Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Παρομοιώσεις και μεταφορές



-Τι συμβαίνει με τα λεωφορεία, με ρωτάει η γυναίκα που λειώνουμε δίπλα- δίπλα από τη ζέστη στη στάση. Τα έχουν αραιώσει;
-Θα ήθελα να ξέρω, της απαντώ, και κοιταζόμαστε σα δυο χαζές, με κατανόηση. Ή με απογοήτευση. Πώς κοιτάζονται δυο χρήστες λεωφορείων που δεν ξέρουν γιατί ταλαιπωρούνται; Παρομοιώσεις υπάρχουν. Λεωφορεία δεν υπάρχουν.
Ή, μπορεί και να υπάρχουν. Ποιος ξέρει; Μπορεί να είναι ακριβά τα ανταλλακτικά, ή να μην τα δίνουν για επισκευή. Ρεπορτάζ δεν κάνει κανείς για τέτοια τετριμμένα θέματα. Έχουν άλλα πολύ πιο σημαντικά ν’ ασχοληθούν. Τι είπε η Φώφη στον Τσίπρα; Το πρόφερε σωστά; Τι ευχήθηκε ο Τσίπρας στον Θεοδωράκη; Κι εκείνος πώς αντέδρασε; Θα καλύψει τον Καμμένο; Αυτό είναι όντως κρίσιμο. Υπομονή, όταν περάσουν τα κρίσιμα, θα μάθουμε και τα τετριμμένα.
Μα όλα είναι κρίσιμα, κάθε μέρα, τι λένε, τι κάνουν οι πολιτικοί. Όχι το γιατί τα σκουπίδια δεν μαζεύονται. Τριάντα χρόνια τώρα οι εργαζόμενοι στους Δήμους απεργούν είτε Χριστούγεννα, είτε καλοκαίρι με καύσωνα, οι ΧΥΤΑ δεν γίνονται, η ανακύκλωση δεν προχωρά, κλπ. Αλλά δεν είναι συνταρακτικό το πράγμα, το έχουμε συνηθίσει, κάποια λύση θα βρεθεί. Οι πολιτικοί δεν θα τη βρουν, γιατί ενώ ασχολούμαστε μαζί τους νυχθημερόν, αυτοί δεν ασχολούνται με τις δουλειές τους. Κι αν θέλει κάποιος να κάνει ρεπορτάζ, μήπως πέσει στη λεγόμενη μαφία των σκουπιδιών; Έγινε μαφία επειδή την ονόμασαν έτσι, ή είναι στ’ αλήθεια; Είναι σχήμα λόγου, μεταφορά; Από σχήματα λόγου πάμε καλά, είναι βέβαιο.
Η δημοσιογραφία έχει γίνει ένα μεγάλο ρεάλιτι, όπου παρακολουθούμε μέρα νύχτα τους παίχτες, τι λένε, τι φοράνε, πώς μιλάνε, πώς δεν μιλάνε, τι υπονοούν. Υποτίθεται ότι τους εκλέγουμε για να  λύνουν τα προβλήματα, όμως  έχουμε ξεπεράσει τα προβλήματα, και υφιστάμεθα τα νέα που δημιουργούν. Μόνο δείχτε μας τι κάνουν και τι λένε. Με ρεάλιτι ξεχνιόμαστε. Και τα θέματα που έχουν αναδειχτεί, το περίφημο μνημόνιο ας πούμε, που για χάρη του κάηκε το πελεκούδι, αφεαυτού μοιάζει πολύ βαρετή ιστορία. Καλύτερο ένα Καστελλόριζο, ένα Σύνταγμα (και δυο και τρία και τέσσερα) πολλές μολότοφ, πολύ βαριά συνθήματα, κρεμάλες που γίνονται γραβάτες που δεν φοριούνται κλπ κλπ. Οι πολιτικοί το ξέρουν, μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει να παρακολουθούμε τους ίδιους, παρά να σπαζοκεφαλιάζουμε με τα έργα τους.
Ευτυχώς που υπάρχουν και τα γνήσια ριάλιτι, και γνωρίζουμε και καναν άνθρωπο εκτός πολιτικής, κανα νέο και ωραίο, με χτισμένους μυς, δίπλα σε παραλίες.

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Αλλο είναι το έπιπλο



Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, εγώ προσωπικά, ότι θα μπορούσαν να ξεσηκώσουν τόση φρίκη. Το να λες ότι η χούντα επιτάχυνε τον εκδημοκρατισμό, εξ αντιδράσεως, είναι μια υπόθεση που στηρίζεται στη μέθοδο σκέψης του τι θα γινόταν αν… Μπορεί κανείς να πει τα πάντα με το ‘αν’, και να είναι όλα σωστά και ταυτοχρόνως λάθος. Το αν η χούντα επιτάχυνε τον εκδημοκρατισμό, είναι μια σκέψη που μπορεί να κάνει κάποιος, με έχει απασχολήσει κι εμένα, που ακόμα προσπαθώ να ξεχωρίσω στο μυαλό μου πώς με καθόρισε η χούντα, η οποία με βρήκε στη βράση μιας έντονα πολιτικοποιημένης εφηβείας.
Η γενική μου εντύπωση είναι ότι ο εκδημοκρατισμός ερχόταν σιγά- σιγά, στη δεκαετία του 60, παρόλες τις πολιτικές συγκρούσεις, κι ότι θα συνέχιζε έτσι μέχρι την τελική εθνική συμφιλίωση. Ίσως επειδή ζούσα τη μεταρρύθμιση του Παπανούτσου, σα μαθήτρια, που ήταν μεγάλη πνοή εκσυγχρονισμού. Πιστεύω πως η κοινωνία ήθελε διακαώς να ξεφύγει από το κλίμα ασφυξίας των μετεμφυλιακών απαγορεύσεων και διώξεων, να ξεχάσει τις συγκρούσεις, να ηρεμήσει και να απολαύσει την ευημερία, να συναντήσει το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, αλλά η χούντα μας έδωσε μια σκουντιά και κατρακυλήσαμε πίσω στο παρελθόν, στις παλιές διαμάχες. Όμως ήταν όντως το τελευταίο στρατιωτικό πραξικόπημα, σ’ αυτό έχει δίκιο ο Καλύβας, και επιπλέον ανάγκασε τους δεξιούς να αρνηθούν την εκτροπή άπαξ και δια παντός. Αυτή τη στάση την έζησα, τους φίλους και συγγενείς που μέχρι την προηγούμενη μέρα τσακώνονταν για τα πολιτικά, να ομονοούν, νικητές και νικημένοι στον εμφύλιο, και να παραδέχονται ότι τα στρατιωτικά πραξικοπήματα δεν είναι λύση. Δεν ήμουν ακόμα σε θέση να γνωρίζω τη βαρύτητα της στροφή εκείνης, διότι δεν ήξερα λεπτομέρειες περί του εμφυλίου, αλλά ήταν κάτι σημαντικό, κι αυτό το καταλάβαινα, και τότε και τώρα.
Αυτά μοιάζουν αντιφατικά εκ πρώτης όψεως, πώς δηλαδή αφού συμφώνησαν σε κάτι δεξιοί κι αριστεροί, ξαναγυρίσαμε στις παλιές διαμάχες; Μα επειδή έγειρε πολύ η ζυγαριά, ασύμμετρα, προς το αριστερό δίκαιο, αφού πάλι οι αριστεροί τιμωρήθηκαν για την ήττα που είχαν ήδη πληρώσει. Η αντίθεση αναζωπυρώθηκε και ξαναβγήκε φρέσκια και αδικαίωτη λίγο μετά τη μεταπολίτευση, να ζητά τα ρέστα. Είναι αντιφατικό και περίπλοκο, και γι αυτό δεν μπορεί να συζητηθεί με τόση εμπάθεια. Για παράδειγμα, πιστεύω ότι αν δεν είχαμε χούντα το 71, που έδινα εισαγωγικές εξετάσεις, θα είχα τη δύναμη να διαλέξω το δρόμο της ζωής μου πιο ελεύθερα, και δεν θα ένοιωθα υποχρεωμένη να υπακούσω στον πατέρα μου, που ήταν αριστερός και είχε υποφέρει απ’ αυτό. Μπορεί να μοιάζει άσχετο, αλλά το αναφέρω εδώ επειδή δεν είναι. Δεθήκαμε με τα λάθη των γονιών μας για λόγους συναισθηματικούς, πεισμώσαμε, ήμασταν έτοιμοι να τα επαναλάβουμε, να ξανακάνουμε κάτι σαν εμφύλιο, ενώ εκείνοι ήθελαν πολλοί να τα ξεπεράσουν.
Όμως το να λέμε τι θα γινόταν αν… και πώς θα ήμασταν αν… μοιάζει με το ‘αν η γιαγιά μου είχε καρούλια θα ήταν σιδηρόδρομος’. Η παρομοίωση με το έπιπλο που μας εμποδίζει να κουνηθούμε μέσα στο σπίτι, που έκανε στο άρθρο του ο Καλύβας, είναι πολύ πετυχημένη, αλλά νομίζω ότι το έπιπλο που έχουμε συνηθίσει δεν είναι η χούντα. Είναι ο εθνικισμός, αυτός ο αυτονόητος μπουφές που πάνω του σκοντάφτουμε διαρκώς, και ουσιαστικά μας κλείνει και τη μπαλκονόπορτα, δεν μπορούμε να βγούμε έξω να πάρουμε ανάσα.
Έχουμε όντως ακόμα πολλά να πούμε για τη χούντα. Έχουμε να πούμε τα βασικά για το πώς έπεσε, παραδείγματος χάριν. Λέμε, το Πολυτεχνείο την έρριξε, και σταματάμε εκεί. Άντε να πούμε και ότι την έρριξε το πραξικόπημα στην Κύπρο. Όμως τι ακριβώς ήθελε η χούντα με κείνο το πραξικόπημα; Γιατί το έκανε λίγους μήνες μετά το Πολυτεχνείο, θέλοντας να κερδίσει πίσω το χαμένο λαϊκό έρεισμα; Το οποίο υπήρχε, ή όχι; Και τι θα γινόταν αν πετύχαινε αυτό το πραξικόπημα; Θα ξανακέρδιζε το έρεισμα; Για πόσον καιρό; Να μερικά ακόμα ‘αν’ για να τσακωθούμε, πιο ενδιαφέροντα νομίζω, διότι περιέχουν σημεία της ιστορίας που αφήνουμε στο σκοτάδι.
Είναι πολύ βολικό να τα ρίχνουμε όλα στους Αμερικανούς, στις ‘ξένες υπηρεσίες’. Φυσικά, υπήρχε ψυχρός πόλεμος, κάποιοι θα είχαν στηρίξει τους πραξικοπηματίες, αλλά πόση ευθύνη είχαν εκείνοι και πόση ευθύνη ετούτοι; Και πόση ευθύνη οι σιωπηλοί κάτοικοι της χώρας; Από το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» πώς βρεθήκαμε στο «Όλη η Ελλάδα στους Έλληνες» και τι ακριβώς νόημα είχε και το πρώτο και το δεύτερο;
Είναι πολλά που δεν λέμε. Ποιος τολμάει να σπάσει τα μούτρα του σ’ αυτό το βαρύ έπιπλο που είναι επιπλέον και γεμάτο καλικάντζαρους, σαν τα έπιπλα στα παραμύθια του Άντερσεν, και θα βγουν να μας φάνε έτσι και τολμήσουμε να το κουνήσουμε λιγάκι; Κι αν κρίνω από την υποδοχή και την αντίδραση του άρθρου του Καλύβα, μάλλον πρέπει να το βουλώσουμε  για λόγους αυτοσυντήρησης. Το να γράφει κάποιος μια άποψη και να τον λένε μέχρι και χρυσαυγίτη, νομίζω ότι είναι άκρως ανησυχητικό.

Αμφιβολίεεεεεεες



Στην Τήλο, το νησί που υπήρξε το πρώτο μέρος στην Ελλάδα όπου ο δήμαρχος συνήψε πολιτικό γάμο ομοφυλοφίλων, τώρα θα καλύπτονται οι ενεργειακές ανάγκες από ανεμογεννήτριες και άλλες τέτοιου είδους πηγές.
Είμαστε όμως σίγουροι ότι είναι καλό αυτό; Ένα τόσο ειδυλλιακό νησί να έχει τόσο μεγάλες ανεμογεννήτριες; Δεν θα παγιδεύονται τα πουλιά στα φτερά τους; Τα πουλιά που περνάνε από εκεί μεταναστεύοντας, δεν θα αποδεκατίζονται; Μήπως εξαφανιστούν κι άλλα είδη πουλιών με την ενεργειακή αυτονομία της Τήλου; Και δεν είναι παρά ένα μικρό νησί. Φανταστείτε τα πουλιά να περνάνε και πάνω από μεγάλα νησιά, με πολύ πληθυσμό και πολλές ανεμογεννήτριες. Κι εμείς χωρίς πουλιά δεν ζούμε, είναι γνωστό αυτό.
Δεν μπορεί να είναι σίγουρος κανείς ότι το τοπίο δεν χαλάει. Αυτή η έλλειψη σιγουριάς μας διαλύει. Είμαστε σίγουροι ότι τα τραίνα θα κινούνται καλύτερα αν ιδιωτικοποιηθούν; Ότι το Ελληνικό θα είναι ωραιότερο αν αξιοποιηθεί; Ότι η γνώση δεν θα χάσει την αξία της αν επιτραπούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια; Ότι η γλώσσα μας δεν θα εξαφανιστεί αν μπουν αγγλόφωνα μαθήματα; Ότι τα Πανεπιστήμια δεν θα δηλητηριαστούν από το σκουλήκι του καπιταλισμού αν κάποια μέρα καθαρίσουν; Ότι η ισότητα στη γνώση δεν θα επηρεαστεί αν καταργηθούν τα δωρεάν συγγράμματα; Ότι η εκμετάλλευση του ήλιου για ενεργειακούς σκοπούς δεν θα αλλοιώσει τη σχέση μας μαζί του; Αυτό το χρώμα το γαλάζιο, αυτό το φως το ελληνικό, το χιλιοτραγουδισμένο και παντοιοτρόπως εξαργυρωμένο, δεν θα πάθει τίποτε αν αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε καθρέφτες συλλογής ηλιακής ενέργειας, σαν τον κάθε προτεστάντη γερμανό;
Πρέπει να προσέχουμε. Περπατάμε σε ναρκοπέδιο. Η σύγχρονη ζωή εγκυμονεί απειλές. Τα εμβόλια ίσως κάνουν τα παιδιά αυτιστικά. Οι ΧΥΤΑ καταστρέφουν αρχαιολογικούς χώρους. Τα χρυσωρυχεία απειλούν δάση. Το μετρό της Θεσσαλονίκης μπορεί να καταστρέψει τα αρχαία που βρέθηκαν καθώς έσκαβαν για να το φτιάξουν. Και της Αθήνας το μετρό, θυμήθηκα τώρα, είκοσι χρόνια πριν ξεκινήσει, τότε που φτιάχτηκαν οι πρώτες τρύπες και σταμάτησαν, ήταν επειδή ο Τρίτσης φοβόταν ότι θα μεγάλωνε η κίνηση στο κέντρο, και μαζί του φοβηθήκαμε κι εμείς. Τότε. Πώς να μη φοβάται κανείς τα χειρότερα; Τι εγγυήσεις έχει;
Ζούμε στην αβεβαιότητα, τίποτε δεν ξέρουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε, μας τρώει η αμφιβολία για τα πιο απλά, πώς να καταλάβουμε τα σύνθετα;

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το ένα άβατο φέρνει τ' άλλο



  Άβατο, εγώ ήξερα ως τώρα το Άγιο Όρος, για μας τις γυναίκες, που όπως και να το κάνεις, ιστορικά, την εποχή του Χριστούλη και  λοιπών θεοτήτων που έχουν διασωθεί ως τις μέρες μας, ήμασταν είδος καταπιεσμένο και εκ των πραγμάτων υποτιμημένο. Διότι έτσι είναι το ευγενές είδος άνθρωπος. Δεν αρκεί να καταπιέζει, πρέπει και να υποτιμά. Αλλιώς τον τύπτει η συνείδηση. Αν δεν είναι κατώτερος ο άλλος,  πώς να τον υποτιμήσω; Μήπως δεν πρέπει; Με  τέτοια εκλεπτυσμένα κάνουμε τη ζωή μας δύσκολη, ενώ αν ξέραμε  ότι όποιος είναι δυνατότερος καταπιέζει τον άλλον, ο δε άλλος ας κόψει το λαιμό του, θα ήταν όλα πιο απλά.  
Φαίνεται ότι το ένα άβατο φέρνει τ’ άλλο, διότι εκεί που στα νιάτα μου πίστευα ότι μέχρι να γεράσω θα είχε καταργηθεί το άβατο του Αγίου Όρους, και θα μπορούσα να το επισκεφτώ, τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Η ιδέα του άβατου αντί να σοκάρει, αρέσει. Μετά το άβατο του Αγίου Όρους αποκτήσαμε το άβατο των Εξαρχείων, το οποίο ακόμα δεν είναι θεσμοθετημένο, δεν είναι σαφές σε ποιους απαγορεύεται να βαίνουν και να διαβαίνουν,  και τα λεωφορεία της γραμμής προτιμούν να κάνουν κύκλο,  να μην περνάνε από κει και πέσουν σε κάποιον που αποφασίζει επί τόπου τα δικαιώματα διάβασης και αναλόγως τα καίει, ή τα σπάει, ό,τι θελήσει εκείνος. Βρισκόμαστε στην περιοχή του άγραφου δικαίου, κάτι σαν την εποχή πριν τον κώδικα του Χαμουραμπί.
Μετά το άβατο των Εξαρχείων, νάσου και το άβατο του Μενιδίου. Αυτό δεν χρειάστηκε χρόνια για να κηρυχτεί, με μια λέξη το ονόμασε ο αρμόδιος για βαφτίσεις υπουργός. Οπότε,  ακόμα κι αν το Μενίδι και σχετικά περίχωρα δεν ήξεραν ότι είναι άβατο,  κι είχαν αυταπάτες και ψευδαισθήσεις ως προς τα δικαιώματα διάβασης και περιδιάβασης, τώρα ξέρουν. Ανήκουν κι αυτοί στην εποχή πριν τον κώδικα του Χαμουραμπί, οπότε, κατά την πολύ ρομαντική έκφραση, ‘παίρνουν το νόμο στα χέρια τους’ και θα τον γράψουν με την έμπνευση της στιγμής, με όπλα και αίμα, όχι με μελάνι και χαρτί βέβαια.
Το παράξενο με τα άβατα είναι ότι σου κόβεται η διάθεση να τα διαβείς. Άβατο το Μενίδι, τα Εξάρχεια, ο Άγιος Παντελεήμων; Μα ποιος θέλει να πάει σ’ αυτά τα μέρη; Εγώ προσωπικά, ούτε στο Άγιον όρος πια. Λιγότερη δουλειά για τους φύλακες των συνόρων. Μπορούν να κηρύξουν στάση εργασίας, άνετα, να πραγματοποιήσουν γενική συνέλευση.

Παρομοιώσεις και μεταφορές

-Τι συμβαίνει με τα λεωφορεία, με ρωτάει η γυναίκα που λειώνουμε δίπλα- δίπλα από τη ζέστη στη στάση. Τα έχουν αραιώσει; -Θα ήθελα...