετε σε θάλασσα καθαρή. 

Μπορεί η παλάμη σας να αγγίζει κάτι από την αθανασία των σωμάτων έστω και σε γλοιώδη μορφή. Μπορεί να είναι και κάποια μακρινή συγγενής του είδους Τurritopsis nutricula, του μοναδικού στον πλανήτη που μπορεί και γυρίζει τον χρόνο πίσω. Μόλις μεγαλώσει και αισθανθεί το γήρας να την πολιορκεί, η Τurritopsis περνά από το ώριμο ενήλικο στάδιο στο ανώριμο στάδιο του πολύποδα. Ξαναγίνεται μωρό σιγά σιγά. Σαν τον Μπέντζαμιν Μπάτον, φτάνει από πίσω προς τα μπρος, και μετά πάλι από την αρχή. Φαίνεται πως δεν πλήττει να ξαναγίνεται νήπιο στα ίδια γαλάζια νερά, αν και δεν έχει να ζήσει μεγάλες αλλαγές, όπως οι άνθρωποι. Ας πούμε, δεν έχει τη δυνατότητα να μεγαλώνει στα χρόνια του τηλέγραφου, να γερνάει, να μικραίνει, και να ξαναμεγαλώνει στα χρόνια του κινητού και του Ιντερνετ. Τίποτε από αυτά, η μέδουσα μπορεί να μη θυμάται κιόλας ότι υπήρξε κάποτε παιδί, κάθε φορά να ξεκινά από την αρχή. Ή μπορεί τα πολλά της νεανικά πόδια κάτι να συγκρατούν σαν μνήμη, πάντως τα καταφέρνει και ξαναζεί μία και δύο και τρεις ζωές, κι όταν ξαναγερνάει ξαναμωραίνεται. Διάφανη τόσο που μοιάζει κενή, βουτηγμένη στον ωκεανό της ματαιότητάς της καθώς και στα νερά των ωκεανών. 

Τόσο πολύ καλόμαθε μάλιστα που αυξάνεται ως είδος και πληθύνεται και θα κατακυριεύσει όπου να ΄ναι τις θάλασσες. Η ζωή στη θάλασσα ξεκίνησε, εκεί θα ξεκινήσει και η αθανασία. Κι εμείς; Αν γίνουμε πιο διάφανοι, πιο μαλακοί και κολυμπάμε περισσότερο, έχουμε ελπίδες; 

Από τα ΝΕΑ το 2010 http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4568861/?iid=2

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Ιερή πορνεία

Ήταν ή δεν ήταν πόρνες οι γυναίκες του ναού; Ορισμένες αμερικανίδες φεμινίστριες αμφισβητούν το νόημα των αρχαίων κειμένων που αναφέρονται σε πορνεία μέσα σε ναούς, και μάλιστα κάποιοι αρχαιολόγοι λένε πως μπορεί να έχουν και δίκιο. Δεν είναι απόλυτα σίγουρο ότι η ιερή πορνεία ήταν ακριβώς πορνεία και δεν έχει μετρηθεί πόσο ήταν ιερή. 

Ποιος έπαιρνε δηλαδή τα λεφτά, το κορίτσι ή ο ιερέας; 

Καμιά απάντηση δεν είναι σίγουρη, αλλά σίγουρα βρέθηκε ένα ευχάριστο και ενδιαφέρον θέμα να συζητηθεί σε διάφορες εσωτερικές σελίδες εφημερίδων. Και να προβάλει πάλι την Ελλάδα. Δεν τη γλιτώνουμε την προβολή, όσο σεμνοί και να γινόμαστε. Και δη τη σεξουαλική προβολή, διατί να το κρύψωμεν άλλωστε, είναι ο τόπος γεμάτος αναμνήσεις ερώτων. 

Πάντως δεν τις καταλαβαίνω τις αμερικανίδες φεμινίστριες, και μάλλον κι αυτές δεν καταλαβαίνουν την αρχαιότητα. Πιο πολύ μιλάνε σαν κόρες πουριτανών παρά σαν επιστήμονες που πλησιάζουν ένα θέμα χωρίς προκατάληψη. Ούτε μου φαίνεται η στάση τους πολιτικά ορθή, διότι θέλουν να αφαιρέσουν από την πορνεία την πιθανότητα μιας διαφορετικής αντιμετώπισης στο παρελθόν. Άσε που τις καταγγέλλω για επίθεση στην ελληνική γλώσσα, γιατί υποσκάπτουν την έννοια της λέξης «ιερόδουλος». 

Οι αρχαίοι δεν είναι παράδειγμα προς μίμησιν, ούτως ή άλλως. Εκτός από ιερόδουλους είχαν και σκέτες δούλες, καθώς και δούλους. 

Πίστευαν ότι η γη είναι επίπεδη, ότι τους κεραυνούς τους στέλνει ο Δίας και τους σεισμούς τους προκαλεί ο Εγκέλαδος. Το λέει ακόμα η τηλεόραση, που έχει μείνει λίγο πίσω. Επειδή έγιναν πετυχημένοι χολιγουντιανοί ήρωες δεν είναι για να τους προσκυνάμε κιόλας. Ας μην τους παίρνουν τόσο στα σοβαρά οι αμερικανίδες φεμινίστριες, κι όλοι όσοι το παθαίνουν. 

Από τα ΝΕΑ το 2010 http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/4567762/?iid=2 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Ασπρόμαυρες περιπλανήσεις



Φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη δεκαοχτάχρονες το 1971, για σπουδές στη Νομική, τρισευτυχισμένες που θα ζούσαμε επιτέλους μακριά από τους γονείς μας. Με δυο αγαπημένες συμμαθήτριες νοικιάσαμε διαμέρισμα στην οδό Μπιζανίου, στη συνοικία Αγία Τριάδα. Από τη βεράντα φαινόταν ένα ωραίο παλιό σπίτι ανάμεσα σε πολυκατοικίες, με πολυγωνικά εξογκώματα στις δυο πλευρές, παράθυρα πλαισιωμένα με γύψινα στολίδια. Είχε ταμπέλα, θα κατεδαφιζόταν σύντομα. Είχα δει πολλά ωραία σπίτια να κατεδαφίζονται στην Αθήνα, αλλά πρώτη φορά σκέφτηκα να φωτογραφίσω εκείνο, να φυλάξω την εικόνα του πριν χαθεί τελείως. Πιο κάτω, προς την παραλία, ένα άλλο μεγάλο σπίτι με γαλάζια στολίδια στους τοίχους θύμιζε βορειοευρωπαϊκή βίλα. Το φωτογράφισα κι αυτό. Τσιγκουνευόμουν λίγο το φιλμ, ήταν ακριβή η αγορά και η εμφάνιση για το φοιτητικό βαλάντιο, αλλά τελικά ενέδιδα στην παρόρμηση.
Η φοιτητική ζωή δεν απεδείχθη συναρπαστική. Η πόλη έμοιαζε κλεισμένη στον εαυτό της. Δεν υπήρχαν φοιτητικά στέκια, κάποιοι φοιτητές σύχναζαν σε καφενεία με παρέες αντρών που παίζαν χαρτιά. Πηγαίναμε και σε ωραία φτηνά ρεστωράν, ξένοι και παραξενεμένοι. Πόλη και Πανεπιστήμιο ήταν σα να ανήκαν σε παράλληλα σύμπαντα. Ο φόβος της δικτατορίας βάραινε στην καθημερινότητα, στη συμπεριφορά των ανθρώπων, έπρεπε να μην εκτίθεσαι, να προσέχεις σε ποιον μιλάς, μη σου ξεφύγει τίποτε. Τα μαθήματα ήταν καταθλιπτικά, δεν μπορούσε να θιγεί το βασικό καυτό θέμα, η νομιμότητα του πολιτεύματος.
Έπληττα πολύ. Τριγυρνούσα στους δρόμους με την Kodak instamatic μου και φωτογράφιζα τα παλιά σπίτια, που έμοιαζαν καταδικασμένα, μοναχικά, παρατημένα. Δυο στενά πέρα απο την Μπιζανίου, υπήρχε ένα τζαμί, έγραφε πάνω «Αρχαιολογικό Μουσείο». Κλειστό. Χτισμένο λοξά προς το δρόμο, έμοιαζε απομεινάρι κάποιας άλλης πόλης που έπρεπε να εξαφανιστεί. Στην Εγνατία έβλεπες χορταριασμένους θόλους πάνω από κάποιες βιτρίνες στο δρόμο. Ανέβηκα στην Ανω Πόλη, φωτογράφησα τα σπιτάκια που νόμιζες ότι θα καταρρεύσουν ομαδικά. Τι πόλη ήταν αυτή; Δεν είχαμε ιδέα. Ξέραμε βέβαια ότι οι Εβραίοι της είχαν εξοντωθεί στην Κατοχή, αλλά δεν συλλαμβάναμε τότε την έκταση της καταστροφής εκείνης. Δεν ξέραμε ότι ζούσαν πολλοί στη γειτονιά μας, ότι πολλά από τα ωραία εκείνα παλιά σπίτια ήταν δικά τους, ότι τα είχαν κατοικήσει ντόπιοι και πρόσφυγες αμέσως μόλις τους μάζεψαν για το Άουσβιτς, κι ότι όσοι γύρισαν, οι 2.000 που γύρισαν από τις 50.000 που είχαν φύγει, δεν έβρισκαν να μείνουν. Έσβηναν οι ιστορίες αυτές μέσα στη σιωπή της χούντας, δεν τις άκουγες πουθενά. Δεν ξέραμε ότι η Ανω Πόλη ήταν κυρίως φτωχή τουρκογειτονιά, ότι οι θόλοι πίσω από τις βιτρίνες ήταν τζαμιά και χαμάμ, ότι το «Αρχαιολογικό Μουσείο» ήταν το τζαμί των Ντονμέδων, των παράξενων εκείνων  μουσουλμάνων που είχαν μεταστραφεί από  Εβραίοι τον 17ο αιώνα ακολουθώντας τον Σαμπεθάι Ζέβι. Κομμάτια της πόλης μας έγνεφαν. Πώς συνδυάζονταν εκείνες οι καταπληκτικές παλιές βίλες μέσα σε κήπους στην Βασιλίσσης Όλγας με τα χαγιάτια που είχαν τα σπίτια στα στενά λίγα τετράγωνα πιο πέρα; Τα μέγαρα στην Τσιμισκή, οι καταπληκτικές πολυκατοικίες αρ νουβώ στην Αγίου Δημητρίου, η Αριστοτέλους με τα ολόιδια σχεδιασμένα μέγαρα, πώς συνυπήρχαν με τις άθλιες κατασκευές ακριβώς δίπλα; Υπήρχε εκεί πόλη με ιστορία, την αγνοούσαμε, και δεν είχαμε δυνατότητα να τη γνωρίσουμε. Δεν ήταν όπως η Αθήνα, χωριό που με απόφαση του νέου κράτους έγινε πρωτεύουσα και μεγάλωσε προς κάθε κατεύθυνση. Ήταν αληθινή πόλη με συνέχεια, αλλά μας έδειχνε μόνο αποσπάσματα, αρχαία, ρωμαϊκά, βυζαντινά. Χωρίς εικόνα του κοντινού παρελθόντος, θόλωνε και το παλιότερο, απωθούνταν.
Όταν ήμουν τεταρτοετής, έπεσε η χούντα. Έμενε μια χρονιά να μάθουμε, να δούμε, να καταλάβουμε, να ζήσουμε  τη συναρπαστική φάση που μας αναλογούσε. Γέμισαν κόσμο οι Χορτοφαγίες και οι ταβέρνες, άνθισε η Θεσσαλονίκη, άρχισε να γίνεται η πόλη που ξέρουμε, γεμάτη ζωή, γεμάτη στέκια.
Μετά το σεισμό,  γειτονιές ολόκληρες κατεδαφίστηκαν, όπως εκείνη απέναντι από τη Φιλοσοφική, στην οδό Αρμενοπούλου, αλλά ανακαινίστηκαν  βίλες στην Όλγας, έγιναν μουσεία. Το παρελθόν της πόλης ξεκαθαρίζει, πέρασε η φάση που έπρεπε να καλύπτεται και να ξεχνιέται. Μέχρι τη χρονιά που έγινε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης άλλαξαν πολλά, τα ωραία μέγαρα στο κέντρο αναδείχτηκαν, τα τζαμιά φανερώθηκαν, το Μπεζεστένι ανακαινίστηκε, τα χαμάμ έγιναν μουσεία, ίσως κάποτε ξαναγίνουν χαμάμ, η Άνω Πόλη διατηρήθηκε σχεδόν ολόκληρη, το λιμάνι, που κάποτε φοβόμασταν να πλησιάσουμε, έγινε χώρος καλλιτεχνικών περιπάτων. Όποιος θέλει μπορεί να μάθει την ιστορία της, τα βιβλιοπωλεία είναι πια γεμάτα, υπάρχουν  ταμπελίτσες στα μνημεία. Κάθε φορά που την επισκέπτομαι, ζηλεύω το παρόν της, κι ας μην υπάρχουν πια πολλά από τα σπίτια που είχα φωτογραφήσει.


Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Ξένοι


Ξένοι
Μπαίνουν στο τρόλεϊ οικογενειακώς, μάνα νεαρή με μαντίλα, πατέρας εύσωμος με κελεμπία ή κάτι τέτοιο, εκείνη με μωρό στην αγκαλιά, ο άλλος με ένα διπλό καρότσι κι ένα παιδάκι μόνο, κάπως μεγαλύτερο. Η γυναίκα κάθεται λοξά απέναντι μου, κάπως βλοσυρή, το μωρό της, κοριτσάκι με ροζ φόρμα και χρυσό σκουλαρικάκι, είναι πολύ νευρικό, συστρέφεται στα χέρια της ακατάπαυστα. Γεμίζει κόσμο το τρόλεϊ, γκρινιάζει το μωρό, κάποια στιγμή αποφασίζει να το θηλάσει. Ανοίγει κουμπιά, σπρώχνει το στόμα του προς το στήθος καλύπτοντας αμέσως ό,τι θα μπορούσε να αποκαλυφθεί, βρίσκει τελικά στήθος το στόμα πίσω από τα ρούχα που αμέσως κλείνουν γύρω τους. Οι επιβάτες δεν πολυκοιτούν, ρίχνουν μια ματιά, την αποσύρουν σεμνά. Η μάνα μένει να κοιτάζει μακριά, τα φρύδια σουφρωμένα, είναι δοκιμασία να πρέπει να θηλάζεις το μωρό στο τρόλεϊ μιας ξένης χώρας, όπως και να το κάνουμε.
Αντιπαθώ τις μαντίλες, τις κελεμπίες ακόμα περισσότερο. Εκνευρίστηκα με την εμφάνιση της οικογένειας, λυπάμαι το κοριτσάκι που θηλάζει, θα του βάλει κι αυτουνού μαντίλα όταν μεγαλώσει; Τώρα είναι σαν οποιοδήποτε παιδί, με το φορμάκι του, θα παίξει, θα διαβάσει, θα πάει σχολείο, ίσως εδώ, ίσως αλλού, κι ύστερα μια ωραία μέρα θα πρέπει να κρύβει μπράτσα, μαλλιά, αστραγάλους. Κι αυτό το τρόλεϊ που φιλοξενεί το θηλασμό, κάτι σαν το γαϊδουράκι της μετανάστευσης, γεμάτο γυναίκες ασκεπείς, κι η πόλη μας, κι η χώρα κι η ήπειρός μας, δεν θα έχει κάνει τίποτε για να αλλάξει τη μοίρα της μικρής;
Τέτοια φιλοσοφώ, ρίχνω κλεφτές ματιές στη νεαρή μητέρα, είναι κι αυστηρή, τι να κάνει βέβαια εδώ που βρέθηκε.  Προστατεύει την αξιοπρέπεια της όσο μπορεί, δεν ξέρει καν ότι εδώ όχι μόνο δεν θηλάζουμε δημόσια εδώ και χρόνια, όχι μόνο δεν κυκλοφορούμε με τα παιδιά μας στις συγκοινωνίες, αλλά κοιτάμε με μισό μάτι κι όσους το κάνουν. Θα μείνει άραγε στην Ελλάδα, θα μάθει σιγά -σιγά τα χούγια μας, ή θα πάει στη Γερμανία;
Κατεβαίνουμε στην ίδια στάση. Το μωρό κλαίει μόλις το βγάζει από το στήθος, αλλά τουλάχιστον γλίτωσαν από το στενό χώρο του τρόλεϊ. Πάλι με ξενίζει η κελεμπία του πατέρα, πού πας άνθρωπε στην Ευρώπη με τέτοια περιβολή; Να σέβεσαι λίγο τα ήθη και τα ρούχα του τόπου που σε υποδέχεται. Μπορεί να είναι φανατικός μουσουλμάνος, να σκοπεύει να περάσει τη ζωή του σοκάροντας δυτικούς. Ωστόσο  τα μάτια μου βουρκώνουν ανεξέλεγκτα. Μια οικογένεια εν κινήσει, ξένοι, τόσο πολύ ξένοι, ταξιδιώτες τη στιγμή που θα ήθελαν να βρίσκονται σε χώρο ιδιωτικό. Η μαντίλα που αντιπαθώ κι η κελεμπία που φοβάμαι είναι που με κάνει να νιώθω βαθιά πόσο ξένοι είναι. Τι στο καλό με πιάνει και με τραντάζουν λυγμοί στη μέση του δρόμου;


Πρωτομαγιά στη Νέα Φιλαδέλφεια

Πόσο μου άρεσε η Νέα Φιλαδέλφεια όταν ήμουν παιδί! Πόση ευτυχία να επισκέπτομαι τη γιαγιά μου εκεί, σε μονοκατοικία με αυλίτσα και κ...